Του Ν. Τσαγκαράκη
Κάθε καινούριο μουσείο είναι ευπρόσδεκτο στη φτωχή μας πόλη, φτάνει να εξυπηρετεί τους πολλούς κι όχι τον ένα.
Την προηγούμενη εβδομάδα πήρε το μάτι μου στα τοπικά δελτία ειδήσεων ένα ρεπορτάζ για την προετοιμασία της μόνιμης έκθεσης των αντικειμένων από την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «El Greco», η οποία θα στεγαστεί στην Πύλη Βηθλεέμ των ενετικών τειχών της πόλης.
Η εγκατάσταση της έκθεσης βεβαίως έχει προαναγγελθεί καιρό τώρα, και από την αρχή είχαμε εκφράσει τη διαφωνία μας, κρίνοντας ότι η αξία των κοστουμιών και των πινάκων της ταινίας υπερτιμάται και μάλιστα με κραυγαλέο τρόπο, όταν τόσα χρήματα δαπανώνται για να δημιουργηθεί μια έκθεση που δεν έχει πουθενά να παραπέμψει παρά σε μια ταινία η οποία αποτελεί υπόδειγμα κακού κινηματογράφου, εξαιτίας κυρίως του τουριστικού εθνικισμού της απεικόνισης και της ματαιοδοξίας του σκηνοθέτη της.
Είμαστε αντίθετοι στην έκθεση για πολλούς λόγους. Καταρχάς, επειδή αντίθετα από τη λογιότατη εικόνα που επιχειρεί να προωθήσει ο σκηνοθέτης για τον εαυτό του, σε μια μεγάλη μερίδα του τοπικού πληθυσμού έχει καταφέρει να κάνει ολοφάνερη δηλαδή την αχαλίνωτη φιλοδοξία του για προσωπικό γόητρο και αναγνώριση από τον τόπο του. Μόνο που και τα δύο αυτά μπορεί να τα πετύχει κανείς φτιάχνοντας έργα που λένε κάτι σημαντικό για τον τόπο αυτό, αντί ν’ αποτελούν ανιστόρητα φολκλορικά ιδεολογήματα χουντικών προτύπων και τουριστικής χρήσης.
Ο «El Greco» είναι μια κακή ταινία για διάφορους λόγους, πολλοί από τους οποίους είχαν εξηγηθεί στην κριτική της στήλης για το φιλμ. Το Ηράκλειο αντί να αγνοήσει τον κ. Σμαραγδή, τον υποδέχεται και του λέει κι ευχαριστώ για την παιδαριώδη, αναχρονιστική οπτική που του χαρίζει. Για τον κοινό θεατή, 800.000 εισιτήρια και κάμποσα κρατικά βραβεία κινηματογράφου ίσως ακούγονται βαρύγδουπα, ακόμα κι οι βραβεύσεις που έλαβαν η ταινία κι ο δημιουργός της στο εξωτερικό, και για τις οποίες δημοσιεύονταν δελτία τύπου κάθε λίγο και λιγάκι σε μια απελπισμένη προσπάθεια να πειστεί το τοπικό κοινό για την θριαμβευτική πορεία του άξιου τέκνου της (του σκηνοθέτη, όχι του ζωγράφου). Η τακτική είναι ολοφάνερη: επιχειρείται να συνδεθεί το όνομα του ενός δημιουργού μ’ εκείνο του άλλου, μπας και ‘κολλήσει’ λίγη από τη δόξα του, ένας φτηνός και ακατάλληλος τρόπος για να εξασφαλιστεί η καλλιτεχνική υστεροφημία.
Για την καλλιτεχνική αξία της έκθεσης δε, θα μπορούσαμε να πούμε ακόμη περισσότερα, αλλά θα βασίζονταν σε αμιγώς προσωπικό γούστο και εμπειρικές υποθέσεις, αφού η θεωρητική μας ειδίκευση εξαντλείται στον κινηματογράφο. Έτσι, για να μη μας περνάτε κι εντελώς κακεντρεχείς θα σας παραπέμψουμε στο σύντομο δοκίμιο «Ο Γκρέκο στη μεγάλη οθόνη», τη διάλεξη που έδωσε ο κ. Νίκος Χατζηνικολάου στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2007, λίγο μετά την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, και η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα. Ο κ. Χατζηνικολάου είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και υπεύθυνος ερευνητικού προγράμματος για το έργο του Θεοτοκόπουλου στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών στο Ρέθυμνο, οπότε οι θέσεις και τα επιχειρήματα με τα οποία υποστηρίζει την κακοτεχνία τόσο της ταινίας αλλά και των ζωγραφικών αντιγράφων που χρησιμοποιούνται στη σκηνογραφία της, ας θεωρηθούν πιο ολοκληρωμένα κι αξιόπιστα από τη δική μου εμπειρική τοποθέτηση.
Θα το γράψουμε ακόμη μια φορά και θ’ ακολουθήσουν κι άλλες. Αν μια ανιστόρητη, αφελής, απλοϊκή ταινία σαν τον «El Greco» καταφέρνει ν’ αποκτήσει τη δική της μόνιμη έκθεση, τότε θα πρέπει να γίνει απαίτηση της τοπικής κοινωνίας η πόλη ν’ αποκτήσει το δικό της κινηματογραφικό μουσείο. Πολλοί ίσως βρουν την ιδέα εξεζητημένη, αλλά το Ηράκλειο έζησε μια εποχή έντονης κινηματογραφικής δραστηριότητας, απομεινάρια της οποίας υπάρχουν διάσπαρτα ανάμεσα σε παλιούς αιθουσάρχες, συλλέκτες ή απλούς θεατές. Η κινηματογραφική ιστορία του Ηρακλείου είναι μακρόχρονη, πλούσια και φέρνει στο φως στοιχεία που αναδιαμορφώνουν την άποψή μας για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε το αστικό τοπίο του Ηρακλείου κατά τον 20ο αιώνα. Εξάλλου, ο κινηματογράφος διατηρούσε πάντα τη θέση του μέσα στην πολιτιστική ζωή της πολης, ισότιμα με κάθε άλλη τέχνη- αν και αυτό σήμερα δεν εξασφαλίζει τόσο την αναγνώρισή του όσο την καταδίκη του, όπως έχουν παραμεληθεί οι περισσότερες τέχνες στην πόλη τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς υποδομή και χωρίς ειδική μέριμνα.
Εκτός λοιπόν από το να εκφράσουμε την απογοήτευσή μας για την άτοπη κατανάλωση χρήματος κι ενέργειας για χάρη της ματαιοδοξίας διαφόρων, προτείνουμε τη δημιουργία ενός κινηματογραφικού μουσείου όπου θα εκτίθενται κινηματογραφικές μηχανές, φωτογραφίες, αντικείμενα από παλιές αίθουσες, διαφημιστικά φυλλάδια, και ό,τι άλλο θα μπορούσε να χρησιμεύσει στους πολίτες για να δημιουργήσει μια όσο το δυνατό πιο ζωντανή αίσθηση του κινηματογραφικού παρελθόντος του Ηρακλείου, και να τους εξοικειώσει με μια πλευρά της πολιτιστικής δραστηριότητας την οποία μέχρι τώρα αγνοούσαν, παρότι αποτέλεσε ένα εξαιρετικά δραστήριο κομμάτι της τοπικής ζωής. Ας ελπίσουμε ότι ο δήμος Ηρακλείου δε θα αναλωθεί σε κινήσεις εντυπωσιασμού όπως το μουσείο της ταινίας, και ότι θα φροντίσει να δημιουργήσει έναν εκθεσιακό χώρο, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και τα αντικείμενα της ταινίας του Σμαραγδή, όπως και άλλων κινηματογραφικών ταινιών που γυρίστηκαν στην πόλη μας, στον νομό ή στο νησί. Φοβάμαι όμως ότι τέτοια ματαιοδοξία και εγωισμός, στα μεγέθη με τα οποία έχουν εκφραστεί μέχρι τώρα, θα είναι πολύ μεγάλα για να περιοριστούν σε κάτι λιγότερο από το δικό τους, ανεξάρτητο βασίλειο.

