
“…Θα επεθύμουν να γνωρίσετε δύο εκ των μάλλον αγαπητών μου συμμαθητών, τον Νικόλαον Καζαντζάκη και τον Γεώργιον Φανουράκην, φοιτητάς της Νομικής, ελθόντας πρό τινος αυτόσε.
Αμφότεροι γνωρίζουσι τα γαλλικά και προ πάντων ο πρώτος, όστις έμαθεν κατά το παρελθόν καλοκαίρι εντός ενός μηνός και τα Ιταλικά. Ούτος είναι λίαν ευφυής, ευγενής και ιπποτικού χαρακτήρος ..Ίσως έλθωσιν ποτε ίνα σας γνωρίσωσι …»
Με τα παραπάνω λόγια ο Χαρίλαος Στεφανίδης, συστήνει το Γιώργη Φανουράκη και το Νίκο Καζαντζάκη, τους δυο του φίλους, στον αδελφό του Δημοσθένη, που ζούσε στην Αθήνα, γράφοντάς του από το Καστέλι Πεδιάδος στα μέσα του Οκτώβρη του 1902.
Δεν γνωρίζουμε αν και ποτέ συναντήθηκε στην Αθήνα με τους νεαρούς, ηρακλειώτες φοιτητές της Nομικής ο Δημοσθένης Στεφανίδης, ο αδελφός του όμως ο Χαρίλαος συνδέθηκε με το μεγάλο κρητικό με μια στενή φιλία, που έμεινε ανέγγιχτη από τη φθορά για περισσότερο από πενήντα χρόνια.
Ο Νίκος, ο Δημοσθένης Γραμματικάκης, ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης, ο Γεώργης Φανουράκης, ο Μανώλης Γεωργιάδης, και ο Χαρίλαος, αντάμωσαν στις τάξεις του Γυμνασίου Ηρακλείου, στη Στρατώνα της Πλατείας των Τριών Καμαρών, στα πρώτα χρόνια της ελεύθερης και ευτυχούσης πια πατρίδας, στις αρχές του 1900 και μέχρι το 1902.
…Μούρθε στο νου η εικόνα του Μανώλη Γεωργιάδη. Τον βλέπω να περνά κάποτε από τη μέση της Πλατείας Τριών Καμαρών, απ΄ εκεί που κάθομαι (μόνος και εγώ στη λιακάδα κάποτε), σκυφτός, αμίλητος, αφηρημένος, ασπρισμένος στα απομεινάρια των μαλλιών του. Και άθελα μου γυρίζω τα μάτια μου από πάνω του, στη Στρατώνα, στο Δωμάτιο της Δης Τάξης…Θυμάται χρόνια μετά, το Μάρτιο του ’33, ο Χαρίλαος.
Ο Χαρίλαος, γιος του Αλέξανδρου και της Μαριγώς, μαζί με τα αδέλφια του Δημοσθένη και Γεώργιο, είχε βρεθεί στην Αθήνα στα χρόνια της τελευταίας Κρητικής Επανάστασης, 1896-1899.
Δύσκολα χρόνια για την Κρήτη, και ο πατέρας Αλέξανδρος, προαισθανόμενος λες τα κακό, τη μεγάλη σφαγή, είχε στείλει τα νεώτερα μέλη της οικογένειας με τη μητέρα τους στην πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, για να σωθούν και παράλληλα να μη διακόψουν τις σπουδές τους.
Επιστρέφοντας στην απελευθερωμένη Κρήτη ο Χαρίλαος θέλησε να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας πολλές. Η ευγενική οικογένεια των Στεφανίδηδων από τους Βόρους, σπούδαζε εκείνη την εποχή τρία παιδιά. Τα ενδιαφέροντα του ανήσυχου Χαρίλαου από την άλλη πολλά: λογοτεχνία, μουσική, φωτογραφία, φυσική.
΄Ετσι, σε ό,τι δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει ο πατέρας ή η μάνα του η Μαριγώ, απευθύνεται στην αγαπημένη του γιαγιά, την Αικατερίνη Αργυράκη, για να του δώσει τα αναγκαία: Άλλοτε 4,5 γρόσια για να αγοράσει ένα αγγλικό στρατιωτικό σακίδιο δια τας τροφάς εις τα σχολικάς εκδρομάς και άλλοτε ένα μετζίτι, για να αγοράσει ένα ταμπουρά, να παίζει τις ώρες της σκόλης του και προς Θεού όχι στις ώρες της μελέτης.
Γρήγορα ο ταμπουράς δεν του αρκεί. Θέλει, επιδιώκει τα δύσκολα, αλλά αυτή τη φορά τα ζητά απ’ αλλού. Γράφει στον αθηναίο αδελφό του, το Δημοσθένη, χρόνια γραμματέα των Συνόδων της Κρητικής Βουλής, κι αργότερα, μετά την Ένωση, στενογράφο της Γερουσίας και της Βουλής, να του στείλει μαζί με τα τεύχη της «Διάπλασης των Παίδων», που του έλειπαν, και ένα βιολί: …Φαντάσου, λέω, να ‘ μεθα όλη η τάξις εδώ! Ν’ αποτελέσωμεν ένα σύνδεσμο, να μαζευόμεθα κάθε βράδυ σε καμία κάμερα, να’ χομε τον Στεφανίδη να μας παίζει βιολί. Θυμάσαι ακόμη τον κρητικό εκείνον σκοπό που σε παρακαλούσαμε συχνά στην τάξη να μας παίξεις και εσύ εδίσταζες και με πολλά παρακάλια τον έπαιζες επί τέλους… (Γράφει ο Ν. Καζαντζάκης στα 1903).
Στην τελετή επίδοσης των απολυτηρίων του, οι ανήσυχοι απόφοιτοι του 1902 ετοίμαζαν ..να παραστήσωμεν τον Οιδίποδα Τύραννον.. κι ο Μυστριώτης απαντών εις την επιστολήν του κ. Περδικάρη, ζητούντος τον διάκοσμον και τας στολάς, απαντών εκφράζει τον ενθουσιασμόν του υπέρ της ιδέας. Ο δε Ν. Φουντουλάκης ελθών εις Αθήνας, απέστηλεν το μέλος των χορικών ασμάτων, άτινα αρχίσαμεν να μανθάνομεν ..κατέρχεται και ο Κυπαρίσσης ίνα μας διδάξει την υπόκρισιν ..Τα εισπραχθησόμενα χρήματα θα είναι υπέρ των αναγκών του Γυμνασίου…
Στις εξετάσεις που ακολούθησαν ο Χαρίλαος επέτυχε βαθμό απολυτηρίου 7.5/12, για 1/12 δεν καταφέρνει να γίνει δευτεροβάθμιος καθηγητής. Έτσι, στις 31 Αυγούστου 1902, δημοσιεύεται στο φύλλο της Κυβερνήσεως της Κρητικής Πολιτείας, ο διορισμός του ως ελληνοδιδασκάλου στο Δημοτικό Σχολείο Καστελίου Πεδιάδος.
Το φθινόπωρο του 1902 η παρέα χωρίζει. Ο Νίκος φεύγει για την Αθήνα, την πρώτη στάση του αδιάκοπου ταξιδιού του στη ζωή και στον κόσμο, αντίθετα ο Χαρίς μένει πίσω, στο γενέθλιο τόπο, αναβάλλει τις πανεπιστημιακές σπουδές στη Φαρμακευτική για δυο χρόνια, μέχρι να εξοικονομήσει τα αναγκαία, δουλεύοντας ως δάσκαλος στο Καστέλι και στην Πόμπια.
Έτσι αρχίζουν τα γράμματα να γεφυρώνουν το βοριά μ’ αγάπης ομιλία, για τα χρόνια που θα ‘ρχονται και θα περνούν: … Πολυαγαπημένε μου Χαρίλαε, γράφει το Μάρτιο του 1903 ο πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Νίκος στο φίλο του στο μοναχικό Καστέλι, πόσο μ’ αρέσει να κάθομαι μόνος στην κάμερα μου, να ξεχνώ, την αθηναϊκή ζωή και να κουβεντιάζω μαζί σου. Γίνομαι τότε καλύτερος Στεφανίδη, η ψυχή μου καθαρίζεται, ομορφαίνει μέσα στις αναμνήσεις του περασμένου καιρού. Ω! να μπορούσα μαζί σου μέσα στην ερημιά της εξοχής, κάτω από τα φυλλώματα των δένδρων να γείρω το κεφάλι και να σου πω την ιστορία της παράξενης της καρδίας μου! Πόσο θα ήθελα να΄ρχόμουν να σ΄ έβλεπα. Εδώ μέσα η καρδιά σφίγγεται, δεν μπορεί να ανοιχτεί. Το δάκρυ ντρέπεται να προβάλει. Αλλά εκεί, κάτω από τα δένδρα, μέσα στον καθάριον ουρανό, η καρδιά ανοίγεται και λέει την αγάπη της. Θα με νοιώσεις εσύ Χαρίλαε!
Η ζωή όμως που νοσταλγεί ο Νίκος για το Χαρίλαο είναι χαρακτηριστικά μονότονη και απελπιστικά μελαγχολική: Τελείως με ηκολούθησας στη χωρική μου ζωή και σαν Χριστός με είδες υπό την εληάν όμφακες τζιμπούντα. Τι τα θέλεις με καταστρέφει η εδώ ζωή μου. Μολονότι τας ιδέας που μου συνιστάς προ πολλού εγκάλιασα, …όμως όταν τον θόρυβον του κόσμου αποφύγω και εδώ στην ερημιά μου και στην ελιά μου καθίσω, δεν είναι δυνατόν παρά το μυαλό μου να πετάξη. Νομίζω πως ετούτο ανεβαίνει πιο ψηλά σαν μαύρο πουλί παραδερμένο από θύελλα που μπήκε σ’ ωκεανό και ζητά το μάτι του να περάση βαθειά..πολύ βαθειά, στο χάος για να βρει καμμιά στεριά και να πατήσει να ξεκουραστεί. Αλλά σκότος...βαθειά νύκτα γεμίζει τα γύρω του και στην αδυνατισμένη κραυγή του δεν ακούει απάντηση παρά μόνο μακριά, …από κάτω του ένα θόρυβο φουρτουνιασμένου ωκεανού. Γυρίζει το κεφάλι του δεξιά, αριστερά, αλλά παντού χάος μαύρο, αδιαπέραστο, παντού κενόν, παντού τα ίδια…Αρχίζει να πέφτη,… απελπισία το’ πιασε. Πάντα τα συμβαίνοντα ματαιότης, ό, τι έγινε, τούτο θέλει γίνει και ό,τι συνέβη, τούτο θέλει συμβή…Ματαιότης ματαιοτήτων..
Η αρνητική αυτή στάση για τη ζωή των εφήβων γρήγορα αλλάζει, όταν οι φίλοι συναντιούνται τα καλοκαίρια των διακοπών στο Ηράκλειο των πρώτων χρόνων της Κρητικής Πολιτείας, ή στο Κράσι. Μεταβάλλεται σε ζωντάνια, χαρά της ζωής και σε ατέλειωτες φιλολογικές και φιλοσοφικές συζητήσεις.
Ύστερα από μια τέτοια συζήτηση στο Ηράκλειο, αρχές του καλοκαιριού του 1906, ο Καζαντζάκης, επηρεασμένος πιθανόν από μία πρόσφατη ανάγνωση της Απολογίας του Σωκράτη και από το μηδενισμό, ένοιωθε βαθιά ευτυχής ο ίδιος και σοφός, γιατί αντιλαμβανόταν πια πως ζωή και υπέρτατη εξουσία της είναι.. Να χτίζεις απάνω στον άμμο, ή να μη χτίζεις καθόλου... Να κάνεις ό,τι σ΄ αρέσει, να πίνεις τη ζωή σ’ όποιο ποτήρι θες, να αδιαφορείς για ό,τι πουν για σένα, ούτε χαρά ούτε λύπη, ένας μηδενισμός υπέροχος, μια βαθιά πεποίθηση πως όλα είναι εφήμερα, στιγμιαία…γι’ αυτό και πρέπει να αποθνήσκει κανείς όταν απολαμβάνη την ευτυχία, διότι τούτο είναι ευτυχία.
Ο Χαρίλαος επέστρεψε στους Βόρους ανήσυχος, και σπεύδει να απαντήσει στον φίλο του, σε έντονο ύφος, εμφανώς στεναχωρημένος, αλλά διαφορετικός, με μια θετική στάση απέναντι στη ζωή και μία επιχειρηματολογία ιδιαίτερα μεστή κι άλλο τόσο ενδεικτική του χαρακτήρα και της πνευματικής του συγκρότησης, αν κι ήταν μόλις 22 ετών: Πολύ εξεπλάγην, ως και τότε σοι είπον, όταν μου ήνοιξας τας σκέψεις και τα αισθήματά σου, διότι δεν εφανταζόμην ότι ήσον τόσον ασθενής, εις τα κύτταρα του εγκεφάλου και εις τας ιδέας σου.. Αν δεχθώμεν ότι σκοπός του ανθρώπου είναι η ευτυχία, βεβαίως δεν επιζητεί ο άνθρωπος να την απολαύσει εφάπαξ, αλλά όσον δύναται πλειστάκις, όπερ βεβαίως δεν κατωρθούται όταν εφάπαξ την δοκιμάση και δοκιμάζων αυτήν να τερματίση τον βίον, μεταβαίνων από της ευτυχίας εις την ανυπαρξίαν (βλέπεις ότι τα δύο ταύτα αντιδιαστέλλω, λαμβάνων ως το αντίθετον της ευτυχίας την ανυπαρξίαν). Αλλά και τότε εξακολουθεί άραγε η ευτυχία μέχρι της ανυπαρξίας, δηλαδή ευρεθείς τις εις την ανυπαρξίαν συναποκομίζει άραγε την ευτυχίαν, οπότε δεν θα ήτο βεβαίως ο θάνατος τόσον ανόητος; Βεβαίως όχι, διότι τη στιγμή του θανάτου αγωνίαν και οδύνην αισθάνεται τις…
Συνεχίζοντας τα επιχειρήματά του ο Χαρίλαος, σαφώς επηρεασμένος από την αγάπη του και για τις φυσικές επιστήμες, ως δάσκαλος παράγγελνε στον αδελφό του Δημοσθένη φυσικά όργανα για τα σχολεία που δίδασκε, κάνει λόγο για σεβασμό στους νόμους της φυσικής αρμονίας, για την συνεισφορά του καθενός στην ευτυχία του κοινωνικού εμείς, ενώ δεν μπορεί να καταλάβει, ο ίδιος προερχόταν από οικογένεια με έντονη πολιτική δράση και ενεργή συμμετοχή στα κοινά, τις περί του αντιθέτου απόψεις του φίλου του, όπως και τις πρωτοεμφανιζόμενες μηδενιστικές του αντιλήψεις. Πολύ κακήν συμβουλήν θεωρώ την του πατρός σου, το να αποφεύγεις τα πολιτικά και τας άλλας εν γένει κοινωνικάς σχέσεις. Κατ’ εμέ οφείλεις ακριβώς να ανακατεύεσαι, να είσαι τέλος πάντων ενεργός μέλος της κοινωνίας και της πατρίδος…
Παρά τις παρατηρήσεις αυτές του Χαρίλαου και τις επαναστατικές του ορμές, παρά την πολιτική ένταση της εποχής, που ζουν οι δυο φίλοι, κίνημα του Θερίσου, η πορεία προς την Ένωση, αρχικά, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος η Μικρασία, η αστάθεια του μεσοπολέμου και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη συνέχεια, oι στιγμές της ιστορίας περνούν σε δεύτερο πλάνο, καταγράφονται λιτά, κοφτά, και συχνά με χιούμορ σαρκαστικό, στα σωζόμενα γράμματα των φίλων: Απρίλης του 1905: Εγώ και ο Πολεμαρχάκης εκμεταλλευόμεθα τον Μελέκο τον Γεωργιάδη. Θαρρεί πως μας έσυρε και γίναμε Βενιζελικοί. Λοιπόν κάθε βράδυ μας περιποιείται, δεν αφήνει να πλερώσουμε, μας τρατέρνει πάντοτε, τη μια για το Βενιζέλο, την άλλη για τον Φούμη, την άλλη για τον Μάνο.. Κι αν Ένωσις δεν γενεί, πάλι εμείς θα’ μεθα ικανοποιημένοι για το κίνημα του Θερίσου. Απόψε έχομε σκοπό να του προτείνουμε να πίνομε και για τον κακομοίρη τον Σακλαμπάνη, για να τιμήσωμε την επαρχία κι άμα τελειώσουν οι εν Θερίσω, θ’ αρχίσωμεν να πίνομε κατά των κατά του Θερίσου. Μανώλη, τράταρέ μας απόψε για τον άτιμο τον Μιχελιδάκη, να πιούμε κατά της υγείας του. Να δή αυτός. Ζήτω το κίνημα!
Κίνημα Θερίσου…Δεν είμαι ούτε Βενιζέλος ούτε Μιχελιδάκης. Κλαίω για τον θρασύν εγωϊσμό του ενός και για τις ταπεινότητες του άλλου. Φοβούμαι για την Κρήτη...
Ο ρομαντισμός, οι τρυφεροί τόνοι, όπως σημειώνει η Μάρθα Αποσκίτη-Αλεξίου, που αγγίζουν τα όρια της αρρενωπής φύσης των συντακτών, συναντούν τη μελαγχολία και τις υπαρξιακές αναζητήσεις των δύο εφήβων, και στο περιθώριο, σαν υστερόγραφο, ο πολιτικός σχολιασμός, για τα πρώτα χρόνια (1903-1907) της αλληλογραφίας τους.
Ακολουθούν τα χρόνια τα μεστά, τα ώριμα. Το λυρικό, το ρομαντικό και αισθηματοσαλιάρικο, όπως ο ίδιος ο Καζαντζάκης το χαρακτηρίζει, ύφος αλλάζει, γίνεται πιο σοβαρό, πιο πραγματιστικό, πιο ώριμο, αλλά με το δυνατό άρωμα της νοσταλγίας για τα περασμένα να τους κρατά γερά δεμένους. Κι είναι φυσικό γιατί οι δρόμοι τους μακραίνουν, χωρίζουν. Ο Νίκος ανοίγει γοργά το διασκελισμό του σε τόπους και μονοπάτια μακρινούς, για σκοπούς που υπερβαίνουν τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα..Το Ηράκλειο και η Κρήτη, αργότερα η Αθήνα και η Ελλάδα, δεν τον κρατούν: Είκοσι μέρες ακόμα και γυρίζω στην Πατρίδα! Αγάπησα φίλε την Αθήνα και τώρα που φεύγω, μία λύπη αόριστη με πλημμυρεί. Θα γυρίσω μεν στους γονείς μου, στους φίλους μου, στα μέρη που πέρασα είκοσι χρονώ ζωή, μα άμα περάσουν οι πρώτες γλυκειές συγκινήσεις τι θ’ απογίνω; Είναι τόσο ταπεινή η κοινωνία μας Χαρίλαε και τόσα μίση κρύβει στα στήθη της..
Ο Νίκος είναι πια πολίτης του κόσμου: Αθήνα, Παρίσι, Μαδρίτη, Βερολίνο, Νίκαια, Κάιρο, Ρωσία, Τσεχία, Αυστρία, αν περιοριστούμε μόνο στους τόπους αποστολής των σωζομένων επιστολών του προς το Χαρίλαο: Το να ζεις δεν είναι το κύριον… Το κύριον είναι να ταξιδεύεις… Εσύ το ξέρεις, μα σε κρατά η περιουσία και η συνήθεια στο Κάστρο..
Πράγματι ο Χαρίς το ‘ξερε, αλλά ήταν κολλημένος σαν όστρακο, σα στρείδι στα βενετσιάνικα τείχη του Κάστρου. Δε μπορεί να ακολουθήσει το φίλο του. Δεν το κρατά τόσο η περιουσία και η συνήθεια. Άλλα τον εμποδίζουν. Άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα: τη φαρμακευτική, τη μικροβιολογία, τη μουσική, τη λογοτεχνία, τη φωτογραφία και το κινηματογράφο, έχει ένα ευαίσθητο και αδύναμο χαρακτήρα, που δεν το βοηθά σε γρήγορες αποφάσεις, ακόμα κι όταν πρόκειται για την επαγγελματική του αποκατάσταση. Κι ύστερα είναι και αυτά τα χρόνια που λες κι η ιστορία βάλθηκε να γεμίσει με μιας τις σελίδες της, δίνοντας το άλλοθι της αναβλητικότητας στο διστακτικό, στον αναποφάσιστο, στον ιδεαλιστή: Βαλκανικοί Πόλεμοι, Κίνημα της Θεσσαλονίκης, Α’ Παγκόσμιος και Μικρασία.
Ναι φεύγει και απομακρύνεται και κείνος από το Κάστρο, αλλά για το Ναυτικό Νοσοκομείο Νέου Φαλήρου, ως επίστρατος φαρμακοποιός στα 1912-1913, κι ύστερα στα 1917, ως προϊστάμενος στο ναυτικό Νοσοκομείο Χανίων, και μετά στο Εσκί Σεχήρ, στο Ουσάκ, και στο Μικροβιολογικό Κέντρο στο Δορύλαιον και τέλος μετά την οπισθοχώριση, στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Δράμα και της Καβάλας, μέχρι την αποστρατεία του, το Νοέμβριο του 1923, οπότε ο περιηγητής φαρμακοποιός και μικροβιολόγος επιστρέφει στο Κάστρο και αναζητά να ξαναρχίσει στα 39 του τη ζωή από την αρχή. Θα το καταφέρει, αλλά πρόσκαιρα και εφήμερα. Το φαρμακείο, φαρμακοφιλοσοφείον καλύτερα, που σχεδίαζε από το 1910 με τον αδελφό του το βουλευτή και γιατρό Γεώργιο, καταφέρνει να το ανοίξει, στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις, στο Ηράκλειο το καλοκαίρι του 1926, λίγο πριν το μεγάλο σεισμό που ταρακούνησε συθέμελα την πόλη. Το Φαρμακείο θα αντέξει, αλλά για λίγο. Το Γενάρη του 1931 ο πρώτος Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ηρακλείου, έχει κλείσει το φαρμακείο του και βυθίζεται συχνά σε μια ανία, σε μια αβάσταχτη μοναξιά, προσπαθώντας να λυτρωθεί από τις αναμνήσεις του παρελθόντος: …Τα χάλασαν όλα και τα ξανάχτισαν. Μόνο η φαντασία τα κάνει όπως ήταν. Και όλα αυτά ; λέω, τα ξέρω, τά ‘ξερα; Υπήρξαν δικά μου; Ή ονειρεύομαι.. Ακολουθώ το ρέμμα σιγανά, αλλάσσω τόπους λογής λογής και μόνο στα σκουντήματα της βάρκας μου γυρίζω και βλέπω πόσο μακρυά είμαι από το λειβάδι που ξεκίνησα.. Το διανερίζω μόνο μα τόχω και ξεχασμένο πειά, και ζήτημα είναι αν ξαναγύριζα, αν ήταν και της μπόρεσής μου…Στέκομαι και συλλογούμαι. Και παίρνω με πειό πολλή όρεξη την απόφαση: Μωρέ δεν τραβάς το δρόμο σου να πας μια ώρα αρχήτερα κεί που πάς; Και να γυρίσης πίσω, όλα σου είναι ξένα. Είσαι μόνος. Δε βαριέσαι. Κεί που πας είναι κι οι άλλοι.. Ξενιτεύομαι από τα περασμένα και τρέχω…Μα με σκοτώνει η μοναξιά! Κρίμα να μην ταξιδεύουμε μαζί χεροπιασμένοι. Όσο κι αν ο δέχτης μου μου παίρνει τους μουσικούς σου τόνους όσο μακρυά κι αν βρίσκεσαι, πάντα η ψυχή μου ζητά να ιδή, ν’ αγγίζη και ν’ αγκαλιάση το μοναδικό της φίλο..
Κι ο Καζαντζάκης όσο μακριά κι αν είναι δεν τον ξεχνά. Κάποτε έρχεται η σειρά του να του κουβεντιάσει για την αγάπη στη ζωή: Σου λείπει η ένταση, η αγάπη σε κάτι τι, ό,τι δήποτε, θάλασσα, γυναίκα, φαρμακείο, εαυτός κλπ., Γι’ αυτό ανιάς. Εγώ λατρεύοντας πάντα κάτι είμαι γεμάτος από ευγνωμοσύνη και στοργή προς την ύπαρξη. Τα πράματα έχουν την αξία που εμείς είμαστε άξιοι να τους δώσουμε. Όσο περισσότερη αξία βρίσκω στη ζωή, τόση περισσότερη αξία έχω εγώ…
Κι η έγνοια του αυτή δεν είναι θεωρητική. Στα 1910, έχοντας ήδη κερδίσει αρκετά χρήματα από τις πρώτες του εργασίες, του προτείνει να τον βοηθήσει να ανοίξει φαρμακείο στην Αθήνα: Πάντως είχα σκεφθή να σε κάμω πληρεξούσιό μου και να θέσω στη διάθεσή σου όσα χρήματα μου περισσέψουν…Μα για το ζήτημα αυτό κουβεντιάζουμε αργότερα. Τώρα, σε παρακαλώ γράψε μου τι σκέπτεσαι για το φαρμακείο. Είναι περιττό να σου πω με τι ανέκφραστη χαρά αντικρύζω και τον εμπορικό μας συνδυασμό. Έτσι, δένομαι καλύτερα με τους πιο καλούς και παλιούς μου φίλους. Βρε παιδί μου εμείς χώρια δεν μπορούμε να ζήσωμε…
Ο Χαρίλαος, με την περηφάνεια και την αξιοπρέπεια που έφερνε η γενιά του, δε θα δεχθεί μια τέτοιου είδους οικονομική βοήθεια από τον φίλο του. Θα δεχθεί όμως αργότερα, τη δεκαετία του 30, και μετά την τελευταία αποτυχημένη επαγγελματική προσπάθειά του, τη βοήθεια του Νίκου, σε επίπεδο πολιτικών γνωριμιών, για να επανέλθει στο στρατό ως φαρμακοποιός. Η προσπάθεια δεν έχει κανένα αποτέλεσμα κι ο Χαρίλαος γράφει στο φίλο του, στις 7 Γενάρη του 1936, λίγο ειρωνικά, λίγο αυτοσαρκαστικά, και μ΄ ένα πικρό παράπονο για τη ζωή του, κάνοντας παράλληλα την αναφορά στις δύσκολες μέρες που έρχονται για το κόσμο: .. Πάντως ελπίζω ακόμη. Ελπίζω εις τον Βρεττανικόν λέοντα. Δηλαδή πως θα βρυχηθή κατά της Ιταλίας. Και θα σπεύσω για τη σωτηρία του. Μόνο σε τέτοιο τρομαχτικό αλληλοφάγωμα μπορή να τσιμπίσω κι εγώ κανένα κοκαλάκι. Ο στρατός της ξηράς και της θάλασσας θα ξαναχρειαστή. Δεν είναι πρακτική η σκέψη μου;
Την ίδια δεκαετία, δεκαετία του ’30, ο Νίκος είχε πιο πρακτικές σκέψεις. Σχεδιάζει την Οδύσσεια του και τον Καπετάν-Μιχάλη, και ο φίλος του από την Κρήτη θα μπορούσε να τον βοηθήσει, στέλνοντάς του πρωτογενές υλικό, από τη γλώσσα, τα ήθη- τα έθιμα, τις παραδόσεις, αλλά και τα ιστορικά συμβάντα των τελευταίων κρητικών επαναστάσεων. (Μουρμάνσκ, Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός, 23 Γενάρη του 1929)… Μια φορά είχα δημοσιέψει μερικούς στίχους από την « Οδύσσεια» και μου ‘στειλες ένα γράμμα και μου διόρθωνες μερικές ανακρίβειες για τη βιτσίλα. Φύλαξα το γράμμα να συμμορφωθώ αργότερα, μα το ‘χασα στα ταξίδια. Σε παρακαλώ, ξαναγράψε μου τι ανακρίβειες ήταν κι ακόμα. Γράψε μου, όσες ξέρεις, για κυνήγι, ψαρική, καράβι, κρασί, ήλιο, βροχή, θάλασσα, έρωτα και πόλεμο.. Κάμε μου ένα μικρό λεξικό..Γράψε σε χωριά, σε δασκάλους. Γενικά, ό,τι κρητική λέξη μάθεις, σημείωνέ μου τη.. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη..
Και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1929, από το Γκότεσμπαχ της Βοημίας: …Στείλε μου ό,τι έχεις για έθιμα, παραδόσεις, ιστορίες της Κρήτης. Ανέκδοτα για τις επαναστάσεις, παλληκαρισμούς, τραγικές ιστορίες, προλήψεις, για τους αδελφοποιτούς, για τις διαφορές στην ενδυμασία χριστιανών και τούρκων, για τα μαρτύρια των χριστιανών, για τους Κουρμούληδες, το Κόρακα, το Ξωπατέρα, ό,τι ξέρεις.. Θέλω να γίνει ένα βιβλίο κρητικό, μυθιστόρημα, άρτιο, για να γνωστεί η τραγική ψυχή του Κρητικού, η προπολεμική, στην Ευρώπη…
Δεν είναι μόνο οι λέξεις, οι παραδόσεις, οι ιστορίες, για την Οδύσσεια ή τον Καπετάν Μιχάλη, που ζητά από το φίλο του ο Καζαντζάκης, και που ενώνουν τους δύο φίλους, τα μεστά χρόνια της ζωής τους. Ταξιδεύοντας αδιάκοπα στο φως και στο σκοτάδι του κόσμου, κι ύστερα για μήνες, χρόνους ολόκληρους, απομονωμένος στην γλυκιά μοναξιά της δημιουργίας του, στα παράλια του Βόρειου Ωκεανού, στο αψηλό βουνό της Βοημίας, στη Νίκαια της Γαλλίας, ή στο εξοχικό του στην Αίγινα, ο Νίκος νοιώθει ώρες-ώρες μια δυνατή νοσταλγία για το γενέθλιο τόπο του και το ξεχωριστό φίλο του.
…Πολλή χαρά μου έκαμε το γράμμα σου και πολλή χαρά το βοτανοκούτι, με τον έρωντα. Το δωμάτιό μου και η καρδία μου μύρισε. Είδα πάλι πόσο καλό θα ‘ταν να μπορούσε να ζει κανείς λίγο στον θεόλετο αυτό βράχο, τον τόσο αγαπημένο. Αν μπορέσω να ‘ρθω για λίγο στην Ελλάδα, η χαρά μου θα ‘ναι μεγάλη να ξαναπατήσω το χώμα και την πέτρα της Κρήτης… (Νίκαια, Σεπτέμβρης του ’30).
Αντικειμενικά, σκληρά πραγματιστικά, ξέρει πως έχει φύγει μακριά, δεν ανήκει πια μόνο σε αυτούς. Δύσκολα θα σμίξουν οι δρόμοι τους …κι αν γίνει, δεν θα κρατήσει για πολύ, δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Ο δρόμος του δημιουργού είναι μακρύς. Ο χρόνος πολύτιμος.
... Τον Καλμούχο θα τον χαλάσει ο μέτριος αέρας που αναπνέει τώρα…Φρέρηδες, Στεφανίδηδες και τέτοια είναι καλά για μισή ώρα. Δεν έχουμε καιρό.. (Γράφει στον Πρεβελάκη από το Κίεβο στα 1928).
Από την άλλη, στις στιγμές της απόλυτης μοναξιάς του δημιουργού, αναζητά, νοσταλγεί, μια στιγμή φυγής. θέλει να δραπετεύσει για λίγο στον τόπο του, έχοντας στην τσέπη του ένα σβώλο λάδανο από τα βουνά του, και να συναντήσει νοερά τον πιστό φίλο του, στον κήπο με τις νερατζιές και τις πορτοκαλιές του αρχοντικού του στους Βόρους, πίνοντας με το μαρκούτσι στην υγεία της παρέας της σκοτόνας, της παρέας της ρακής: … Αν έχω μια πίκρα στα ταξίδια μου, είναι που μοναχός μου χαίρομαι, ό,τι έπρεπε να μοιραστώ με λίγους άλλους. Νοσταλγώ μιαν άλλη χαρά: Ήλιος, πορτοκαλιές και μανταρινιές, Βώροι, Δέσποινα, με τις ανάδετες πλεξούδες και ύστερα κάτι σκοτεινές κάβες, ένα μαρκούτσι και να καθόμαστε κατάχαμα να δοκιμάζουμε τα κρασιά. Μου φαίνεται τη στιγμή που θα πεθάνω, θα συλλογιστώ δυο τρεις χαρές που ένοιωσα στη ζωή μου, μια θα είναι η Πρωτοχρονιά αυτή που πέρασα μαζί σου στους Βώρους… Ο Θεός να ‘ναι μαζί σου Χαρίλαε. Ποτέ δε θα ξεχάσω τις μέρες που έζησα μαζί σου. Είσαι πάντα από τους ελάχιστους ανθρώπους που θα΄ θελα να ξαναδώ στην Κρήτη. Πότε άραγε θα γίνει αυτό το ιστορικό γεγονός… (Παρίσι, Ιούνης του ’30).
Κι όταν αυτό το ιστορικό γεγονός γίνεται, όσο μικρό κι αν είναι, ζυγίζει το ίδιο, φέρνει την ίδια ταραχή με τα σημαντικά που γίνονται στον ίδιο χρόνο, σ΄άλλους χώρους. ( Βώροι, 15 Ιουνίου 1940, έξι μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας): … Ακόμη δεν συνέφερα από τον τρικυμισμό πού ‘φερεν ο ερχομός σου στην ψυχήν μου. Γιατί νάρθεις; Δεν ήταν καλλιά να μην έρθεις; Φαρμακερός είναι ο βούρκος της μοναξιάς μου, μα πιο φαρμακερή είναι η Σειρήνα της χαράς που μου δίδει το είδος σου. Με δένει στον ιστό του κυματόπληχτου καραβιού μου και δεν μπορώ να γαληνέψω σε στεριά. Θα ξανάρθεις; Θάρθω; Κάπου θα σμίξωμε. Δεν μπορεί. Θα σε γυρέψω, θες δε θες…
Η αναζήτηση, η προσμονή και η νοσταλγία, θεριεύουν με το χρόνο, τον αντιπαλεύουν και τον νικούν, στα σύνορα του μύθου. .Όταν σιμώνει η ώρα του τελικού απολογισμού γίνονται παραμύθι, που καλύτερα από τον καθένα ξέρει να το διηγηθεί αυτός που τό’ ζησε: (Βώροι, Χειμώνας του ’50).
…Λένε πως γίνηκε ένας πόλεμος στα 12 και 13 και τον έβγαλαν στ΄ ανοιχτά ένας φαντάρος και ένας ναύτης. Λένε πως οι ίδιοι αυτοί περάσανε ύστερα από λίγα χρόνια στη Μικρά Ασία,, στον Πόντο, στη Θράκη… Εγώ δεν το πιστεύω. Φαίνεται πως θα’ ναι καμιά ιστορία της παραστιάς.
Μια τέτοια ιστορία διηγάται πάλι πως μια φορά και ένα καιρό ήτανε ένας καθηγητάς σ’ ένα Καστέλι Πεδιάδος. Πήγαν και τον είδαν δυο τρεις φίλοι του. Ένας Νίκος, ένας Μανώλης, κάποιος Φανουράκης. Ύστερα πήγανε σε μια βρύση, κει στις Αγιές Παρασκιές. Κοντά εκεί ξαπλώθηκαν. .. Κανείς δεν κοιμόταν, μα όλοι ονειρευότανε. Ο Χαρίλαος, με τη θέση πού’ χε πήγαινε τα μάτια του στον Ουρανό. Ο Νίκος, για τον ίδιο λόγο τα ξάμωνε στη γη. ‘Ετσι η οπτική ακτίνα του Χαρίλαου συνάντησε την ακτίνα του Νίκου, άλλαξε διεύθυνση και μπήκε σ’ άλλο κόσμο. Τι ωραία που ήταν. Σβήσανε ύστερα, μα μείναν αξέχαστα...
Έλαβα τη σπανιόλικη κάρτα σου και σ’ ευχαριστώ που μου έδωκες να καταλάβω πως δεν πέθανα ακόμα…
Χαρίλαε, Νίκο μας συμπαθάτε.. Αδιάκριτα ξαναδιαβάσαμε τις κάρτες και τα γράμματά σας, φυλαγμένα με ευλάβεια στο αρχοντικό των Στεφανίδηδων και στο Ιστορικό Μουσείο των Καλοκαιρινών, πρωτοδιαβασμένα από την κερά των γραμμάτων της πόλης μας, τη κ. Μάρθα Αποσκίτου- Αλεξίου..
Και σας ευχαριστούμε, γιατί καταλάβαμε πως δεν πεθάνατε. Σας ευχαριστούμε γιατί καταλάβαμε πως δεν πεθάναμε ακόμα…
1 Οφείλονται θερμές ευχαριστίες στη φιλόλογο κ. Σοφία Κανάκη, εκπρόσωπο της τοπικής επιτροπής Ν. Ηρακλείου της Δ.Ε.Φ.Ν.Κ. και στη σχολική σύμβουλο φιλολόγων κ. Λένα Τζεδάκη- Αποστολάκη, για την ευγενική πρόσκληση και την πολύτιμη βοήθειά τους. Από καρδιάς επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Βάσω Στεφανίδη, το Γιώργο Στεφανίδη, τον σεβαστό Δάσκαλο κ. Στυλιανό Αλεξίου, την κ. Μάρθα Αποσκίτου-Αλεξίου, το δ/ντή του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, επίκ. Καθηγητή Παν.μίου Κρήτης κ. Αλέξη Καλοκαιρινό, και τον επιμελητή ιστορικών συλλογών του Ι.Μ.Κ. κ. Αγησίλαο Καλουτσάκη και την υπεύθυνη Βιβλιοθήκης του Ι.Μ.Κ. Γεωργία Κατσαλάκη, για την ουσιαστική, αρχειακά και επιστημονικά, βοήθεια που προσέφεραν για την εργασία αυτή.
*Βασίζεται στην ομιλία στην πρόσφατη εκδήλωση για το Ν. Καζαντζάκη

