Του Ν. Τσαγκαράκη
Oλα τα έχουν οι οθόνες αυτής της εβδομάδας -δράση, κωμωδία, δράμα- δυστυχώς όχι ακριβώς στις αναλογίες που θα προτιμούσαμε.
Χ-ΜΕΝ Η ΑΡΧΗ: ΓΟΥΛΒΕΡΙΝ
X-MEN ORIGINS: WOLVERINE
Σκην.: Γκάβιν Χουντ
Πρωτ.: Χιου Τζάκμαν, Λιβ Σράιμπερ, Ντάνυ Χιούστον, Τέιλορ Κιτς, Will i Am, Λυν Κόλινς, Κέβιν Ντουράντ, Ντόμινικ Μόναχαν, Ντάνιελ Χένυ, Ράιαν Ρέινολντς
Ο Τζέιμς Λόγκαν γεννιέται μεταλλαγμένος (διαθέτοντας υπερφυσικές δυνάμεις) τον 19ο αιώνα όπως και ο αδερφός του, Βίκτωρ, με τον οποίο επιβιώνουν στις μεγαλύτερες μάχες της σύγχρονης Ιστορίας, για να φτάσουν στον 21ο αιώνα οπότε στρατολογούνται από τον αμερικανό στρατηγό Στράικερ για να εντοπίσουν άλλους ομοειδείς τους. Όταν ο Λόγκαν αποσύρεται, ο στρατηγός αποφασίζει να τον επαναφέρει εκβιαστικά για δικούς του λόγους, προκαλώντας τον θάνατο της αγαπημένης του με υπαίτιο τον Βίκτωρ. Ο Στράικερ υπόσχεται να εξοπλίσει τον Λόγκαν με ένα υποδόριο μεταλλικό κράμα που θα τον κάνει άτρωτο, ο Λόγκαν επιζεί από το πείραμα, και πλέον με την ονομασία Wolverine είναι έτοιμος να εκδικηθεί όχι μόνο τον αδερφό του αλλά και τον Στράικερ ο οποίος έχει διαφορετικά σχέδια τόσο για τον Λόγκαν όσο και για τους υπόλοιπους μεταλλαγμένους.
Ο Wolverine εμφανίστηκε στα κόμικ της Marvel για πρώτη φορά το 1974 και στον κινηματογράφο στο «X-Men» του Μπράιαν Σίνγκερ το 2000, ενσαρκωμένος από τον αυστραλό Τζάκμαν. Η ταύτιση του ηθοποιού με τον ρόλο ήταν τόσο επιτυχημένη και δημοφιλής, ώστε ο Τζάκμαν/ Wolverine έγινε ο άτυπος πρωταγωνιστής των επόμενων δύο ταινιών της σειράς (ενδεικτική η προτεραιότητά του έναντι των άλλων χαρακτήρων στις αφίσες των ταινιών) και ο μοναδικός μέχρι σήμερα που κατάφερε ν’ αποκτήσει δική του ταινία για τον χαρακτήρα του (spin-off). Καθόλου άδικα. Με τη συγκεκριμένη ταινία, που αποτελεί prequel των προηγούμενων της σειράς X-Men, αποδεικνύει ακόμη μια φορά το ταλέντο, τη γοητεία και το δυναμισμό χάρη στα οποία έχει καθιερωθεί ως ένας από τους ισχυρότερους σταρ της εποχής μας, τόσο επιβάλλοντας την εικόνα του όσο και ‘κουβαλώντας’ την ευθύνη για την εμπορική πορεία μιας ταινίας. Εδώ καταφέρνει και τα δύο θαυμάσια (το φιλμ ‘άνοιξε’ το πρώτο του σαββατοκύριακο στις Η.Π.Α. με περίπου 87 εκατομμύρια δολάρια), διαπερνώντας τις σκηνές του με θηριώδη ορμή και ασυγκράτητη δύναμη, παραμένοντας ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής ανάμεσα σ’ ένα καστ ικανών και εξίσου καλά σκηνοθετημένων ηθοποιών, νεότερων και μεγαλύτερων. Παρά την απειρία του στο είδος, ο Χουντ πετυχαίνει το σωστό -σοβαρό κι επικίνδυνο- ύφος στην έκθεση των γεγονότων αφήνοντας ελάχιστο χώρο για χιούμορ. Η δράση είναι συνεχής κι εντυπωσιακά χορογραφημένη, αλλά υπονομεύεται από τα απογοητευτικά ψηφιακά οπτικά εφέ που σε στιγμές ξενίζουν με τη μετριότητά τους (η χρήση ματ στο κυνηγητό με το ελικόπτερο και τη μηχανή, η υφή των λεπίδων, το αποτυχημένο lifting του Πάτρικ Στούαρτ που καταλήγει σε ‘εκθηλυσμό’ κτλ.). Επίσης, η πλοκή δεν είναι κάτι παραπάνω από μια ιστορία εκδίκησης, στοιχείο που από μόνο του δεν είναι αναγκαστικά κακό, αλλά γίνεται μειονέκτημα όταν πρόκειται για ταινία υπερ-ηρώων που στερείται εντυπωσιακή εικονογραφία για να το εμπλουτίσει, αφού η μοναδική αξιομνημόνευτη, εμβληματική σκηνή είναι η στιγμή της ανάδυσης του Wolverine από το νερό.
FANBOYS
Σκην.: Κάιλ Νιούμαν
Πρωτ.: Σαμ Χάντινγκτον, Κρις Μαρκέτ, Νταν Φόγκλερ, Τζέι Μπαρουτσέλ, Κρίστεν Μπελ, Σεθ Ρόγκεν
Τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι ξεκινούν το 1998 για να διαρρήξουν το Skywalker Ranch, το κέντρο της παραγωγής του Τζωρτζ Λούκας στο Σαν Φρανσίσκο, προκειμένου να δουν πριν από οποιονδήποτε άλλο στον πλανήτη, το πρώτο επεισόδιο της νέας τριλογίας Star Wars που αναμενόταν στις αίθουσες τον Μάιο του 1999.
Το φιλμ αποτελεί γιορτή και παράλληλα σάτιρα της κουλτούρας των κινηματογραφικών οπαδών, της λατρείας κινηματογραφικών μυθολογιών, που είναι ανεπτυγμένη κυρίως στις Η.Π.Α. και σε άλλα μέρη του κόσμου, αλλά πολύ λιγότερο στην Ελλάδα, γεγονός που ‘στοιχίζει’ στην απόλαυση του φιλμ, αφού για να γίνει αντιληπτή η σάτιρα της πλοκής απαιτείται εξοικείωση με το γενικότερο πλαίσιο αναφοράς του σεναρίου, το οποίο αντλεί το χιούμορ του κοροϊδεύοντας καλοπροαίρετα τη μονομανία και τον τρόπο ζωής των φανατικών οπαδών των διαφόρων σειρών.
Η ταινία ισορροπεί σωστά την αυτοσαρκαστική της διάθεση ώστε να μην προσβάλει τους ήρωές της, τους οποίους σκιαγραφεί με χιούμορ και συμπάθεια, καθώς η αγάπη για τους παράλληλους φανταστικούς κόσμους του κινηματογράφου αποδίδεται ως κάτι θεμιτό, απολαυστικό αλλά συμπληρωματικό κομμάτι της ζωής και όχι υποκατάστατό της, αφού μέσα από το ταξίδι τους, οι χαρακτήρες συνειδητοποιούν την αξία της φιλίας και του έρωτα.
ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ
EL PASADO
Σκην.: Έκτορ Μπαμπένκο
Πρωτ.: Γκαέλ Γκαρθία Μπερνάλ, Anal£a Couceyro, Αννα Τσελεντάνο, Μάρτα Λούμπος
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του αργεντινού συγγραφέα Alan Pauls, η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού το οποίο χωρίζει μετά από 12 χρόνια γάμου. Για τον Ρίμινι η απόφαση είναι λυτρωτική, καθώς προχωράει στη ζωή του με επόμενες σχέσεις, η μία από τις οποίες τού χαρίζει και παιδί. Αντιθέτως, η Σοφία παραμένει έμμονα προσκολλημένη στη σχέση της με τον Ρίμινι, ακολουθώντας τον και παρενοχλώντας την ερωτική του ζωή.
Αυτό το ερωτικό δράμα θα μπορούσε να έχει καλλιεργήσει στην αγωνία, στον ερωτισμό, στο πληγωμένο συναίσθημα ή σε οτιδήποτε άλλο εμπεριέχεται στη σεναριακή ιδέα του, αλλά δυστυχώς όχι μόνο τα παραπάνω δεν αποδίδονται με αρκετό ενδιαφέρον για να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία, αλλά υποβαθμίζονται από άνευρο και ψεύτικο ερωτισμό (η σκηνή ανάμεσα στον Ρίμινι και την Κάρμεν), υπερβολικές τροπές στην πλοκή (ο θάνατος της Βέρα, η αντίδραση του Ρίμινι προς τη μεσήλικη ερωμένη του από το γυμναστήριο, η στάση της Κάρμεν μετά την απαγωγή του μωρού) και αναξιοποίητα στοιχεία (η βαρύτητα των φωτογραφιών ως συστατικό της σχέσης τους, τα κενά μνήμης του Ρίμινι).
Οι ερμηνείες ικανοποιητικές και η ατμόσφαιρα σε σημεία εκφραστική (το περιβάλλον του ξενοδοχείου όπου η Σοφία επιχειρεί ν’ αποπλανήσει τον Ρίμινι), αλλά ανεπαρκείς για να περισώσουν ένα μελοδραματικό και επιπόλαιο σενάριο.

