Του Χρήστου Κάτσικα

Aνοίγοντας το κεφάλαιο των συστημάτων πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εύκολα διαπιστώνει κανείς δυο πράγματα: πρώτον, ότι αποτελούν την «ψυχή» των αναρίθμητων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και αντιμεταρρυθμίσεων των τελευταίων 35 χρόνων.

Δεύτερον, ότι η διακήρυξη των όποιων αλλαγών στις εξετάσεις χρησιμοποιείται, συνήθως, ως επικοινωνιακή τρίπλα του ΥΠΕΠΘ, για να καλυφθούν με τη «σκόνη» που σηκώνουν, οι βαθιές πληγές που έχουν χαραχθεί στο σώμα του δημόσιου σχολείου.

Πριν 30 χρόνια, το Νοέμβριο του 1978, το νέο σύστημα «Πανελλήνιες Εξετάσεις» παρουσιάζεται με πανηγυρισμούς από την πλευρά της εκπαιδευτικής ηγεσίας που δεν διστάζει να αναγγείλει δια στόματος του υφυπουργού Παιδείας Βασίλη Κοντογιαννόπουλου (Ν.Δ) ότι «η εισαγωγή στα Πανεπιστήμια με το νέο σύστημα θα γίνεται χωρίς εξετάσεις» και ότι «δεν θα εξαρτάται στο εξής από παράγοντες όπως τα φροντιστήρια και η τύχη».

Φυσικά, η βασική «καινοτομία» των Πανελληνίων Εξετάσεων, δηλαδή η διπλή εξεταστική δοκιμασία (Β΄ και Γ΄ Λυκείου), όχι μόνο δεν έφερε την πολυθρύλητη και πολυδιαφημιζόμενη Ελεύθερη Εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, αντίθετα, όξυνε τις εκπαιδευτικές ανισότητες και «καθιέρωσε», πραγματικά, την ταχύτατη εξάπλωση των φροντιστηρίων, αφού μετέτρεψε τη Λυκειακή Βαθμίδα σε εξεταστικό κέντρο.

Το 1983 οι «Πανελλήνιες Εξετάσεις» μετονομάζονται σε «Γενικές Εξετάσεις». Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις το νέο σύστημα στόχευε στην «ελάττωση της απορρύθμισης της λειτουργίας του Λυκείου» με τον περιορισμό των Γενικών Εξετάσεων μόνο στη Γ΄ Λυκείου. Επίσης στόχευε στην «αύξηση της ισότητας ευκαιριών» με το «άνοιγμα των Πανεπιστημίων» και «στον περιορισμό της εξάπλωσης των φροντιστηρίων».

Με κάποιες παραλλαγές το σύστημα των Γενικών Εξετάσεων μέχρι το 1998. Το αν εκπλήρωσε τους στόχους του το δείχνουν καθαρά τα παρακάτω αποκαλυπτικά στοιχεία : Το 1983 λειτουργούσαν στη χώρα μας 1000 περίπου φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης. Δέκα πέντε χρόνια αργότερα τα «επίσημα» φροντιστήρια είχαν υπερδιπλασιαστεί, ενώ εκατοντάδες άλλα λειτουργούσαν «ανεπίσημα».

Το 1997, ο Υπουργός της Παιδείας Γερ. Αρσένης «γέμισε» τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων με τις εξαγγελίες για την κατάργηση των Γενικών Εξετάσεων και την ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια. Η συνέχεια; Τα δυο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χιλιάδες μαθητές όχι μόνο δεν είχαν πρόσβαση στα ΑΕΙ-ΤΕΙ αλλά «κόπηκαν» ακόμη και από τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τη Β΄ ή τη γ΄ Λυκείου. Παράλληλα ενώ το 1994 το ποσοστό των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολουθούσαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 55 - 60% το 2000 ξεπέρασαν το 85%!

Από το 2005 το ΥΠΕΠΘ επιβάλλει την περιβόητη «βάση του 10», την οποία παρουσίασε ως ελιξίριο που θα δώσει τη δυνατότητα στο Λύκειο να οικοδομήσει «τη μορφωτική του αποστολή και δυναμική ως σχολείο γενικής μόρφωσης», θα καλλιεργήσει «το ενδιαφέρον των μαθητών για την απόκτηση της γνώσης στο σύνολο των μαθημάτων του Λυκείου», θα «αυξήσει τον ελεύθερο χρόνος των μαθητών» και «θα περιορίσει το φροντιστήριο». Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική καθώς δεν επρόκειτο παρά για μια επιχείρηση νομιμοποίησης του εξοστρακισμού των πιο αδύνατων κοινωνικά και σχολικά και για ένα «στένεμα» των διόδων των Πανεπιστημίων που «έκλεινε το μάτι» στα εκατοντάδες Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών και των λεγόμενων Κολλεγίων στα οποία προσφέρονταν έτοιμη πελατεία το «πλεόνασμα» των υποψηφίων που δεν θα εισάγονταν.

ΤΟ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΠΡΟΣΤΑ

Την τελευταία περίοδο το ΥΠΕΠΘ προσπαθώντας να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό του νεανικού θυμού και της κοινωνικής αγανάκτησης, άνοιξε για μια ακόμη φορά (για 4η από το 2006) το «εξεταστικό» καλώντας παράλληλα σε διάλογο τους εκπαιδευτικούς φορείς και σε προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή τα κόμματα.

Οι «τροχιοδεικτικές» προτάσεις του προέδρου του ΕΣΥΠ κ. Βερέμη επικέντρωσαν στην αντικατάσταση του σημερινού συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στην αποσύνδεση του Λυκείου από το σύστημα πρόσβασης. Στο πολυπαιγμένο εκπαιδευτικό δραματολόγιο, ήρθε να βρει αγκυροβόλιο η πρόταση για μεταλυκειακό - προπαρασκευαστικό έτος για την εισαγωγή σε ΑΕΙ - ΤΕΙ «πασπαλισμένη» με τις γνωστές υποσχετικές για «ανάκτηση του αυτόνομου ρόλου του Λυκείου, αποδυνάμωση της παραπαιδείας , αντικειμενική επιλογή κλπ» .

Ποια είναι τα «πυροτεχνικά» του όπλα:

α. Η διαδικασία διαλόγου, ώστε να εμπλέξει αθώους φορείς και, έτοιμους από καιρό, καιροσκόπους.

β. Η «ελάφρυνση» του Λυκείου ως προθάλαμος εξετάσεων.

γ. Η μεγαλύτερη εισροή μαθητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Ωστόσο, η εκπαιδευτική κοινότητα έχει τρεις χιλιάδες λόγους να είναι επιφυλακτική και εχθρική.

• Γιατί η χρηματοδότηση της Παιδείας παραμένει στο χαμηλότερο ποσοστό της τριακονταετίας. Είναι χαρακτηριστικό πως ο «σέρτικος» λόγος του Κ. Καραμανλή στη Βουλή αφιέρωσε μόνο (!) τέσσερις αράδες στην Εκπαίδευση και αυτό αφορούσε ένα νέο τρικ.

• Γιατί η άρχουσα τάξη και το κυβερνητικό κόμμα δεν μιλάει για τα 100 χιλιάδες παιδιά (αλλοδαποί, φτωχοί, ανάπηροι κ.λπ.) που είναι εκτός σχολικών δομών. • Γιατί κανένα μέτρο δεν λαμβάνεται τόσο για τη μαθητική διαρροή όσο και για τις «αντισταθμιστικές εκπαιδευτικές δράσεις».

• Γιατί διατηρείται το ανισότιμο κοινωνικά και εκπαιδευτικά διπλό (τριπλό) σχολικό δίκτυο (Γενικό Λύκειο – ΕΠΑΛ – ΕΠΑΣ)?

• Γιατί κανένα μέτρο δεν λαμβάνεται για την ποιότητα της διδασκαλίας (επιμόρφωση εκπαιδευτικών- ύλη κ.λπ.).

• Γιατί το «εξεταστικό της εισαγωγής στα ΑΕΙ - ΤΕΙ» δεν αναφέρεται στα εξεταστικά πλέγματα που κόβουν τους φτωχούς.

• Γιατί διατηρείται η βάση του 10.

• Γιατί διατηρείται ο κλειστός αριθμός εισακτέων (numerus clausus)

• Γιατί δεν λαμβάνονται μέτρα για την ανεργία που σήμερα κρατάει στο περιθώριο το 25% των νέων πτυχιούχων.

Η πραγματική στόχευση είναι να αποπροσανατολίσουν, για να κουκουλώσουν αθόρυβα τα εκπαιδευτικά προβλήματα, που έχουν μετατρέψει τη δημόσια εκπαίδευση σε διακεκαυμένη ζώνη, με δόλωμα τη «φαεινή» ιδέα ότι το σχολείο μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο με μια τεχνητή αλλαγή του τρόπου πρόσβασης.

Το λεγόμενο μεταλυκειακό έτος του κ. Βερέμη, την ίδια στιγμή που δεν θίγει την εκπαίδευση της ακριβοπληρωμένης αμάθειας, φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα δεύτερο «γύρο» επιλογής (ο πρώτος στο Λύκειο), που ρυμουλκεί στην τροχιά του την επιστροφή της «κρισάρας» με στενότερες ακόμη τρύπες ...

Παράλληλα, η πρόταση για μεταλυκειακό έτος συνοδεύεται, χωρίς να δηλώνεται επίσημα, με μια κρυφή ατζέντα που περιλαμβάνει την αφαίρεση μια τάξης από την υποχρεωτική εκπαίδευση, ή ενός έτους από το Πανεπιστήμιο, το «τεστ αυτογνωσίας» για να εσωτερικεύει κάθε μαθητής από νωρίς το πόστο του αλλά και την επαναφορά εξετάσεων στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Επειδή όλα αυτά ισχύουν και μάλιστα στο πολλαπλάσιο, οφείλουμε τώρα, πριν πάρουν τη ρεβάνς απέναντι στη νεολαία, να οργανώσουμε τον δικό μας «κοινωνικό αντίλογο». Σχεδιάζοντας με τα ζωντανά κομμάτια αυτού του τόπου τη ρεαλιστική, παιδαγωγικά ορθή, βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη απάντησή μας.

Ψυχή της θα είναι: Να μορφώνονται όσο το δυνατόν περισσότεροι όσο το δυνατόν καλύτερα.