Του Ν. Τσαγκαράκη

Ένα συναρπαστικό κατασκοπικό θρίλερ, μία ακόμη προσθήκη σ’ ένα είδος που συνεχώς εμπλουτίζεται.



Η ΠΛΕΚΤΑΝΗ (BODY OF LIES)



Σκην.: Ρίντλεϊ Σκοτ

Πρωτ.: Λιονάρντο Ντι Κάπριο, Ράσελ Κρόου, Μαρκ Στρονγκ, Γκολσίφτε Φαραχάνι, Καΐς Νασίφ



O Ρότζερ Φέρις είναι πράκτορας της CIA τοποθετημένος στη Μέση Ανατολή, όπου ερευνά τη δραστηριότητα ενός τρομοκρατικού πυρήνα ο οποίος πραγματοποιεί επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις. Βρίσκεται σε συνεχή συνεννόηση με τον προϊστάμενό του στις Η.Π.Α., Εντ Χόφμαν, ενώ συνεργάζεται παράλληλα με τον επικεφαλής των ιορδανικών μυστικών υπηρεσιών. Για να ξεσκεπάσουν τους τρομοκράτες, θα πρέπει πρώτα να συμβιβάσουν τις διαφορετικές μεθόδους εργασίας τους και να ρυθμίσουν τις ισορροπίες εξουσίας μεταξύ τους.

Πριν περάσουμε στη συγκεκριμένη ταινία, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τίτλους όπως «Syriana» (Στήβεν Γκάγκαν, 2005), «The kingdom» («Ζώνη υψηλού κινδύνου, Πήτερ Μπεργκ, 2007) «Rendition» («Έκδοση κρατουμένου», Γκάβιν Χουντ, 2007), και «Traitor» («Παιχνίδι θανάτου», Τζέφρυ Ναχμάνοφ, 2008), οι οποίοι είναι μόνο οι πιο πρόσφατοι στην κατηγορία ταινιών που ασχολείται με τα πολιτικο-στρατιωτικά παιχνίδια στη Μέση Ανατολή και τον ‘πόλεμο’ που διεξάγει η CIA ενάντια στους φονταμενταλιστές ισλαμιστές τρομοκράτες.

Ακολουθώντας την παράδοση του είδους, η απεικόνιση των γεγονότων της πλοκής είναι απαλλαγμένη από ηρωισμούς ή εξωπραγματικά κατορθώματα. Οι σκηνές δράσης δεν αυτονομούνται σημαντικά από την υπόλοιπη πλοκή, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας διεκπεραιώνει καταστάσεις με πολύ κόπο, ρίσκο, και κυνισμό. Ο Σκοτ βέβαια είναι ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες δράσης, οπότε μην εκπλαγείτε όταν δείτε τα επιβλητικά ελικόπτερά του και τις τεράστιες εκρήξεις του να κατακλύζουν την οθόνη. Η διαφορά είναι ότι οι σκηνές δράσης σκόπιμα δε διαρκούν πολύ για να μην επισκιάσουν τη δολοπλοκία ανάμεσα στις μυστικές υπηρεσίες που είναι το επίκεντρο του σεναρίου, είναι πάντοτε ‘προσγειωμένες’ αποσκοπώντας σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη αληθοφάνεια, ενώ οι εκβάσεις τους έχουν άμεσο αντίκτυπο στην εξέλιξη της ιστορίας (π.χ. οι παρεμβάσεις του Εντ και του Χάνι που προκαλούν τη διαφυγή του Καραμί, την αιχμαλωσία της Αΐσα και του ίδιου του Ρότζερ). Η ταινία καταφέρνει έτσι να διατηρήσει το ενδιαφέρον και την ένταση της πλοκής χωρίς να καταφεύγει σε απανωτούς εντυπωσιασμούς που θα φαίνονταν αταίριαστοι με το γενικότερο κλίμα στρατηγικού ρεαλισμού που κατασκευάζει επιτυχημένα. Σ’ αυτό συμβάλλει πρωτίστως το περίπλοκο αλλά ευτυχώς περίτεχνο σενάριο του Μόναχαν, και στην πλούσια, ζωντανή φωτογραφία του έμπειρου τεχνικού Αλεξάντερ Γουίτ, μέχρι τώρα σκηνοθέτη δεύτερου συνεργείου σε φημισμένες ταινίες δράσης όπως «The X-Files», «Gladiator», «The Bourne identity» και «Casino Royale».

Στα 34 χρόνια του, ο Ντι Κάπριο έχει καταφέρει πλέον να αποτινάξει την εικόνα του teen idol, κι εκτοπίζει εύκολα τον Κρόου στη θέση του συμπληρωματικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο δεύτερος στερείται ενδιαφέροντος. Αντιθέτως, φτιάχνει έναν επιθετικό αξιωματούχο που αντλεί την υπεροψία του από την αδιαμφισβήτητη εξουσία που του παρέχει η θέση του, και η οποία του επιτρέπει να μην υψώνει τη φωνή του σε καμιά στιγμή της υπόθεσης, παρά να διεκδικεί τους στόχους του με την αλαζονική αταραξία και το υποτιμητικό χιούμορ ενός μαριονετίστα. Σε μια ενδεικτική στιγμή του χαρακτήρα του, όταν η γυναίκα του τον ρωτάει γιατί είναι ξύπνιος από τα ξημερώματα, εκείνος απαντάει ‘σώζω τον κόσμο γλυκιά μου’, μια απάντηση με ίχνη κυνισμού, μεγαλομανίας αλλά και πλήρους άγνοιας (ή παραγνώρισης) της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Ο Ρότζερ του Ντι Κάπριο ωστόσο είναι ο φορέας της ‘επίσημης’ ρητορικής του φιλμ, που διακηρύττει την υποκρισία, το θράσος, την εγκληματική παρεμβατικότητα των μυστικών υπηρεσιών και της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως ενσαρκώνονται από τον Εντ. Ο Ρότζερ είναι από την αρχή αντίθετος με τις μεθόδους του προϊσταμένου του, δείχνοντας μεγαλύτερη ευαισθησία προς τους πληροφοριοδότες τους, περισσότερο σεβασμό προς τον Χάνι και κατανοώντας τη σχετικότητα των καταστάσεων αφού σε αντίθεση με τους συναδέλφους του στο Λάνγκλεϊ, όσα εκείνοι ερμηνεύουν και επιδιώκουν μέσα από στατιστικές, για εκείνον αποτελούν φριχτή καθημερινότητα.

Βέβαια τέτοιες ταινίες μπορούν πάντα να κατηγορηθούν ότι πριν αποκηρύξουν τη CIA και τις δραστηριότητές της, έχουν φροντίσει να υποβάλουν τον θεατή σε μεγαλοπρεπή επίδειξη της τεχνολογικής ισχύος της, προπαγανδίζοντας την ικανότητά της να παρεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη επιθυμεί ανά πάσα στιγμή- ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτός ο βαθμός ικανότητας και ετοιμότητας ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα- το γόητρο είναι που μετράει.

Ως αντεπιχείρημα όμως, ισχύει επίσης ότι η τεχνολογική επιδειξιμανία ήταν πάντοτε αναπόσπαστη σύμβαση των κατασκοπικών ταινιών δράσης, και διαχέεται μέσα στην πλοκή ως στοιχείο εντυπωσιασμού, εξισορροπώντας την έλλειψη πρωτότυπης, εκτεταμένης ή εξωφρενικής δράσης.

Επιπλέον το σενάριο φροντίζει να καταστήσει τη θέση του Ρότζερ αρκετά σαφή, εφόσον παρουσιάζεται να παραμένει στη δουλειά με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα είναι σε θέση να υλοποιεί τα σχέδιά του με τους δικούς του όρους, κάτι που όχι απλώς συνειδητοποιεί ότι δε θα συμβεί ποτέ, αλλά ότι κι ο ίδιος κινδυνεύει να πέσει θύμα της στρατηγικής που υπηρετεί. Στην τελευταία του συζήτηση με τον Εντ επιλέγει να παραιτηθεί καθώς προτιμά την ανεξαρτησία του μακριά από τις ‘βρωμιές’ της Υπηρεσίας, παρά μια σίγουρη καριέρα στη σκιά αδίστακτων αξιωματούχων. Επίσης, η αισθηματική του επιδίωξη ενισχύει ακόμη περισσότερο την ανθρωπιστική πλευρά του, σε αντίθεση με τον υπολογιστικό χαρακτήρα του Εντ, ο οποίος βρίσκεται μονίμως με το hands-free στο αφτί, και η σχέση του με τα παιδιά του αφαιρεί κάθε ίχνος συμπάθειας που διαφορετικά ίσως βοηθούσαν να διατηρηθεί γι’ αυτόν.

Ο τρόπος με τον οποίο το φιλμ συναινεί στις αριστερές επικρίσεις τη αμερικανικής πολιτικής (ή τις παρακάμπτει;), παρουσιάζεται στη σκηνή του γεύματος στο σπίτι της Αΐσα, όπου η αδερφή της επιτίθεται στον Ρότζερ για τον παρεμβατισμό των Η.Π.Α. Στο πλαίσιο της σκηνής το σχόλιό της παρουσιάζεται ως άκαιρο και πλεονάζον, στο βαθμό που ο Ρότζερ αποδεικνύεται πιο ευθύς κι έξυπνος απ’ ό,τι εκείνη περίμενε, αρκετά για να παραδεχτεί τη ζημιά που έχει προκαλέσει η χώρα του και να διαχωρίσει τη θέση του.

Τελικά, το φιλμ καταλήγει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε με το αρχικό απόφθεγμα, για τον κύκλο της κλιμακούμενης βίας που τροφοδοτείται κι από τις δύο πλευρές, συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν κι οι υπόλοιπες ταινίες της κατηγορίας, προσφέροντας αμφιλεγόμενα ερείσματα για την πολιτική κριτική που είναι ικανό ν’ ασκήσει το Χόλυγουντ.