Του Ν. Τσαγκαράκη
Είναι ωραίο να βλέπει κανείς ότι οι σκέψεις του δεν πάνε χαμένες, αλλά θα ήταν ακόμη καλύτερο και γονιμότερο αν ο διάλογος γινόταν δημοσίως. Παρακαλούνται όσοι θέλουν να συνεισφέρουν.
Λίγες μέρες μετά από τη στήλη της προηγούμενης Τρίτης όπου εκφράστηκε προβληματισμός σχετικά με το κύρος των καλλιτεχνικών έργων, τη διαχρονικότητα και τη σχέση τους με το κοινό, έτυχε να συζητήσω φευγαλέα ένα παρόμοιο θέμα με ανθρώπους αρκετά μεγαλύτερούς μου ώστε να διαφέρουν τα γούστα μας και οι αντιλήψεις μας σχετικά με την ‘καλλιτεχνικότατα’ μιας ταινίας. Ανέφερα λοιπόν ένα παράδειγμα, τον «Γατόπαρδο» (Λουκίνο Βισκόντι, 1963), με τον οποίο έληξε η πρώτη σεζόν λειτουργίας της Νέας Κινηματογραφικής Λέσχης Ηρακλείου τον περασμένο Μάιο, και μετά από την προβολή του οποίου πολλοί νεότεροι θεατές δυσανασχετήσαμε εξαιτίας της αργής κινηματογράφησης και αυτού που εμείς αντιληφθήκαμε ως επαναληπτικότητα στην πλοκή (κοινώς, φλυαρία).
Οι συνομιλητές μου φυσικά δε σήκωναν αντίρρηση για τη υπόσταση της συγκεκριμένης ταινίας ως κινηματογραφικό αριστούργημα, κάτι που δε μ’ εμπόδισε να διαφωνήσω με το επιχείρημα ότι το ύφος του Βισκόντι έχει χάσει πια τη ελκυστικότητα που είχε πριν από σαράντα χρόνια για πολλούς και διάφορους λόγους τους οποίους δεν είχα τον χρόνο ν’ αναπτύξω στον τόπο της συζήτησης και γι’ αυτό εκμεταλλεύομαι τον χώρο της στήλης. Ξανά όμως, δε θα ήθελα να μιλήσω αποκλειστικά για τον «Γατόπαρδο» αφού για να συζητήσει κανείς διεξοδικά μια ταινία χρειάζεται πολύ πιο προσεκτική μελέτη της και φυσικά ακόμη περισσότερος χώρος, γι’ αυτό όσα ειπωθούν ας εκληφθούν απλώς ως γενικές εντυπώσεις.
Το ζήτημα λοιπόν που φαίνεται να έχουμε εμείς οι ‘νεότερες γενιές’ και που μας στερεί την απόλαυση των ‘σπουδαίων’ σκηνοθετών του κινηματογράφου, είναι αυτοί οι άτιμοι λεγόμενοι ‘νεκροί χρόνοι’, τους οποίους χρησιμοποιούν οι σκηνοθέτες πολύ συχνά για να κάνουν το έργο τους πιο στοχαστικό, να του προσδώσουν φιλοσοφικό χαρακτήρα, να ‘ατενίσουν’ εταστικά τα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης φύσης με τα οποία καταπιάνονται. Φαίνεται ότι για να τιμωρήσει κανείς έναν σημερινό κινηματογραφόφιλο, είναι αρκετό να του επιβάλει μια προβολή του «Χιροσίμα αγάπη μου» (Αλέν Ρεναί, 1959), του «Στάλκερ» (Αντρέι Ταρκόφσκι, 1979) ή της «Κόκκινης ερήμου» (Μικελάντζελο Ανοτνιόνι, 1964), όλες τους ‘ριζωμένες’ βαθιά στον κινηματογραφικό κανόνα, αγαπημένες από γενιές θεατών, εκτός από τη δική μας που βρίσκεται σε μια μάλλον αμήχανη θέση, αφού χωρίς να προκαταλαμβάνεται αρνητικά από την απαιτητική τεχνοτροπία τους, δυσκολεύεται να παρακολουθήσει και να συνδεθεί με παρόμοιες ταινίες, χωρίς να ξέρει αν φταίει το νεαρό της ηλικίας ή αν απλώς αυτές οι ταινίες έπαθαν ό,τι μπορεί να συμβεί με κάθε έργο τέχνης: η διαχρονικότητα είναι πλαστός, υπερτιμημένος παράγοντας και τελικά το έργο παύει να έχει την ίδια σημασία για όλες τις εποχές και τις κοινωνίες, αφού αυτές έχουν μάθει πια να επικοινωνούν με καινούριους κώδικες.
Ίσως βιαστεί κάποιος να συμπεράνει ότι πρόκειται για θέμα εκπαίδευσης, αλλά το κείμενο θα τελμάτωνε στην εικοτολογία αν επρόκειτο να εξετάσουμε στα γρήγορα αν και κατά πόσο το σημερινό κοινό είναι πιο εκπαιδευμένο (προσωπικά δε θα δίσταζα πάντως ν’ απαντήσω καταφατικά). Το ζήτημα είναι ότι φαίνεται πιο λογικό μια ταινία να σταματάει να ενδιαφέρει εξίσου το κοινό όσο το ενδιέφερε την εποχή στην οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά, γεγονός που δε θα πρέπει καθόλου να ξενίζει τους θεατές- αποδέκτες, αλλά ούτε και να οδηγεί σε ιδεοληψία σχετικά με τη σύγκριση παλιών και νέων σκηνοθετών ή την ποιότητα της κινηματογραφικής παραγωγής (κλισέ διαπιστώσεις του τύπου ‘δεν υπάρχουν αριστουργήματα πια’).
Στην εποχή μας κατασκευάζονται και προβάλλονται περισσότερες ταινίες, μέσα από πολλές διαφορετικές εκδηλώσεις και φορείς που αναλαμβάνουν την προώθησή τους. Το νεανικό κοινό που παρακολουθεί κινηματογράφο δέχεται πολύ περισσότερα ερεθίσματα και εμπλουτίζει την κινηματογραφική του εμπειρία με άλλες τέχνες όπως η μουσική και το βιβλίο, ενώ η τηλεόραση και το ίντερνετ αποτελούν σταθερές πηγές ενημέρωσης. Θέλω να πω ότι η εποχή έχει αλλάξει και μαζί της οι κώδικες με τους οποίους ενημερώνεται ο κόσμος για ζητήματα που τον αφορούν. Ίσως η κατανόηση ενός έργου να είναι αποκλειστικά θέμα πνευματικής ωριμότητας, κι ίσως τελικά μετά από πολλά χρόνια μάθουμε να εκτιμάμε ταινίες που αδυνατούμε προς το παρόν. Εν τω μεταξύ όμως δεν παύουμε να απολαμβάνουμε κινηματογράφο από κάθε χώρα (ακόμη και τα ‘χολυγουντιανά προϊόντα’ που τόσο αποστρέφονται οι μεγαλύτεροι), αφού η πνευματικότητα και η αποστασιοποίηση της διανόησης έχουν απομυθοποιηθεί, κι έχουν αντικατασταθεί από πιο παρεμβατικές αφηγήσεις, πιο άμεσες και πιο ενεργητικές στον λόγο που απευθύνουν και στις λύσεις που προτείνουν.
Το πρόβλημά μας δεν είναι στον αφηγηματικό ρυθμό τελικά, ούτε στη στοχαστικότητα. Μια ματιά στο σινεμά των αδερφών Νταρντέν, του Ντέηβιντ Λιντς, του Αλεξάντερ Σοκούροφ, του Κιμ-Κι Ντουκ και πολλών άλλων αρκεί νομίζουμε για να διαπιστώσει κανείς ότι η νέα γενιά ξέρει να βλέπει κινηματογράφο κι ότι δε δυσκολεύεται να σκεφτεί. Να μείνει ξύπνια δυσκολεύεται.

