Της Άννας Κωνσταντουλάκη
ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΜΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
• Η δίδυμη κύηση
• Το θετικό ιστορικό των γονέων ή αδελφών
• Η ισχιακή προβολή (κάθοδος του νεογνού κατά τον τοκετό με τα πόδια)
• Το ολιγοϋδράμνιο (μικρή ποσότητα αμνιακού υγρού κατά την κύηση)
• Το φύλο (κορίτσι >αγόρι)
Η αναπτυξιακή δυσπλασία του ισχίου, είναι μία από τις ορθοπεδικές παθήσεις που αφορούν στα νεογνά, από την πρώτη στιγμή της γέννησής τους και η έγκαιρη διάγνωση έχει μεγάλη σημασία για την θεραπεία, αφού σε διαφορετική ξπερίπτωση το μωρό θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, ενώ αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να οδηγηθεί ακόμη και σε αναπηρία. Ο υπέρηχος του ισχίου, μια νέα εξέταση, οδηγεί σε έγκαιρη και ασφαλή διάγνωση.
Όπως εξηγεί ο χειρούργος-ορθοπεδικός Χάρης Βαβουρανάκης, αναπτυξιακή δυσπλασία είναι η ελλιπής διαμόρφωση της άρθρωσης που μπορεί να είναι από απλή χαλαρότητα της άρθρωσης έως σοβαρή παραμόρφωση, στην οποία η κεφαλή του μηριαίου δεν έχει σχεδόν καμία επαφή με την κοτύλη και βρίσκεται σε θέση εξαρθρήματος.
Προδιαθέσιμοι παράγοντες
Προδιαθέσιμοι παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση της πάθησης είναι η δίδυμη κύηση, το θετικό ιστορικό γονέων ή αδελφών, η κάθοδος του νεογνού κατά τον τοκετό με τα πόδια, η μικρή ποσότητα αμνιακού υγρού κατά την κύηση και το φύλο.
Εμφανίζεται σε 1 στα 100 μωρά
Η συχνότητα εμφάνισης του συγγενούς εξαρθρήματος στην χώρα μας είναι περίπου 1-1,5/1000 νεογνά, ενώ η συχνότητα εμφάνισης δυσπλασίας (χωρίς εξάρθρημα) που παρουσιάζουν αστάθεια, χαλαρότητα της άρθρωσης υπολογίζεται στο 1/100 νεογνά.
Η έγκαιρη διάγνωση έχει μεγάλη σημασία για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας αλλά και για το τελικό αποτέλεσμα αυτής.
Αν η πάθηση διαγνωσθεί έγκαιρα η αντιμετώπιση γίνεται τις περισσότερες φορές συντηρητικά με ειδικούς νάρθηκες και κηδεμόνες. Αντίθετα σε παραμελημένες περιπτώσεις, η χειρουργική θεραπεία είναι αυτή που θα δώσει την λύση κατά την παιδική ηλικία. Τέλος αν δεν διαγνωσθεί και κατά συνέπεια δεν αντιμετωπιστεί θα οδηγήσει σε οστεοαρθρίτιδα (καταστροφή του χόνδρου των αρθρικών επιφανίων του ισχίου), ή ακόμα και σε αναπηρία (μόνιμη χωλότητα).
Ο έλεγχος των ισχίων αποτελεί μέρος της βασικής κλινικής εξέτασης του παιδιάτρου στην πρώτη επαφή με το νεογνό. Κλινικά σημεία όπως η ανισοπτύχωση στις δερματικές πτυχές του μηρού, η φαινομενική βράχυνση του μηρού αποτελούν απλά ενδείξεις.
Ωστόσο η κλινική εξέταση , και αργότερα ο ακτινολογικός έλεγχος που την συμπλήρωσε, σύμφωνα με μελέτες αποδείχθηκαν σχετικά ανεπαρκείς για την ασφαλή διάγνωση της δυσπλασίας του ισχίου. Η απλή ακτινογραφία των ισχίων, όταν υπάρχουν ύποπτα κλινικά ευρήματα, είναι τεχνικά απαιτητική εξέταση.
Αλλά κυρίως επιβαρύνει με ακτινοβολία το νεογνό ενώ τις πρώτες εβδομάδες έχει χαμηλή διαγνωστική αξία, λόγω του ότι οι οστικές δομές του ισχίου δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί.
Νέα εξέταση για την πάθηση
Όπως εξηγεί ο κ. Βαβουρανάκης, το διαγνωστικό αυτό κενό τα τελευταία χρόνια ήρθε να καλύψει μια νέα σχετικά εξέταση, ο υπέρηχος των ισχίων. Η υπερηχογραφική εξέταση των ισχίων έχει υψηλή αξιοπιστία, δεν επιβαρύνει με ακτινοβολία το νεογνό και πραγματοποιείται από τις πρώτες ώρες τις γέννησης μέχρι και τον 5ο - 6ο μήνα της ζωής του νεογνού.
Μπορούμε να διαπιστώσουμε με ακρίβεια και αξιοπιστία την επικέντρωση της μηριαίας κεφαλής, την λοξότητα της κοτύλης αλλά και με ειδικές τεχνικές (δυναμική υπερηχογραφική εξέταση) την σταθερότητα της άρθρωσης.
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνουμε την έγκαιρη διάγνωση και την επιλογή της σωστής θεραπείας. Ο τακτικός υπερηχογραφικός επανέλεγχος, στις περιπτώσεις αυτές, εξασφαλίζει τον περιορισμό του χρόνου θεραπείας στο ελάχιστο.
Πρόσφατη μελέτη αποδεικνύει ότι ο συστηματικός υπερηχογραφικός έλεγχος (screening) των ισχίων σ’όλα τα νεογνά ελαττώνει σημαντικά τον αριθμό των χειρουργικών επεμβάσεων.
Είναι προφανές ότι με τον μαζικό υπερηχογραφικό έλεγχο ταυτόχρονα με τον περιορισμό των επεμβάσεων μειώνεται και το κόστος που απαιτείται γι’ αυτές. Παρόμοια αποτελέσματα έχουμε και από μελέτες που έγιναν στην Γερμανία.
Η δυσπλασία των ισχίων που παραμένει αδιάγνωστη κατά την νεογνική και βρεφική περίοδο, η «σιωπηλή» δυσπλασία, μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες τόσο κατά την παιδική όσο και κατά τη ενήλική ζωή. Είναι λοιπόν προφανές ότι η έγκαιρη διάγνωση της κατά την νεογνική και βρεφική περίοδο είναι πολύ σημαντική. Η κλινική εκτίμηση θα πρέπει να συμπληρώνεται υποχρεωτικά από υπερηχογραφικό έλεγχο για να έχουμε την δυνατότητα να ανακαλύψουμε περιστατικά δυσπλασίας που με κάθε άλλο τρόπο παραμένουν αδιάγνωστα.
Με τον τρόπο αυτό μειώνεται δραστικά η χειρουργική θεραπεία από την στιγμή που η έγκαιρη διάγνωση κάνει την συντηρητική θεραπεία στην νεογνική και βρεφική περίοδο πιο αποτελεσματική δίδοντας θαυμάσια αποτελέσματα.

