Του Ν. Τσαγκαράκη

Μια ταινία για έναν άνθρωπο που σ’ ένα ψυχρό μέρος προσπαθεί να κρατήσει την καρδιά και την ελπίδα του ζεστή.



H ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΖΩΗ ΤΟΥ Κ. ΧΟΡΤΕΝ

Ο’ HORTEN



Σκην.: Μπεντ Χάμερ

Πρωτ.: B¨rd Owe, Espen SkjΩnberg, Ghita NΩrby, Henny Moan



Ο κ. Χόρτεν είναι ένας μηχανοδηγός που βγαίνει στη σύνταξη και πρέπει να βρει τρόπο να αξιοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο του. Πριν ακόμη αποφασίσει πώς θα ξεκινήσει την καινούρια του ζωή, μπλέκεται σε απίθανες συμπτώσεις που τελικά τον οδηγούν να επιλέξει τη μάλλον καταλληλότερη διέξοδο.

Ένας εύκολος αν και κάπως στερεότυπος τρόπος να ξεκινήσουμε την κουβέντα γι’ αυτή την ταινία, είναι να πούμε ότι ο ‘φινλανδικός’ χαρακτήρας της είναι το προφανέστερο προσόν της, παρότι η μοναξιά, η εσωστρέφεια και η μελαγχολία υπήρχαν και στην προηγούμενη, εντελώς ‘αμερικανική’ ταινία του Χάμερ, «Factotum».

Η διαφορά εντοπίζεται αφενός στην τοποθεσία της ιστορίας, που εκτυλίσσεται στην υποτονική Νορβηγία, αφετέρου στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα που είναι διαμετρικά αντίθετος από τον Τσινάσκι του Ντίλον. Ο Χόρτεν είναι ένας χαμηλόφωνος, σχεδόν αμίλητος, προσηνής, ευγενικός, σχεδόν αόρατος ανθρωπάκος, για την προηγουμένη ζωή του οποίου παρότι δε μαθαίνουμε τίποτα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν υπήρξε ιδιαιτέρως συναρπαστική. Αντιθέτως, η αφήγηση μάς δίνει να καταλάβουμε ότι πρόκειται για μια ζωή δίπλα στη μητέρα του, την οποία υπερ-αγαπά, χωρίς αξιομνημόνευτη ερωτική ζωή.

Η τακτική του σεναρίου είναι να ‘σπρώχνει’ τον ήρωα ακούσια σε καταστάσεις που ενέχουν τον κίνδυνο να τον μπλέξουν άσχημα, αλλά τον ‘απαλλάσσει’ με σχετική ευκολία (ίσως εδώ θα μπορούσαν να εντοπιστούν τα όποια παράπονα για το σενάριο- η σκηνή του αεροδρομίου διαρκεί αδικαιολόγητα και χωρίς το χιουμοριστικό αντίκρισμα που θα ήθελε να πετύχει, η σκηνή με τις γόβες φαίνεται αταίριαστη), ίσα-ίσα για να νιώσει το ρίσκο που δεν είχε νιώσει τόσα χρόνια.

Με δεδομένη την κατάληξη της ταινίας, τα γεγονότα της πλοκής μοιάζουν σαν τη μουδιασμένη, αμήχανη φάση κάποιου που προσπαθεί να σταθεί έπειτα από μακροχρόνιο ξάπλωμα. Η πραγματική ζωή με τα απρόοπτά της, ξενίζει τον Χόρτεν χωρίς να τον φοβίζει, ούτε να τον αποξενώνει. Απλώς προσπαθεί να συνηθίσει για να ξεκινήσει απ’ την αρχή.

Τα τρία από τα τέσσερα περιστατικά στα οποία “εγκλωβίζεται” προσωρινά, συνδέονται με τρεις διαφορετικές ηλικιακές φάσεις του ανθρώπου: το παιδί στην πολυκατοικία με τη σκαλωσιά, το νεαρό ζευγάρι στην πισίνα, και ο Σίσενερ στο τέλος. Σε καθένα απ’ αυτά, παίζει διαφορετικό ρόλο που τον φέρνει μπροστά από τις ανάγκες της ηλικίας του. Το παιδάκι τον χρειάζεται να νιώσει ασφάλεια και να κοιμηθεί. Γίνεται περιττός κι ενοχλητικός στη φάση του νεαρού ζευγαριού στην πισίνα, οπότε φεύγει όσο μπορεί πιο διακριτικά. Και βέβαια, η γνωριμία του με τον Σίσενερ τον κάνει ίσως να σκέφτεται ότι πλησιάζει την ηλικία όπου οι αισθήσεις και η συνείδησή του δε θα λειτουργούν εξίσου ικανοποιητικά.

Το άλμα με τα πέδιλα είναι μια κίνηση διπλής σημασίας, τόσο ικανοποίηση του απωθημένου της μητέρας του, όσο και σημάδι της δικής του απελευθέρωσης, η οποία αποβαίνει ευνοϊκά κι ελπιδοφόρα στην τελευταία σκηνή, όπου ο Χόρτεν πια έχει απαλλαγεί από τη μαύρη, στενόχωρη στολή του και τη μπριγιαντίνη απ’ το μαλλί, φοράει όμορφα καθημερινά ρούχα, πάντοτε καθαρός και μετρημένος, αλλά αυτή τη φορά μ’ ένα χαμόγελο που αναδεικνύεται από το πρώτο ίσως (αν πρόσεξα καλά) κοντινό πλάνο του- σίγουρα πάντως το πιο δραστικό και αποκαλυπτικό.

Η στατικότητα των ημιφωτισμένων, ήσυχων, υπομονετικών πλάνων σε συνδυασμό με την ενεργή εικαστικότητα των κάδρων (η σκαλωσιά, η πισίνα, το σπίτι του Σίσενερ, τα κάδρα-ταμπλό του αεροδρομίου) αποδίδουν τη νωχελικότητα μιας ζωής που έχει φτάσει κουρασμένη (και σ’ ένα βαθμό εύλογα απογοητευμένη) στο προτελευταίο της στάδιο, αναζητώντας έναν αξιοπρεπή τρόπο μετάβασης στο τελευταίο. Η ταινία επιβραβεύει τον ήρωά της για την πραότητα, την καλοσύνη και την υπομονή του, και του επιτρέπει να κλείσει τη ζωή με την προοπτική της ευτυχισμένης συντροφικότητας, συνοδευμένης από το όμορφο μουσικό θέμα του John Erik Kaada.