Του Νίκου Ψιλάκη, συγγραφέα-δημοσιογράφου
Πάνε λίγοι μήνες από τότε που ο Ηρακλής μου διηγήθηκε ένα από τα περιστατικά που θυμίζουν κάτι από τους περασμένους αιώνες. Ένας φίλος του καθηγητής είχε έρθει στην Κρήτη, πρόσωπο σημαντικό με συνεισφορά στον αγώνα για δημοκρατία, αναζήτησε να δει την αυθεντική πλευρά του νησιού. Σε λίγο ο καθηγητής σκούπιζε τα δάκρυά του, καθισμένος δίπλα σε έναν σεβάσμιο γέροντα που είχε συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής. Ο γέροντας, για να ευχαριστήσει τον επισκέπτη του, άρχισε να απαγγέλει τον Ερωτόκριτο. Τον γνώριζε απ’ έξω, σαν κοσμικό ευαγγέλιο που τον κρατούσε επίμονα στις ρίζες του. Είπαμε, τότε, να τον καταγράψομε σε ψηφιακή εικόνα ως σπάνιο αν όχι μοναδικό απομεινάρι της πολλαπλώς μαρτυρημένης αλλά μη διαρκούσας στο διηνεκές σχέσης των ανθρώπων με την παράδοση του τόπου τους. Δεν προλάβαμε. Ο σεβάσμιος γέρων με συμπληρωμένο τον ένα αιώνα ζωής είχε αρχίσει ήδη τη φθίνουσα πορεία προς το ειρηνικό τέλος. Και σήμερα ερχόμαστε προσκυνητές στο ξόδι του, τιμώντας στο πρόσωπό του την Κρήτη που αλλάζει, τιμώντας στο πρόσωπό του το ήθος που άλλοι το είπαν λεβεντιά ή και τις αξίες που κάποτε κοσμούσαν τις σελίδες των περιηγητικών κειμένων και ενέπνεαν ποιητές σε αντίθεση με το αναπάντεχο σήμερα που η ιεράρχηση των αξιών εμπνέει τα αστυνομικά ρεπορτάζ.
Την πρώτη φορά που τον συνάντησα ήταν λίγο πριν τα 90 του. Φαινόταν μικρότερος. Νόμισα πως έβλεπα μια μορφή οικεία, όχι τόσο γιατί έμοιαζε σε αγαπημένους φίλους, στα παιδιά του, όσο επειδή θύμιζε μορφή βγαλμένη από ένα παράξενο λογοτεχνικό είδος, κάτι μεταξύ έπους και λυρικής ποίησης. Συνδύαζε τα πρωτογενή υλικά του έπους και τη χαρίεσσα λυρικότητα. Αν και ενέπνεε τον απόλυτο σεβασμό η μορφή του, το βλέμμα του ήταν παιγνιώδες και γινόταν ειδυλλιακό σαν διασταυρωνόταν με το βλέμμα της συντρόφισσάς του. Την τελευταία φορά που τον συνάντησα το παιγνιώδες κρυβόταν κάτω από ένα διάχυτο αποχαιρετιστήριο βλέμμα, που έκανε τα σπινθηροβόλα μαύρα μάτια του να θυμίζουν κάτι από το πρόσφατο πένθος. Είχε μόλις προ ολίγων μηνών αποχαιρετήσει την αγαπημένη του συντρόφισσα. Δεν είπα τίποτα στον Ηρακλή, ένιωσα όμως ότι η σκέψη του βρισκόταν αλλού, σε ένα μεταφυσικό περιβάλλον, ίσως σε ένα όραμα μέσα στο οποίο κυριαρχούσαν αγαπημένα βλέμματα, ταξιδεμένα όπως είπαμε και ειδύλλια φευγάτα στο αναπόδραστο ταξίδι της ανθρώπινης μοίρας. Ίσως να ταξίδευε νοερά ανάμεσα σε αναμνήσεις και υπερβατικές συγκινήσεις. Ίσως και να μην μπορούσε να δραπετεύσει, να μην το ήθελε δηλαδή, από το ανεπαισθήτως για μας, κυριαρχικά για τον ίδιο, βλέμμα της Ελένης του. Θυμήθηκα ένα στίχο του αγαπημένου του Ερωτόκριτου:
Mα εδά μηδέ το ράψιμο, κουτσούνα, ουδέ κοντύλι
έγνοια κιαμιά μού δίδουσι, μα πρικαμένα χείλη.
Αποχαιρετώντας έναν άνθρωπο που έχει συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής καταλήγεις πάντα σε όχι άσκοπους απολογισμούς. Βλέπεις τον Γιώργη Πυργιανάκη να μεγαλώνει στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας, σκέφτεσαι πως ήταν από τους τελευταίους που γνώρισαν την αγωνιζόμενη Κρήτη, τον συναντάς στα αγαπημένα του βουνά, στα αμπέλια του Κρουσώνα, στα πολεμικά γεγονότα, στους κοινωνικούς αγώνες, τον συναντάς εν ολίγοις στις σελίδες της ιστορίας, τον συναντάς σαν δυναμικό κομμάτι του όλου, σαν ροή γεγονότων ασπρόμαυρης ταινίας κινηματογράφου που εξακολουθεί να συγκινεί γιατί διηγείται πράγματα που αγαπήσαμε από πρόσωπα που αγαπήσαμε και αγαπάμε. Γεγονότα που μας φαίνονται μακρινά και απρόσιτα γίνονται οικεία, σκέφτεσαι τον χρόνο που για μια στιγμή συντομεύει και θυμάσαι τις ιστορίες που μας έθρεψαν όλους σαν νάματα του χρέους. Οι σύγχρονοι ιστορικοί άρχισαν να εντοπίζουν όλο και περισσότερο τη δυναμική της ιστορίας συνδέοντάς την με τους πρωταγωνιστές της ζωής, τους χιλιάδες πρωταγωνιστές που κίνησαν τον κόσμο, όχι στους ηγέτες που συχνά προσπαθούν να φέρουν τον κόσμο στις προσωπικές τους διαδρομές. Διάλεξα ένα επίθετο κι ένα ουσιαστικό για να αποχαιρετήσω από την πλευρά των φίλων των παιδιών του τον Γιώργη Πυργιανάκη. Τις λέξεις σεβάσμια μορφή. Κι αν διάλεγα ακόμη μια λέξη, θα διάλεγα τη λέξη σεπτή. Προσκυνούμε τη μνήμη του ως ένα κομμάτι προγονικό, ένα λαμπερό κομμάτι της αθωότητας, ως έκφραση ιδανικών και αξιών. Και τον ευχαριστούμε για το πλούτος που χάρισε στην κοινωνία ανατρέφοντας παιδιά με γνώμονα το ήθος και την προσήλωση σ’ αυτές ακριβώς τις αξίες.
Παρά τα 100 χρόνια, ο γονιός είναι γονιός, είναι ρίζα. Η μοίρα έκανε πολλούς από μας να καταλάβουν τι σημαίνει αποκοπή από τη ρίζα. Τώρα μένει η μνήμη. Ίσως να έχουν δίκιο όσοι λένε ότι πραγματικός θάνατος δεν είναι ο φυσικός και αναπόδραστος, αλλά η λήθη των επόμενων γενεών. Αλλά για ποια λήθη μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα; Για το αναστημένο βλέμμα του σεβάσμιου γέροντα; Σ’ αυτή τη μνήμη, ανώτερη από ψηφιακές καταγραφές, κυριαρχεί η μορφή που εξακολουθεί να βαδίζει σαν όραμα από τα σοκάκια του Κρουσώνα, μέχρι τους δρόμους του χρέους. Αντί για άλλα λόγια θέλω να ανάψω μαζί με όλους τους φίλους των παιδιών του ένα κεράκι στη μνήμη του, διαβάζοντας και όχι δυστυχώς απαγγέλλοντας από στήθους, στίχους που αποτέλεσαν γνώμονα ζωής για κείνον.
Όποιος τσι μεγαλότητες ζητά ετουνού του κόσμου
και δε γνωρίζει πως επά διαβάτης είν’ του δρόμου,
μα ρέμπεται στις αφεντιές, στα πλούτη του καυκάται,
εγώ άγνωστο τόνε κρατώ και πελελός λογάται.
Τούτα ’ναι ανθοί και λούλουδα, διαβαίνου και περνούσι
και μεταλλάσσουν τα οι καιροί, συχνά τα καταλούσια
σαν το γυαλί ραγίζουνται, σαν το καπνό διαβαίνου,
ποτέ δε στέκου ασάλευτα, μα πιλαλούν και πηαίνου.
Σ’ ένα κόσμο που δε στέκει ασάλευτος, ο σεβάσμιος γέρων είχε τη σοφία να μην αποζητήσει τις μεγαλότητες, γνωρίζοντας πως διαβάτης είναι του κόσμου. Σκέφτομαι πως επιτάχυνε τα βήματά του σαν διαβάτης του ονείρου γιατί είχε καιρό να ακούσει Ερωτόκριτο η Ελένη του…
Επικήδειος λόγος που εκφωνήθηκε στις 20-07-2008, ημέρα της κηδείας του.

