Του Ν. Τσαγκαράκη

Τελικά μια χαρά μάς ήρθε ο συνδυασμός μιούζικαλ και καλοκαιριού



MAMMA MIA!

Σκην.: Φιλίντα Λόιντ

Πρωτ.: Μέριλ Στριπ, Αμάντα Σίφριντ, Πηρς Μπρόσναν, Τζούλι Γουόλτερς, Κριστίν Μπαράνσκι, Κόλιν Φερθ, Στέλαν Σκάρσγκορ, Ντόμινικ Κούπερ



Η νεαρή Σόφι είναι έτοιμη να παντρευτεί τον αγαπημένο της Σκάι, αλλά πριν το κάνει θέλει ν’ ανακαλύψει επιτέλους την ταυτότητα του πατέρα της, κι έτσι προσκαλεί στον επικείμενο γάμο τους τρεις πιθανότερους πρώην συντρόφους της μητέρας της, Ντόνα, για να μάθει την αλήθεια. Κανείς τους δε γνωρίζει το σχέδιό της, κι έτσι όλοι τους θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής τους.

Κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού μιούζικαλ που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1999 στο West End του Λονδίνου σκηνοθετημένο από τη Λόιντ που αναλαμβάνει τη δημιουργική ευθύνη και σ’ αυτή την εκδοχή. Η δομή του θεατρικού διατηρείται σχεδόν αυτούσια και στο σενάριο, οπότε όσοι πηγαίνουν έχοντας δει την παράσταση να ξέρουν ότι θα βρουν ελάχιστες διαφορές- καλώς ή κακώς. Γι’ αυτό από ‘δω και στο εξής όταν αναφερόμαστε στα κοινά σημεία των δύο μορφών του κειμένου θα χρησιμοποιούμε τη λέξη έργο και θα εξειδικεύουμε αναλόγως. Το έργο λοιπόν πραγματεύεται τη μορφή της οικογένειας, ένα ζήτημα που για μια κοινωνία σαν τη βρετανική έχει ήδη ξεφύγει από την παραδοσιακή διάσταση κι έχει προσαρμοστεί στις ανάγκες που προέκυψαν μέσα από τις κοινωνικές επαναστάσεις των προηγούμενων δεκαετιών (γυναικεία χειραφέτηση, δικαιώματα ομοφυλοφίλων και μεταναστών κτλ.). Δεν είναι περίεργο λοιπόν που η Σόφι αποφασίζει ότι δε χρειάζεται να ξέρει ποιος είναι ο πατέρας της για να νιώθει ολοκληρωμένη, κι ότι αποφασίζει ότι η πραγματική της επιθυμία είναι να γυρίσει τον κόσμο αντί (ή τουλάχιστον προτού) να ‘αποκατασταθεί’ από τον αγαπημένο της. Το φιλμ επικυρώνει την μονογονική οικογένεια και μάλιστα μέσα σ’ ένα κοσμοπολίτικο πλαίσιο αποτελούμενο από τρεις συντρόφους διαφορετικής εθνικότητας, τη ζωή της Ντόνα ως μετανάστριας (οι ειδυλλιακές συνθήκες δεν αναιρούν το γεγονός ότι μια αγγλίδα έχει παλέψει για να ‘χτίσει’ τη ζωή της στην Ελλάδα, αντιθέτως μάλιστα το κομμάτι «Money, money, money» υπάρχει για να τονίσει ακριβώς τον αγώνα της επιβίωσής της), και την προτίμηση των νεαρών χαρακτήρων για κινητικότητα διαμέσου συνόρων σε αντίθεση με τον γάμο και την παραμονή σ’ έναν τόπο, επιλογές που αφήνονται στην προηγούμενη γενιά. Και μόνο με την προοδευτικότητά του λοιπόν το έργο αξίζει να μας προκαταλάβει θετικά, αλλά είναι εξίσου λειτουργικό στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο; Σε γενικές γραμμές ναι, όχι επειδή δεν έχει ελαττώματα αλλά επειδή τα ελαττώματά του δεν είναι αρκετά έντονα για να επισκιάσουν τα προτερήματα που είναι περισσότερα. Η Λόιντ μπορεί να ξέρει το αντικείμενό της απ’ έξω κι ανακατωτά, ενώ κανείς δε μπορεί ν’ αμφισβητήσει τη μακροχρόνια αναγνωρισμένη θεατρική θητεία της. Ωστόσο, αφενός τα παραπάνω δεν προεξοφλούν αποτελεσματική κινηματογραφική αντίληψη, αφετέρου δε μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει ότι η ταινία παραμένει θεατρικά αποσπασματική, χωρίς να υπάρχουν μεταβάσεις που θα έκαναν πιο συνεκτική την αφήγηση, χωρίς να ‘αποθεώνονται’ τα νούμερα που το αξίζουν και χωρίς να δίνεται η αίσθηση κλιμάκωσης. Επίσης, οι χωρικοί του ‘χορού’ είναι τοποθετημένοι αδέξια στις σκηνές τους καθώς καμία από τις παρεμβάσεις τους δεν είναι επιτυχημένη και πηγαία χιουμοριστική.

Από την άλλη, τα αυθεντικά ελληνικά τοπία είναι θαυμάσια φωνογραφημένα από τον ελληνικής καταγωγής Χάρη Ζαμπαρλούκο, ολοφώτεινα, ηλιόλουστα και λαμπερά, ενώ το γυναικείο καστ κλέβει την παράσταση από τους άντρες οι οποίοι έχουν μάλλον διακοσμητικούς ρόλους. Η Στριπ παρασύρει με το πολύπλευρο ταλέντο της το οποίο συνδυάζει με τον ενθουσιασμό της για τον ρόλο που ζήτησε η ίδια να υποδυθεί, η κινηματογραφική της κόρη, Σίφριντ, την ακολουθεί με την ίδια ζωντάνια, ενώ οι φίλες της, Γουόλτερς και Μπαράνσκι, δεν υπολείπονται καθόλου των προηγούμενων σε ενέργεια και μπρίο.

Στο αρσενικό ‘στρατόπεδο’, οι Σκάρσγκορ και Φερθ είναι απλώς συμπαθητικοί όπως πάντα άλλωστε, ενώ ο Μπρόσναν φυσικά διατηρεί το παράστημα και τη γοητεία χάρη στα οποία ενεπλάκη σ’ ένα τέτοιο σχέδιο εξαρχής, αλλά δυστυχώς η κακοφωνία του δεν του αφήνει περιθώρια δράσης, αντιθέτως τον αφήνει μάλλον εκτεθειμένο. Και στο αρσενικό ‘στρατόπεδο’, η παρουσία που εκπλήσσει είναι εκείνη του Κούπερ η νεανική ορμητικότητα του οποίου ταιριάζει απολύτως με την αντίστοιχη της Σίφριντ. Για τη μουσική δεν υπάρχουν πολλά να προσθέσει κανείς πέρα από τα ήδη γνωστά, εκτός από το ότι η ζωηρή ενορχήστρωση αποδίδει τα τραγούδια με μάλλον αναμενόμενο τρόπο παίζοντας εκ του ασφαλούς, ενώ κατά τη γνώμη μας η σύνθεση θα μπορούσε να έχει εκσυγχρονίσει μερικά απ’ αυτά ώστε να απευθυνθεί πιο εύκολα σε περισσότερες από τις ήδη εξασφαλισμένες ηλικιακές ομάδες. Όσο για τις χορογραφίες, ακόμη και αυτές δεν έχουν να παρουσιάσουν κάτι εντυπωσιακό, αναπαράγοντας τα μοτίβα της παράστασης.

Τα παραπάνω εννοούν ότι το φιλμ χαρίζει απλόχερα καλοκαιρινή διασκέδαση με πολύ κέφι και ζωντάνια, αρκετά τουλάχιστον ώστε να συγκαλύπτει σ’ έναν βαθμό την έλλειψη έμπνευσης σε πολλά του σημεία. Για ν’ απαντήσουμε λοιπόν στο ερώτημα της περασμένης Παρασκευής: καλοκαιρινό και ξένοιαστο; Απολύτως. Σπουδαίο; Πολύ θα θέλαμε ν’ απαντήσουμε ναι, αλλά διατηρούμε αμφιβολίες.



1ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ JAZZ «ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΒΙΔΗΣ»



Ένα jazz festival στο Ηράκλειο; Πριν από μερικά χρόνια θ’ ακουγόταν τρελό. Αλλά πριν από μερικά χρόνια, πολλοί άλλοι καλλιτεχνικοί θεσμοί θ’ ακούγονταν επίσης τρελοί σε μια πόλη που μόνο τώρα έχει αρχίσει να εγκαταλείπει τη φοβική στάση της προς τον υπόλοιπο κόσμο και να επανασυνδέεται αργά αλλά σταθερά μαζί του. Το Ηράκλειο μέχρι σήμερα δεν ήταν απλώς γεωγραφική επαρχία, αλλά ακόμη χειρότερα, και πολιτιστική. Εσωστρεφής, προσωπολατρική, ιδεοληπτική, η πολιτιστική δραστηριότητα της μεγαλύτερης πόλης της Κρήτης ατροφούσε κάθε χρόνο περισσότερο με τρόπο που φαινόταν μη αναστρέψιμος.

Για το πώς τελικά τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αρχίσει να συμβαίνουν διαφορετικά πράγματα, να λαμβάνονται πρωτοβουλίες και να ενεργοποιούνται πυρήνες σε πολλούς διαφορετικούς καλλιτεχνικούς τομείς, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά περίπλοκο θέμα για ν’ αναπτυχθεί εδώ. Προς το παρόν, σε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις που η στήλη αναφέρεται σε μη κινηματογραφικό θέμα, θα θέλαμε να κάνουμε μια αναφορά στο φεστιβάλ τζαζ που πραγματοποιήθηκε από τις 30 Ιουνίου ως τις 2 Ιουλίου στο «Τεχνόπολις» στη μνήμη του αδικοχαμένου μουσικού Κώστα Κουβίδη, που σκοτώθηκε πέρυσι σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ως συνοδηγός, επειδή κάποιος παραβίασε το κόκκινο φανάρι. Το τριήμερο των μουσικών εκδηλώσεων συνοδεύτηκε από έκθεση αφίσας στην οδό Δαιδάλου και εικαστικής δημιουργίας στη βασιλική Αγίου Μάρκου, πολυμορφία που εδραίωσε την παρουσία του φεστιβάλ στην πόλη, ενισχύοντας παράλληλα τόσο το ανθρωπιστικό όσο και το καλλιτεχνικό του μήνυμα.

Οι συναυλίες όμως νομίζω ξεπέρασαν κάθε προσδοκία, όχι απλώς με την ποιότητα των συγκροτημάτων και των παραστάσεων αλλά κυρίως με τη συμμετοχή και την ενέργεια του τοπικού κοινού που γέμισε το ανοιχτό θέατρο του «Τεχνόπολις» και τα τρία βράδια, αποδεικνύοντας γι’ άλλη μια φορά ότι στο Ηράκλειο υπάρχει κόσμος που αναζητάει διαφορετικά ερεθίσματα κι ότι περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για ν’ ανταποκριθεί. Κλασική jazz, blues funk, jazz funk, gospel, hip-hop σε ζωντανές ερμηνείες από συγκροτήματα που τα λατρεύουν κι έχουν διαπρέψει σ’ αυτά, με κοινό που παρακολούθησε άμεσα κι ενθουσιασμένα, περιμένοντας ακόμη περισσότερα από την επόμενη διοργάνωση που θα πρέπει να θεωρείται σίγουρη.

Ένας εξαιρετικός θεσμός που ξεκίνησε με μια τραγική αφορμή, αλλά τιμά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη μνήμη ενός ανθρώπου, με την καλλιέργεια και διάδοση της μουσικής που εκείνος είχε αγαπήσει και υπηρετούσε. Έστω κι έτσι, ας είναι αυτή η αρχή για να ‘ξυπνήσει’ η πόλη, να βγούμε απ’ τα σπίτια μας για να διαπιστώσουμε ότι επιτέλους κάτι συμβαίνει γύρω μας που αξίζει την προσοχή μας επειδή μας αφήνει πιο ζωντανούς, μας κάνει πιο ενδιαφέροντες, και μας επανενωνει με τον υπόλοιπο κόσμο χωρίς να πειράζει την πανέμορφη θάλασσα που μας περικυκλώνει. Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές της διοργάνωσης, και να είναι σίγουροι ότι περιμένουμε με ανυπομονησία την επόμενη συνάντηση το καλοκαίρι του 2009.