
Λες και ήταν χθες! : Το παγοποιείο και τα παγοποιεία εκείνου του καιρού!
Ένα καλαίσθητο πρόγραμμα (δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά), βρέθηκε πριν από κάμποσο καιρό στα χέρια μου. Επιμελημένο από την ανήσυχη και δημιουργική Χρυσάννα Καρέλλη και τους άλλους εκλεκτούς και αξιόλογος συνεργάτες της ως προς το περιεχόμενο και το εξώφυλλό του, καθώς και το οπισθόφυλλο, να έχουν φιλοτεχνήσει αντίστοιχα οι μοναδικοί στο είδος τους, Νίκος Βισκαδουράκης και Παντελής Παντελόπουλος. Και τι δεν μας προτείνει η Χρυσάννα! Συναυλίες που θα πλαισιώνονται από διαλέξεις μουσικών που θα μας ταξιδέψουν... αλλά και θα διευρύνουν τον ορίζοντά μας, ιστορικές ορχήστρες κάποιας χρυσής εποχής του ταγκό, αγαπημένα κινηματογραφικά θέματα, διάφορα προγράμματα προβολών, μοναδικά ακούσματα που θα συμβάλουν στην ψυχική ανάταση του ακροατή, ορχηστρική μουσική που θα μας μεταφέρει σε κάποιους μουσικούς πολιτισμούς... Και όλα αυτά, στο Παγοποιείο, που μέχρι και θεατράκι εκατό εκλεκτών μπορεί να μας εξασφαλίσει. Τελικά θέλει και μεράκι ο πολιτισμός ο οποίος συνήθως μας το εξασφαλίζει ή αν θέλετε, μας το επιβάλλει! Για αλλού όμως ξεκίνησε και αλλού με πήγε το μολύβι μου. Βλέπεις, μερικά πράγματα, δεν μπορείς να τα καθορίσεις από μόνος σου. Θυμάμαι όταν ήμουν σε μικρή ηλικία, εκείνα τα καλαίσθητα ξύλινα ψυγεία, με το βρυσάκι, πολλά είχαν και καθρέπτη, φρεσκολουστραρισμένα, έργα τέχνης στην κυριολεξία. Τα συναντούσε κανείς συνήθως σε επαγγελματικούς χώρους, τότε που το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του. Είχαν όμως και τα σπίτια τα ψυγεία τους και κάθε μέρα περίμεναν τον παγοπώλη για να τους αφήσει το ένα τέταρτο της κολόνας του πάγου. Τόση εξάλλου ήταν η χωρητικότητα της παγονιέρας του σπιτιού.

Γνώριζε πόσο πάγο χρειαζόταν κάθε μια. Έπαιρναν συνήθως το ένα τέταρτο της κολόνας κάθε μέρα, γιατί τόσο χωρούσε η παγωτιέρα του σπιτιού τους. Τον άφηνε στην είσοδο του σπιτιού, αφού χτυπούσε το χάλκινο χειροποίητο κουδούνι που έμοιαζε με χέρι. Οι νοικοκυρές έπαιρναν τον πάγο, τον τύλιγαν αμέσως με χοντρά πανιά και τον τοποθετούσαν στην παγωτιέρα του ψυγείου. Μεγάλη κατανάλωση πάγου έκαναν τα ζαχαροπλαστεία, τα καφενεία, τα κέντρα διασκέδασης, τα ιχθυοπωλεία. Ο πάγος είχε και άλλες χρήσεις: ως αιμοστατικό φάρμακο, καταπραϋντικό, αντιεμετικό.
Γιορτινή και ξεχωριστή μέρα ήταν η Κυριακή, γιατί ο παγοπώλης πληρωνόταν τον πάγο όλης της εβδομάδας με τα ανάλογα φιλοδωρήματα που του έδιναν οι χουβαρντούδες νοικοκυρές.
Πού συντηρούσαν όμως οι νοικοκυρές τα διάφορα τρόφιμα όταν δεν είχαν τα ψυγεία αυτά του πάγου; Πιο παλιά ακόμα, τα τοποθετούσαν σε δροσερά υπόγεια, ή μέσα στο φανάρι, που το πρόλαβε και η δική μου γενιά. Ήταν ένα τετράγωνο, κατασκευασμένο με μεταλλικό σκελετό, ελαφρό και γύρω - γύρω καλυπτόταν από σίτα. Μπροστά είχε πόρτα και δύο ράφια για να ακουμπούν τα διάφορα τρόφιμα. Το φανάρι λοιπόν το κρεμούσαν σε κάποιο δροσερό μέρος του σπιτιού, στο πιο δροσερό συνήθως και αερίζονταν απ’ όλες τις μεριές. Φρόντιζαν βέβαια να μην είναι προσβάσιμο στις γάτες, οι οποίες συχνά προσπαθούσαν να το προσεγγίσουν. Σιγά - σιγά οι άνθρωποι άρχισαν ν’ αγοράζουν ψυγεία και ο πάγος έγινε λαϊκό είδος. Αυτά τα ψυγεία συνήθως είχαν δύο πόρτες, πάνω και κάτω, που στηρίζονταν σε τέσσερα πόδια. Στο πάνω μέρος υπήρχε ειδικός χώρος που τοποθετούσαν την παγοκολόνα. Από κάτω ήταν ένα ντεπόζιτο που κατέληγε εξωτερικά σε μια βρύση. Οι νοικοκυρές το γέμιζαν και έτσι είχαν πάντα κρύο νερό. Στο κάτω μέρος υπήρχαν ειδικά ράφια που έβαζαν τα τρόφιμα και τα ποτά. Στη βάση του ψυγείου υπήρχε ένα συρταράκι που μαζεύονταν τα νερά από τον πάγο που έλιωνε και το άδειαζαν κάθε μέρα, για να μη βρέχεται το δάπεδο. Η κατασκευή του ψυγείου ήταν ξύλινη· εσωτερικά ήταν επενδυμένο με αλουμίνιο.
Πολλές φορές στο Μοιριανό παζάρι του Σαββάτου, ένα παζάρι από τα πιο παλιά που γίνονται στην Κρήτη, ειδικότερα τους ζεστούς μήνες εκεί στον Πομπιανό δρόμο συνήθως, που διασταυρώνεται με τον κεντρικό δρόμο των Μοιρών, ακούμε τον πλανόδιο κανελλαδοπώλη να διαλαλεί το εμπόρευμά του: “Κανελλάδα με χιόνι του Ψηλορείτη”. Πράγματι, το χιόνι του Ψηλορείτη, τα παλιά χρόνια, το χρησιμοποιούσαν αντί για πάγο και το διατηρούσαν σε υπόγειες τρύπες σκεπάζοντάς το με πανιά, φύλλα και άχυρα. Εκτελούσε δηλαδή χρέη πάγου κι αυτό. Προπολεμικά και συγκεκριμένα στις 23-2-1932, η εφημερίδα “Ελευθέρα Σκέψις” κάνει λόγο για το ψυγείο σταφυλιών υπό του οίκου Φιξ των Αθηνών. Υποδεικνύεται τι πρέπει να προσέξει η σταφυλική επιτροπή για να έχει έτοιμο ψυγείο κατά το ερχόμενο θέρος. Το ποσό που κρίνεται αρκετό για την ίδρυση του ψυγείου, ανέρχεται σε 1.500.000 δρχ.
Ο πάγος κατασκευαζόταν από ειδικό εργαστήριο, το παγοποιείο. Ως πρώτη ύλη για την κατασκευή του χρησιμοποιούσαν πόσιμο νερό, αμμωνία και αλάτι. Το νερό έμπαινε σε ειδικά καλούπια και με τη βοήθεια εξωτερικής ψύξης που την έδινε το αλάτι και η αμμωνία, το νερό γινόταν πάγος.
Στο Ηράκλειο υπήρχαν δύο παγοποιεία που έφτιαχναν πάγο. Αρχές της δεκαετίας του ’50, κατασκευάστηκε στην πόλη μας το ψυγείο το οποίο βρίσκεται στο λιμάνι, το οποίο έφτιαχνε επίσης πάγο. Έτσι, σαν παγοποιεία στο παλιό Ηράκλειο λειτουργούσαν το ψυγείο, το παγοποιείο του Λιανά και το πιο γνωστό που είναι το παγοποιείο του Μιστίλογλου. Για το καθένα θα κάνουμε ειδική αναφορά. Αρχίζουμε από το ψυγείο το οποίο έγινε όπως προαναφέραμε αρχές της δεκαετίας του ’50. Κατασκευάσθηκε με χρήματα προερχόμενα από το Σχέδιο Μάρσαλ και με υπεύθυνο εργολάβο τον αποσυρθέντα και συνταξιούχο αρχιμηχανικό του Λιμενικού Ταμείου Ευάγγελο Γιαμαλάκη, ο οποίος είχε και την επίβλεψη αυτού του έργου. Σκοπός της κατασκευής αυτού του έργου ήταν η συγκέντρωση των τυριών και άλλων τροφίμων γενικά αλλά και φρούτων, κυρίως σταφυλιών που η περιοχή μας είχε εκείνα τα χρόνια υπερπαραγωγή. Όλα τα παραπάνω προορίζονταν για εξαγωγές. Όπως όμως τονίσαμε στην αρχή, εκτός από την συντήρηση, το ψυγείο πουλούσε και πάγο, ειδικά στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Η μόνωση του ψυγείου δεν είχε γίνει με βάση τη σημερινή τεχνολογία ή με φελιζόλ, αλλά με διάκενο και σε πολλά σημεία με μπαντικούς, δηλαδή διπλούς τοίχους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται το καλύτερο αποτέλεσμα. Ακόμα και σήμερα οι μεγαλύτεροι στην ηλικία ξέρουν τη στάση Λιανά για τα λεωφορεία του Αστικού ΚΤΕΛ της πόλη μας. Εκεί βρισκόταν και το παγοποιείο του Λιανά, στη συμβολή των οδών Ικάρου και Εθν. Αντιστάσεως, εκεί που σήμερα είναι το Μπόουλιγκ Σέντερ και ίσως έπιανε και περισσότερο ακόμα χώρο κυρίως επί της οδού Ικάρου. Ο δρόμος που οδηγεί προς το λιμάνι ήταν ρυάκι. Απέναντι από του Λιανά, εκεί που σήμερα είναι το έπιπλο, λειτουργούσε κάποιος χαρουπόμυλος. Το παγοποιείο αυτό άρχισε τη λειτουργία του πριν από τον πόλεμο και τροφοδοτούσε κυρίως τα ανατολικά προάστια της πόλη μας, π.χ. Πόρος, Κατσαμπάς, Αλικαρνασσός, Πατέλες και πολλά χωριά προς τη μεριά αυτή, αφού ερχόταν με τα φορτηγά ο οδηγός και μαζί και ο βοηθός του, για να πάρουν πάγο, αλλά και να κάνουν και άλλες παραγγελίες που τους έδιναν οι κάτοικοι των χωριών, τα λεγόμενα μπασοδούλια, όπως μας λέει με το δικό του τρόπο ο κ. Μαρίνος Ιδομενέως:
“Με μπασοδούλια του έρωτα
σκοτώνεις το (γ)καιρό σου
κι ανιμένεις από κειά
να ρθει το τυχερό σου
και δε θωρείς πως μόνο εγώ
σε αγαπώ στ’ αλήθεια
και πως οι γι’ άλλοι σου πουλούν
ψεφθιές και παραμύθια”. Άφησα τελευταίο το γνωστό παγοποιείο του Μιστίλογλου, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης στην πλατεία του Αγίου Τίτου. Το παγοποιείο αυτό τροφοδοτούσε με πάγο το κέντρο της πόλης μας αλλά και άλλες περιοχές. Σήμερα στο χώρο αυτό διατηρεί την επιχείρησή της η κυρία Χρυσάννα Καρέλλη, κόρη του πρώην δημάρχου και ευρωβουλευτή κ. Μανόλη Καρέλλη. Ευγενικά η κυρία Καρέλλη μου παραχώρησε αρκετά στοιχεία για το συγκεκριμένο Παγοποιείο αλλά και για την πλούσια και μακραίωνη ιστορία του. Σας παραθέτω αυτά τα στοιχεία:
“Ήταν λίγο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή, όταν ο Γιώργος Μιστίλογλου φτάνει στο Ηράκλειο. Αν και η λειτουργία του παγοποιείου ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’30, η πλήρης ανάπτυξη των επιχειρήσεων του θα συμβεί στην δεκαετία του ’50. Από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές μονάδες, το παγοποιείο εκπροσωπεί επάξια το Ηράκλειο στη φάση της οικονομικής ανάπτυξης που παρατηρείται στη χώρα. Οι αποθήκες του εξυπηρετούν εκτός από τις ανάγκες του Ελληνικού Στρατού στο νησί και αυτές της Αμερικάνικης Βάσης στις Γούρνες, τα χασάπικα, τα ψαράδικα, τα καϊκια στο λιμάνι, τις κάθε λογής αποθήκες τροφίμων, τα ψυγεία των Ηρακλειωτών. Η ευκαιρία στην ανθούσα βιομηχανία “σφραγίζεται” ακόμα και με τις κουμπαριές, ανάμεσα στην διεύθυνση και τους εργάτες, κάτι που καμιά από τις δύο πλευρές ποτέ δεν ξέχασε ακόμα και όταν η τελική πράξη της πορείας του εργοστασίου παίχτηκε στα δικαστήρια ανάμεσα στα αδέλφια ιδιοκτήτες και τους απολυμένους εργάτες και με μεγάλο βέβαια απόντα τον διάδοχο Ιωάννη Αντύπα, τον άνθρωπο που με ένα κάπως απρόσμενα βέβαια τρόπο, θα έδινε τέλος σε όλα, ένα τέλος μάλλον άδοξο... Από την πρώτη κιόλας συνάντηση του ο Αντύπας πείθεται να αποκτήσει την κυριότητα του παγοποιείου αντί κάποιου αρκετά μεγάλου ενοικίου, το οποίο θα κατέβαλε στους αρχικούς ιδιοκτήτες. Όμως από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για το εργοστάσιο. Η ανάπτυξη της πόλης με τα χρόνια, περνά και από τα ηλεκτρικά ψυγεία που ολοένα αντικαθιστούν τον πάγο. Ήταν λοιπόν κάτι περισσότερο από ένα χρόνο στο τιμόνι του εργοστασίου ο Ιωάννης Αντύπας όταν και ο ίδιος συνειδητοποίησε ότι παρόλο Κωνσταντινουπολίτης “την είχε πατήσει” από τους συντοπίτες του. Και ο Αντύπας όλο και χώνει πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη, μέχρι που κάποια μέρα πιάνει τον πάτο της. Ήταν και που το εργοστάσιο το διάστημα εκείνο υπολειτουργούσε. Το τελευταίο βράδυ όσοι τον είδαν τον θυμούνται συνοφρυωμένο και σκεπτικό. Θα πίστευε ότι τα αδέλφια τον ξεγέλασαν, αλλά και αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τις τεράστιες υποχρεώσεις του. Κάπως έτσι πήρε την απόφαση. “Μου το φόρτωσαν θα τους το επιστρέψω αλλά όχι όπως μου το έδωσαν”. Έβγαλε από την προηγούμενη αεροπορικό εισιτήριο για την πρώτη πρωινή πτήση και το απόγευμα περίμενε στο γραφείο του μέχρι το εργοστάσιο να αδειάσει. Περίμενε υπομονετικά να φτάσει η ώρα και όταν όλα ήταν έτοιμα έγινε το μακελειό. Οι εργάτες της πρωινής βάρδιας που φτάνουν εκείνη την ώρα, φορούν μάσκες και κατεβαίνουν στο υπόγειο. Ο Αντύπας έχει σπάσει όλες τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και μαζί τα έμβολα των συμπιεστών που διοχέτευαν την αμμωνία στις παγοκυψέλες. Η μεγάλη βαριά παρατημένη στο τσιμέντο και ο χρήστης ήδη μακριά. Ο ίδιος ο Αντύπας ταξίδευε για Αθήνα και μετά ποιός ξέρει για πού. Οι προσπάθειες για την ανεύρεσή του ακόμα και μέσω Ιντερπόλ δεν ευοδώθηκαν. Ο Αντύπας θα πέθανε άγνωστο πότε, έχοντας πάρει την εκδίκησή του. Το παγοποιείο που “του φόρτωσαν” δεν θα δουλέψει άλλο”.
Σύμφωνα με πληροφορίες της αρχαιολόγου κ. Λιάνας Σταρίδα στον υπόγειο χώρο του παγοποιείου υπάρχουν δεξαμενές τις οποίες η ίδια έχει επισκεφθεί. Πρόκειται για συνεχόμενες τοξοτές δεξαμενές, μεγάλου βάθους και έκτασης ανάλογης μ’ αυτή την έκταση που σήμερα καταλαμβάνει ο χώρος του παγοποιείου. Σήμερα αυτές έχουν κηρυχθεί διατηρητέες. Προφανώς γέμιζαν με τρεχούμενο νερό το οποίο προερχόταν από την κρήνη Μοροζίνι, περνούσε ευθεία από την Λόντζια, συνέχιζε να περνά από το χώρο του παγοποιείου (όπου και γέμιζαν μ’ αυτό οι υπόγειες δεξαμενές) και χυνόταν στην θάλασσα στο δεξιό μέρος, μόλις κατεβαίνουμε την 25η Αυγούστου.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Παγοποιεία πια δεν υπάρχουν, ούτε και παγοπώλες. Το ηλεκτρικό ρεύμα έχει κάνει αισθητή και καθοριστική την εμφάνισή του και έχει υποκαταστήσει τα πάντα. Πάγο σήμερα συναντάμε στα ψαράδικα, θρυματισμένο για τη συντήρηση των προϊόντων τους.
Θέλω να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που με βοήθησαν, δίνοντάς μου αρκετές πληροφορίες για το κείμενό μου αυτό. Τον κ. Κώστα Τοράκη, την κυρία Χρυσάννα Καρέλλη, τον κ. Ξενοφώντα Λήμνιο, τους αγαπητούς φίλους και μηχανικούς Βαγγέλη Ρομπογιαννάκη και Μανόλη Βασιλάκη, την αρχαιολόγο κυρία Λιάνα Σταρίδα. Επίσης πολλές πληροφορίες πήρα από το βιβλίο του Αντώνη Δαφέρμου με τίτλο: “Παραδοσιακά επαγγελματα που χάνονται” το οποίο μου χάρισαν οι καλοί μου φίλοι, ο εκ Ρεθύμνης κ. Μιχάλης Τρούλλης και ο γείτονάς μου Μανόλης Δρακάκης, υπεύθυνος των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Θα ήταν παράλειψή μου η μη αναφορά στον κ. Μαρίνο Ιδομενέως, του οποίου οι μαντινάδες με εντυπωσιάζουν, ολοένα και περισσότερο κάθε φορά:
“Της παγωνιέρας ήθελες
να πάρεις πανωπρούκι
ίσαμε που η αγάπη μας
γίνηκε καρδαμπούκι”, (πολυκρύωσε δηλαδή).
Τους ευχαριστώ θερμά όλους!

