Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Μέσα στη δίνη των γεγονότων για το θέμα της ίδρυσης Eφετείου στο Ηράκλειο, δεκάδες ποινικολόγοι και από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης ένωσαν τη γροθιά και τη φωνή τους και προχώρησαν στη δημιουργία της «Παγκρήτιας Ένωσης Ποινικολόγων».

Σε μία περίοδο που η Ελληνική Δικαιοσύνη μετέρχεται τη δική της θεσμική κρίση, ποινικολόγοι από το Ηράκλειο, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Λασίθι επιχειρούν να ασκήσουν ουσιαστική αλλά αυτόνομη παρέμβαση για την προστασία του Ποινικού Δικαίου.

Τον τελευταίο καιρό ολοένα και πληθαίνουν οι καταγγελίες ποινικολόγων της Κρήτης που μετέχοντας στην εκδίκαση υποθέσεων κυρίως στο Εφετείο, κάνουν λόγο για «δικαστές υπό ομηρεία» ή για «διατεταγμένη δικαιοσύνη». Πριν από μερικούς μήνες εξάλλου δημόσια καταγγελία δικηγόρου του Ηρακλείου σε βάρος Εφέτη, ο οποίος φέρεται να εξέδωσε καταδικαστική απόφαση πριν ακόμα ολοκληρωθούν η πρόταση της εισαγγελέως, οι αγορεύσεις των συνηγόρων και οι απολογίες των κατηγορουμένων, προκάλεσε την παρέμβαση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου αλλά και την αντίδραση των δικηγορικών συλλόγων Ηρακλείου και Χανίων που εξέδωσαν σχετικές ανακοινώσεις.

Η ιστορική συνάντηση για την ιδρυτική συνέλευση της Παγκρήτιας Ένωσης Ποινικολόγων έγινε το Σάββατο 5 Ιουλίου, στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Ρεθύμνου, με την συμμετοχή 35 ιδρυτικών μελών-δικηγόρων απ’ όλη την Κρήτη που ασχολούνται με την ποινική δικηγορία.

Όπως αναφέρεται στο καταστατικό, η έδρα της Ενώσεως θα είναι το Ηράκλειο, ενώ από την σύνθεση της διοικούσας επιτροπής αποκαλύπτεται η ομοψυχία που υπάρχει από ποινικολόγους και των τεσσάρων νομών να προχωρήσει αυτό το «εγχείρημα». Την προσωρινή διοικούσα επιτροπή αποτελούν οι δικηγόροι Μανόλης Μαρκογιαννάκης, Αντώνης Δαμανάκης και Γιώργος Στειακάκης από το Ηράκλειο, ο Γιάννης Ντερμανάκης από τα Χανιά και ο Βαγγέλης Μουνδριανάκης από το Ρέθυμνο.

Όπως ανέφερε ο κ. Στειακάκης, «σκοπός της Ενώσεως είναι η προαγωγή της ποινικής επιστήμης και της ποινικής δικηγορίας, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και των λοιπών παραγόντων της ποινικής διαδικασίας, η στήριξη του καθήκοντος των λειτουργών της ποινικής δικαιοσύνης με την αποτροπή εξωθεσμικών ή άλλων μορφών παρεμβάσεων στην απονομή της, ώστε η ποινική λειτουργία να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και των προσδοκιών της κοινωνίας».

Ο γνωστός ποινικολόγος Διονύσης Βέρρας υπογράμμισε ότι αν η Ένωση αυτή είχε ιδρυθεί εδώ και χρόνια, θα είχαν αποφευχθεί πολλά δεινά. «Τα τελευταία δύο χρόνια τα πράγματα είναι πολύ οξυμμένα όσον αφορά στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Η ποινική δικαιοσύνη δεν έχει μόνο το χαρακτήρα της καταδίκης των ενόχων αλλά και της αθώωσης των αθώων. Και η εφαρμογή αυτού του δευτέρου χαρακτήρα, του προστατευτικού ρόλου του ποινικού δικαίου, έχει γίνει από χαλαρή μέχρι καταργήσεως της».

Ο κ. Βέρρας υπογραμμίζει ότι οι δικηγόροι της ποινικής δικηγορίας είναι ένας ιδιαίτερος κλάδος που καθημερινά δοκιμάζονται, υφίστανται μία ψυχοφθόρα διαδικασία, πολλές φορές ακόμα και ριψοκίνδυνη και έτσι μοιραία και αναπόφευκτα είναι αλληλέγγυοι μεταξύ τους, συσπειρώνονται και μάχονται κατά αυθαίρετων συμπεριφορών για να προστατεύσουν την ποινική δικηγορία, την ποινική δίκη, την ποινική λειτουργία, την ποινική δικαιοσύνη.

Άπαντες υπογραμμίζουν ότι η λειτουργία της Ενώσεως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική προς τους δικηγορικούς συλλόγους, ούτε υποκατάστατο και υποχείριο αυτών. Σε αυτό το σημείο εξάλλου τονίζεται ότι ο αγώνας για τη δημιουργία Εφετείου στο Ηράκλειο είναι διαφορετικός και σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις του δικηγορικού συλλόγου είναι πάνω απ’ όλα, όπως για παράδειγμα η απόφαση για αποχή από τα δικαστήρια των Χανίων.

Από την πλευρά του ο δικηγόρος Ρεθύμνου Βαγγέλης Μουνδριανάκης τόνισε ότι η δημιουργία της Ενώσεως έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό που υπήρχε στην Κρήτη καθώς ο ρόλος του είναι διττός: αφ’ ενός αποσκοπεί στην επιστημονική εξύψωση του ποινικού δικαίου, αφετέρου στην πρακτική εφαρμογή του, που είναι η επόπτευση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Ο Χανιώτης δικηγόρος Γιώργος Περάκης τονίζει ότι η δημιουργία της Ενώσεως δείχνει την αναγκαιότητα ενιαίας έκφρασης για την ποινική δικηγορία και μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα όσον αφορά στον έλεγχο της διαδικασίας απονομής της δικαιοσύνης που περνάει βαθειά κρίση.