Του Γ. Καρκάνη
Από την εποχή που εμφανίστηκαν μερικές χούφτες ανθρώπων πάνω στη γη, η κοινωνία οργανώθηκε σε τάξεις. Έτσι συγκροτήθηκε και πορεύεται μέχρι σήμερα, απανταχού της γης.
Οι άνθρωποι «κατηγοριοποιήθηκαν» σε τρεις τάξεις.
Στην πρώτη τάξη που είναι και η πιο ολιγομελής, ανήκουν «οι έχοντες και κατέχοντες», οι εύποροι στο χρήμα, στα αγαθά, στις υπηρεσίες, αφού αγαθά και υπηρεσίες αγοράζονται με το χρήμα – «κανονικό ή μαύρο». Τα μέλη αυτής της τάξης είναι άποροι στα αισθήματα, στα συναισθήματα και στην ανθρωπιά, γιατί όλα αυτά δεν αποτιμώνται σε χρήμα. Άποροι και άτυχοι!
Στη δεύτερη, που είναι και η πιο πολυπληθής κατατάσσονται οι «αστοί», αυτοί που περνούν με σκαμπανεβάσματα στα ζόρια. Είναι η μεσαία τάξη, η ραχοκοκκαλιά κάθε κράτους. Είναι η τάξη που κωπηλατεί αδιάκοπα σε ένα ταραγμένο πέλαγος.
Στην τρίτη κοινωνική τάξη ενδημούν αυτοί που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Οι άτυχοι συμπολίτες μας χωρίς όνειρα και προοπτική, με καθημερινό μέλημα να βρουν το κουπί για να ξεφύγουν από την γκρίζα περιοχή που τους ξέβρασε η κακοτυχία τους.
Η πρώτη τάξη «μηχανεύεται» κόλπα να αυξήσει το βιος της, η δεύτερη τραμπαλίζεται στην άβολη τραμπάλα της καθημερινότητας και η τρίτη... άσ’ τα βράσ’ τα!
Οι άνθρωποι και των τριών τάξεων τρέχουν, περπατάνε βιαστικοί, σκυθρωποί, προβληματισμένοι, ο καθένας ανάλογα με το στόχο του. Στο μαγγανοπήγαδο της ζωής άλλοι είναι κουστουμαρισμένοι, γραβατωμένοι, «κυριλέ». Άλλοι απλά περνούν απαρατήρητοι και άλλοι με εξωτερική εμφάνιση που πολλές φορές συγκεντρώνει βλέμματα οίκτου για την κατάντια τους.
Κανείς δε νιώθει ευτυχισμένος, ήρεμος, χαρούμενος, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Το χαμόγελο δραπέτευσε τρομοκρατημένο από τον μπαμπούλα που αποδυναμώνει την προσπάθεια να αρθρωθεί το «έξω ντέρτια και καημοί».
Φαινομενικά και πολλές φορές υποκριτικά οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα την ευτυχία. Θέλουν να τη συναντήσουν, να την αγγίξουν, να τη γευτούν, να την κατακτήσουν... Αγνοούν, όμως, οι άτυχοι ότι η ευτυχία μοιάζει σαν δίδυμη αδελφή με την ανθρώπινη σκιά, που όσο την κυνηγάς τόσο αυτή απομακρύνεται, γίνεται άπιαστη, όλο τσαχπινιά και σκέρτσο.
Μια ανοιξιάτικη βόλτα στην εξοχή ίσως θυμίσει κάτι από ευτυχία. Αλλά πού είναι ο ελεύθερος χρόνος; Μια τέτοια απόφαση χαρακτηρίζεται ρηξικέλευθη και συνηθέστατα μη πραγματοποιήσιμη. Μια ολιγόλεπτη στάση σε μια λουλουδιασμένη βουνοπλαγιά για μια οξυγονωμένη ανάσα είναι μια ευτυχισμένη στιγμή. Το κόψιμο μιας αγριομαργαρίτας, το αυτόματο μάδημά της και η στιγμιαία αγωνία για το αποτέλεσμα του μαδήματος είναι η δωρεάν ευτυχία. Το επικεντρωμένο βλέμμα πάνω στο κοτσύφι που κρατάει στο ράμφος του ένα ξερόχορτο, πολύτιμο υλικό για να στήσει το γιατάκι της διαιώνισης του είδους του είναι ένα απειροελάχιστο διάλειμμα στη σκοτουριασμένα καθημερινότητα, είναι ευτυχισμένη στιγμή. Η δροσοσταλιά πάνω στο αγριολούλουδο που στραφταλίζει όταν ο ήλιος «σκάει μύτη» πίσω από το μακρινό βουνό και απιθώνει κουβαρνταλίστικα τις ασημοκλωστές του πάνω της είναι μαγεία.
Η ευτυχία μπορεί να στρογγυλοκάθεται δίπλα μας μεταμορφωμένη σε μια μικρή και ασήμαντη λεπτομέρεια με ελάχιστη διάρκεια, όπως ένα πλατύ και αγνό χαμόγελο, μια αδολίευτη κουβέντα ψυχολογικό αποκούμπι την κατάλληλη στιγμή, το στήλωμα της αισιοδοξίας από μια τονωτική ιατρική συμβουλή μιας γριούλας που στηρίζεται στα δοκιμασμένα γιατροσόφια της.
Στο μακρινό δρόμο της ζωής υπάρχουν άφθονες ευκαιρίες που δεν απαιτούν κόπο και χρήμα για το συναπάντημα της ευτυχίας που κυκλοφορεί ανάμεσά μας σαν αόρατος οδοιπόρος. Άνοιξε τα μάτια σου διάπλατα, αφουγκράσου, συνέγειρε τις αισθήσεις σου και σφιχταγκάλιασε την ευτυχία έστω για μια στιγμή, ρούφηξέ τη για λίγο. Αύριο ξανά το ίδιο. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μπερδευτεί στα πόδια σου. Άντε και καλά ξεμπερδέματα!
Η εστίαση του ματιού στις κάθετες εφορμήσεις των μελισσών πάνω στα λουλούδια για να ρουφήξουν άπληστα το νέκταρ που αποτελεί τη βασική ύλη για την παραγωγή μελιού, ξελαμπικάρει τη σκέψη.
Στις αναρίθμητες επισκέψεις τους οι μέλισσες παίρνουν μαζί τους και τη γύρη των λουλουδιών και άθελά τους τη μεταφέρουν από λουλούδι σε λουλούδι για να συντελεστεί η γονιμοποίηση, το «δέσιμο» του καρπού, του σπόρου, έτσι απλά και αξιοθαύμαστα... Τεκμηριωμένα κάποιος ειδικός, σχετικός επιστήμονας υποστήριξε την εξής υποθετική θέση: αν ποτέ εξαφανιζόταν από τη γη όλος ο μελισσόκοσμος, τότε αυτόματα θα εξαφανιζόταν σταδιακά η καρποδεσία!
Οι μικροχαρές υψώνουν ανάχωμα στον ανεξέλεγκτο αμοραλισμό της εποχής και τροχοπεδούν το ξέφρενο κυνήγι του πλούτου που μάταια προσπαθεί να γεμίσει τον άδειο ψυχικό κόσμο του αξιολύπητου, δύστυχου σημερινού ανθρώπου.
Τυχαίος θεατής της διαδικασίας γέννησης ενός κατσικού! Η μάνα κατσίκα μόλις γεννήσει το νεογέννητο ρίφι, αρχίζει αμέσως το γλείψιμό του με τη γλώσσα της σ’ όλο το μουσκεμένο σωματάκι για να το στεγνώσει πριν αρπάξει καμιά πούντα. Αυτό το νεογέννητο μόλις κατορθώσει να σταθεί στα τρικλίζοντα πόδια του, ψάχνει απεγνωσμένα για τη ρόγα του μασταριού, αφού το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έχει σημάνει συναγερμό... Αν είσαι πιστός, μπροστά σ’ αυτό το σκηνικό αναφωνείς το «Πάντα εν σοφία εποίησας». Αν δεν πιστεύεις στο θεό, πάλι αναφωνείς «Πάντα εν σοφία έγιναν».
Αδιάκριτα αν εμείς πήραμε τη ζωή μας λάθος ή οι άλλοι μας έσπρωξαν στη λάθος ζωή, το καίριο ερώτημα είναι: «Υπάρχει περίπτωση να διορθώσουμε το λάθος;» Κολυμπάμε στην απελπισία και την απαισιοδοξία, οπότε μαυρίλα και αραχλιά. Μπορούν τα πόδια να σηκωθούν να χτυπήσουν το κεφάλι; (το κεφάλαιο εννοώ, καλέ μου μου άνθρωπε...).

