
Ηταν μια στημένη σκευωρία και στημένη δίκη, κατήγγειλε ο ίδιος, λέγοντας ότι θα προσφύγει στο Εφετείο
Μετά από εννέα και πλέον ώρες ακροαματικής διαδικασίας, αργά χθες το βράδυ το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου καταδίκασε τον πρώην υπουργό Γιάννη Κεφαλογιάννη σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή για τις κατηγορίες της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία και της πρόκλησης τέλεσης του αδικήματος της ψευδορκίας.
Στον στενό συνεργάτη του, πρόεδρο της ΝΟΔΕ και περιφερειακό διευθυντή Εκπαίδευσης στην Κρήτη, Αρκάδιο Σπανουδάκη που αντιμετώπιζε την κατηγορία της άμεσης συνέργειας στις προαναφερόμενες πράξεις, το δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, επίσης με αναστολή.
Στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης ο πρώην υπουργός …εξερράγη, εκφράζοντας όπως είπε τη λύπη του, καθώς αμαυρώθηκε ο πρότερος έντιμος πολιτικός βίος 51 ετών.
Η καταδικαστική απόφαση προκάλεσε και την έντονη αντίδραση των δεκάδων υποστηρικτών του-μεταξύ των οποίων και δήμαρχοι-συγγενών και φίλων που από νωρίς χθες το πρωί είχαν κατακλύσει το δικαστικό μέγαρο Ρεθύμνου για να συμπαρασταθούν στον πολιτικό.
Να σημειωθεί ότι η καταδικαστική απόφαση αφορά μόνο στην περίπτωση της καταγγελίας του ενός από τους δύο αστυνομικούς που είχαν κατηγορήσει τον πρώην υπουργό ότι είχε παρέμβει για να «στρογγυλέψουν» τις καταθέσεις τους σε βάρος χασισοκαλλιεργητή από το Μυλοπόταμο ώστε να πέσει στα «μαλακά» δικαστικώς.
Ο εισαγγελέας έδρας κ. Θεολογίτης πρότεινε την ενοχή του κ. Κεφαλογιάννη σύμφωνα με το κατηγορητήριο για την περίπτωση του αστυνομικού Ειρηναίου Χαροκόπου, του αστυνομικού δηλαδή που είχε μεταβεί στο πολιτικό γραφείο του πρώην υπουργού, ενώ πρότεινε την αθώωση του για την καταγγελία του δεύτερου αστυνομικού, Ιωάννη Βρυλλάκη, ο οποίος ανέφερε ότι κλήθηκε να μεταβεί στο γραφείο του πολιτικού κατόπιν τηλεφωνήματος που του έγινε από τον κ. Σπανουδάκη.
Για το δεύτερο κατηγορούμενο, ο εισαγγελέας επίσης πρότεινε την αθώωση του για την περίπτωση Βρυλλάκη, ενώ για την πρώτη καταγγελία πρότεινε να μετατραπεί η κατηγορία από άμεση συνέργεια σε απλή.
H απολογία
Ο πρώην υπουργός στην απολογία του εξέφρασε την πικρία του που μετά από 51 χρόνια πολιτικής σταδιοδρομίας, όπως χαρακτηριστικά είπε, κάθισε στο εδώλιο για μία κατηγορία που την χαρακτήρισε «σκευωρία». Όπως και στο υπόμνημα του, έτσι και χθες ο κ. Κεφαλογιάννης αρνήθηκε τις κατηγορίες και υποστήριξε ότι ουδέποτε ζήτησε να αλλοιώσουν τις καταθέσεις τους οι αστυνομικοί.
Σκοπός του ήταν όπως είπε να τους ζητήσει να μην αδικήσουν έναν αθώο άνθρωπο. Γι’ αυτό και όπως είπε όταν ο αστυνομικός με τον οποίο συναντήθηκε στο γραφείο του, του ανέφερε ότι ήταν σίγουρος για την ταυτότητα του χασισοκαλλιεργητή, ο πρώην υπουργός του ανέφερε: «Πολύ καλά. Μπορείς να αποχωρήσεις και να συνεχίσεις να κάνεις τη δουλειά σου».
Ο κ. Κεφαλογιάννης ζήτησε να αποκαλυφθούν τα πρόσωπα που σχεδίασαν αυτήν την σκευωρία σε βάρος του και διερωτήθηκε για ποιο λόγο οι επίμαχες καταγγελίες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πέντε χρόνια μετά.
Οι δύο αστυνομικοί πάντως και χθες επέμειναν στις αρχικές καταγγελίες τους. Στο πλευρό τους βρέθηκαν αρκετοί συνάδελφοι τους και συνδικαλιστές, θέλοντας να τους στηρίξουν ηθικά και ψυχολογικά.
Φραστικό επεισόδιο
Ένταση σημειώθηκε και πριν την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, στη διάρκεια της διάσκεψης και ενώ εισαγγελέας έδρας και η πρόεδρος του δικαστηρίου είχαν αποχωρήσει από την αίθουσα.
Ο πρώην υπουργός επιτέθηκε φραστικά στους δύο αστυνομικούς, γεγονός που φόρτισε συναισθηματικά και κάποιους από τους υποστηρικτές του, οι οποίοι στράφηκαν φραστικά εναντίον των βασικών μαρτύρων κατηγορίας του Γ. Κεφαλογιάννη.
«Στημένη δίκη»
Εξερχόμενος από το δικαστικό μέγαρο Ρεθύμνου ο κ. Κεφαλογιάννης μιλώντας στους δημοσιογράφους, δήλωσε μεταξύ άλλων:
«Ήταν μια στημένη σκευωρία. Ήταν μια στημένη δίκη. Ουσιαστικά σήμερα καταδικάστηκε ο κοινοβουλευτισμός. Δικάστηκα γιατί δέχτηκα στο γραφείο μου έναν παραπονούμενο πολίτη.
Πικράθηκα και νιώθω οργισμένος γιατί μετά από 50 χρόνια έντιμου πολιτικού, προσωπικού και οικογενειακού βίου, θέλησαν να αμαυρώσουν την τιμή και την υπόληψη μου.
Και ο κύριος εκείνος, ο ανεκδιήγητος εισαγγελέας, θα πρέπει να ξέρει ότι και οι κρίνοντες κρίνονται. Θα προσφύγουμε στο δεύτερο βαθμό Δικαιοσύνης και ελπίζουμε ότι θα βρούμε δικαστικούς λειτουργούς που τιμούν την ύπαρξη τους και αποδίδουν το δίκαιο όπως έχουν ορκιστεί».

