Του Γιάννη Ζωράκη
Οι σημαντικές προσπάθειες της επιστημονικής κοινότητας, φορέων και πολιτικής προστασίας για την αντιμετώπιση ενός επικείμενου κινδύνου από τσουνάμι σε Ελλάδα ή Κρήτη, απασχόλησαν κατά κανόνα, τη χθεσινή πρωινή συνεδρίαση του 31ου Πανευρωπαϊκού Συνέδριου Σεισμολογίας, που πραγματοποιείται στο Creta Marris.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο των χθεσινών εργασιών, συγκέντρωσε η παρουσίαση του Μεσογειακού Ηλεκτρονικού Συστήματος Θαλάσσιων Διαδρομών, ΑΕΜ – MED, το οποίο παρέχει ένα σύστημα τηλεμετάδοσης πληροφοριών σε περίπτωση τσουνάμι ή άλλων επικίνδυνων καιρικών φαινομένων.
Πρέπει να τονιστεί πως το σύστημα λειτουργεί με επίγεια μέσα, τα οποία ονομάζονται “φάροι” και λαμβάνουν κατά κανόνα πληροφορίες από παραπλέοντα πλοία σε ακτίνα 40 – 100 μιλίων, τις οποίες μπορούν να αξιοποιούν με διάφορες μεθόδους για την πρόβλεψη επικίνδυνων καιρικών φαινομένων. Σημειώνεται, ότι ένας από αυτούς τους φάρους, έχει τοποθετηθεί στη Χερσόνησο η οποία συμμετέχει στο πρόγραμμα, μέσω του Κεντρικού Λιμενικού της Ταμείου.
“Η συγκεκριμένη παρουσίαση ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και νομίζω πως η επιστημονική κοινότητα θα κοιτάξει πιο στενά το θέμα αυτό, ώστε να ελεγχτεί πώς αυτή η νέα τεχνολογία, μπορεί να προσφέρει πραγματικά σύγχρονες δυνατότητες, σε περίπτωση επικίνδυνων φαινομένων όπως το τσουνάμι” σχολίασε ο πρόεδρος του συνεδρίου κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος.
Αδυναμία
Μία αδυναμία ωστόσο φαίνεται να αντιμετωπίζει το Ηλεκτρονικό Σύστημα Θαλάσσιων Ερευνών, καθώς αυτό προς το παρόν, παρέχει μονάχα πληροφορίες για τη δημιουργία τσουνάμι ή άλλων φαινομένων, χωρίς να προσδιορίζει σε ποιο βαθμό κι έπειτα από ποιο διάστημα, αυτά μπορεί να χτυπήσουν μία περιοχή.
“Το πρόβλημα στο σύστημα μας που υλοποιείται σε συνεργασία με το Κεντρικό Λιμενικό Ταμείο Χερσονήσου, είναι πως θα μεταδοθεί αυτό το υπολογιστικό σήμα για την δημιουργία τσουνάμι, από τα άλλα συστήματα, ώστε να γίνουν οι περαιτέρω διαδικασίες αναφορικά με το ποιο είναι το μέγεθος του, πώς θα μας χτυπήσει, αν μας χτυπήσει και ποιες ενδεχόμενες καταστροφές θα κάνει” αναφέρει ο υπεύθυνος του προγράμματος κ. Γιάννης Γαρύφαλλος, επεξηγώντας, πως ελπίζει σε μια ενεργοποίηση των αρμόδιων φορέων, η οποία θα επιλύει το ζήτημα και θα δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα ενημέρωσης και προειδοποίησης.
Όπως τονίζει από την πλευρά του, ο κ. Παπαδόπουλος, ήδη υπάρχει ενεργοποίηση από πλευράς των φορέων καθώς στη φάση δημιουργίας βρίσκεται ένα πανευρωπαϊκό σύστημα για την προειδοποίηση των τσουνάμι, υπό την “ομπρέλα” της Unesco, το οποίο θα δίνει πληροφορίες και τέτοιου είδους, όταν θα ολοκληρωθεί.
“Στο σύστημα αυτό θα συμμετέχουν πολλά ινστιτούτα και από ελληνικής πλευράς, κυρίως το ελληνικό Αστεροσκοπείο και το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Ερευνών” επεξηγεί ο κ. Παπαδόπουλος, προσθέτοντας:
“Είμαι αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρουμε και στο κοντινό μέλλον, θα έχουμε την δυνατότητα να παρουσιάσουμε τα βήματα προόδου που έχουν ήδη προγραμματιστεί και γίνονται”.
Την αισιοδοξία του όμως για την μετεξέλιξη των συστημάτων εξέφρασε και ο δήμαρχος Χερσονήσου κ. Δανέλης, του οποίου ο δήμος συμμετέχει στο πρόγραμμα Ηλεκτρονικού Συστήματος Θαλάσσιων Διαδρομών.
“Θεωρούμε ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, θα μπορέσουμε να μετεξελίξουμε τα συστήματα μας, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα ενημέρωσης του κόσμου σε περίπτωση τέτοιων φαινομένων για έγκαιρη αντιμετώπιση τους” δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ρήγματα
Το ζήτημα των ρηγμάτων απασχόλησε πέρα από τα τσουνάμι, το χθεσινό συνέδριο στο Creta Marris.
Όπως έχει διαπιστωθεί από την επιστημονική κοινότητα, ένα μεγάλο θέμα αναφορικά με τους σεισμούς, σχετίζεται με τις καταστροφές στις περιοχές των ρηγμάτων, που σε άλλες περιπτώσεις είναι μεγάλες, ενώ σε άλλες όχι.
Απαντήσεις σ’ αυτό το ζήτημα επεχείρησε να δώσει ο καθηγητής του Πολυτεχνείου στο Μιλάνο, Ρομπέρτο Παουλότσι, ο οποίος ωστόσο δεν κατόρθωσε να δώσει μια σαφή εικόνα γύρω από το θέμα, επικαλούμενος ερευνητικό κενό.
“Ο καθηγητής παρουσίασε πολλά στοιχεία που μπορούν να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο, ωστόσο δεν έδωσε μια σαφή εικόνα, γιατί απαιτείται μεγάλη έρευνα” δήλωσε ο κ. Παπαδόπουλος, τονίζοντας: “Δόθηκαν όμως οι πρώτες ερευνητικές κατευθύνσεις και o κ. Παουλότσι υπέδειξε, ότι χρειάζεται πολύ δουλειά για να δοθούν περισσότερο αξιόπιστα και εμπεριστατωμένα αποτελέσματα, κάτι που το δεχτήκαμε όλοι. Νομίζω όμως ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα υλοποιηθεί και αυτό το κομμάτι της έρευνας, ώστε να έχουμε πιο ολοκληρωμένα αποτελέσματα και χρήσιμα για τον αντισεισμικό σχεδιασμό”.