Στην Ελλάδα κάτω από δύο εκατομμύρια άτομα βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ ένας συνταξιούχος στους τέσσερις και ένας άνεργος στους τρεις έχει εισόδημα χαμηλότερο από το όριο της φτώχειας, ", επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, στην ετήσια έκθεση για την ελληνική οικονομία και απασχόληση, που συνέταξε το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και παρουσίασε χθες ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου, Σάββας Ρομπόλης.
Σε ό,τι αφορά το στόχο της πραγματικής σύγκλισης της Ελλάδας με τις χώρες-μέλη της ΕΕ, η έκθεση προβλέπει ότι θα μειωθεί σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αφού το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας προβλέπεται να υποχωρήσει στο 98% από 98,6% που ήταν το 2007.
Σύμφωνα με την έκθεση και βάση την ανάλυση και επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων στην Ελλάδα την τριετία 2004-2006, προκύπτει ότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι το 2004 κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος και το 2006 κατέβαλαν το 50,1%. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, ενώ το 2006 κατέβαλαν το 36,3%.
Αναφορικά με τις μέσες μηνιαίες αποδοχές για το 2007, επισημαίνεται ότι ανέρχονται στην Ελλάδα σε 1.668 ευρώ για τους απασχολούμενους με πλήρες ωράριο, έναντι 2.366 ευρώ κατά μέσο όρο που είναι στα κράτη-μέλη της ΕΕ των "15".
Όσον αφορά στους μισθούς των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα επισημαίνεται στην έκθεση, ότι το 30% των εργαζομένων δήλωσαν ότι οι καθαρές τους αποδοχές ήταν μικρότερες των 1.000 ευρώ μηνιαίως, το 37% δήλωσαν ότι είχαν μηνιαίες αποδοχές μεταξύ 1.000 και 1.250 ευρώ.
Ακόμη, στην έκθεση αναφέρεται ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί σημαντικά έναντι των κατώτατων μισθών των πλουσιοτέρων χωρών-μελών της ΕΕ και ανέρχεται περίπου στο 60% του αντίστοιχου κατώτατου μισθού της πρώτης κατηγορίας χωρών, στην οποία ανήκουν η Γαλλία, η Αγγλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο.
Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με την έκθεση του Ινστιτούτου, το 1/3 του παραγωγικού πληθυσμού της χώρας μας δεν είναι ενταγμένο στην αγορά εργασίας, ενώ δυο από τους τρεις άεργους είναι γυναίκες και τα υψηλότερα ποσοστά μη συμμετοχής στην αγορά εργασίας παρατηρούνται στις ηλικίες 15-19 χρόνων και 55-64 χρόνων.
Παράλληλα, στην έκθεση εκτιμάται ότι στη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2008, οι νέες προβλέψεις που θα πραγματοποιηθούν από τους διεθνείς φορείς άσκησης της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα, θα αναθεωρήσουν σημαντικά προς τα κάτω την αναμενόμενη εκατοστιαία αύξηση του ΑΕΠ για το 2008 και το 2009.
Τέλος, σύμφωνα με την έρευνα οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης στην Ελλάδα, λειτουργούν ως πολιτικές ενίσχυσης της προσφοράς εργασίας, καθώς εφτά στους δέκα απασχολούμενους με επιδοτούμενα προγράμματα τέθηκαν ως άνεργοι εκτός αγοράς εργασίας μετά τη λήξη των προγραμμάτων.