
Η προώθηση του ελληνικού ελαιόλαδου στις ξένες αγορές χρειάζεται «εθνικούς πρωταθλητές» δηλαδή μεγάλες επιχειρήσεις, χωρίς βέβαια να μας… περισσεύει έστω και ένας από τους μικρούς τυποποιητές που καταφέρνουν να κερδίζουν μικρά μερίδια στην αγορά. Αυτά τονίζει σήμερα μιλώντας στην «Π» και παρουσιάζοντας τις προσωπικές απόψεις του, ο διευθυντής του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιόλαδου Δημήτρης Χριστοδούλου. Επίσης, μιλά για τις νέες παραγωγικές χώρες του λαδιού, αλλά και για τις «αναδυόμενες», πολλά υποσχόμενες αγορές του. Από τη μακρινή Μαδρίτη όπου είναι το γραφείο του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιόλαδου, ο Έλληνας γεωπόνος και νομικός Δημήτρης Χριστοδούλου απαντά ακόμα σε ερωτήσεις σχετικά με την αναμενόμενη παραγωγή λαδιού στην Ισπανία και για τις εξελίξεις σε επίπεδο τιμών.
-Οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί βλέπουν τα δύο τελευταία χρόνια τις τιμές του προϊόντος τους να μειώνονται.
Ποια αναμένεται να είναι η τάση των τιμών σε διεθνές επίπεδο τα επόμενα χρόνια. Η αύξηση της προσφοράς είναι αντίστοιχη με τη ζήτηση;
Από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει ότι τα δυο τελευταία χρόνια, σε παγκόσμιο επίπεδο, η ζήτηση ελαιόλαδου είναι κατά τι μεγαλύτερη από την προσφορά. Αυτό λογικά θα έπρεπε να προοιωνίζει μια αύξηση των τιμών. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, αυτήν την περίοδο, κυρίως λόγω της μεγάλης αύξησης των τιμών στην περίοδο εμπορίας 2.005/06. Οι αυξήσεις αυτής της εποχής συρρίκνωσαν σημαντικά την ζήτηση τόσο στις αγορές βασικών χωρών παραγωγής όσο και στο διεθνές εμπόριο. Οι δυο τελευταίες χρονιές ουσιαστικά λειτούργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος. Βέβαια, η αγορά είναι αγορά. Σαφώς και κατά καιρούς εκδηλώνονται κάποιες κερδοσκοπικές τάσεις που, έστω για περιορισμένο χρόνο, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.
Καταλαβαίνετε , φαντάζομαι , ότι οι παράγοντες της αγοράς είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να ρισκάρουν στον ορισμό ενός επιπέδου τιμών που θα οδηγούσε πάλι σε απώλειες σε σχέση με την συνολική ζήτηση του προϊόντος και υποκατάσταση του από άλλα ανταγωνιστικά έλαια των οποίων οι τιμές έχουν ανέβει πολύ τον τελευταίο χρόνο αλλά πάντα είναι σημαντικά μικρότερες από αυτές του ελαιόλαδου. Βεβαίως πρόκειται για διαφορετικά προϊόντα, όμως ο καταναλωτής, αν νοιώσει την ανάγκη , κάνει υποκατάσταση του ενός με το άλλο.
Όλα αυτά βέβαια περιγράφουν ένα κλίμα που υπάρχει .
Για την φετινή χρονιά, ακόμα είναι πολύ νωρίς για να έχουμε κάποια αξιόπιστη ένδειξη της αναμενομένης εσοδείας, Σε γενικές γραμμές αναμένεται μια καλή εσοδεία, αλλά το ποσό καλή κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Άρα, εκτιμήσεις, σήμερα, για μελλοντικές τιμές, στην επόμενη εσοδεία, θα ήταν κάτι το πολύ παρακινδυνευμένο.
Οι δύο «σχολές» για τις τιμές του ελαιόλαδου
-Προβλέψεις μακροχρόνιες για τις τιμές του ελαιόλαδου μπορούν να γίνουν…
Εσείς βέβαια μου ζητάτε προβλέψεις τιμών όχι μόνο για την επόμενη εσοδεία αλλά και για αρκετές χρονιές μετά.
Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι βασικά υπάρχουν δυο σχολές σκέψης επί του θέματος.
Η μια σχολή υποστηρίζει ότι το ελαιόλαδο θα αποτελεί και στο μέλλον ένα βασικό προϊόν commodity product, πολύ πιο ακριβό από τα άλλα ανταγωνιστικά του εδώδιμα έλαια και η τιμή του θα είναι, στις μεν χώρες παραγωγής 3 έως 6 φορές μεγαλύτερη από την τιμή των ανταγωνιστικών του στις δε μη παραγωγικές χώρες 6 έως 12 φορές μεγαλύτερη.
Η άλλη σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι θα είναι τέτοιος ο όγκος παραγωγής από τις υπερεντατικές ελαιοκαλλιέργειες , στο άμεσο μέλλον, ώστε το μεταβλητό κόστος παραγωγής θα είναι 0,60 Ευρώ ανά κιλό και μια λογική τιμή παραγωγού θα πρέπει να είναι 2 Ευρώ το κιλό. Η θέση αυτή παρουσιάσθηκε πριν μερικούς μήνες στην μεγάλη ισπανική εφημερίδα El Pais.
Και οι δυο αυτές απόψεις έχουν στοιχεία που πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Η σχετική συζήτηση και η κριτική γι αυτές τις απόψεις ξεπερνάει τα όρια μιας συνέντευξης.
-Μπορείτε να μας παραθέσετε στοιχεία σχετικά με τα αποθέματα που «κλείνει» η Ισπανία και την προβλεπόμενη παραγωγή της την περίοδο 2008-2009;
Με βάση τα στοιχεία της 31ης Μαρτίου 2008, που παρουσίασε το ισπανικό Υπουργείο Περιβάλλοντος Αγροτικής Ανάπτυξης και Αλιείας, τα αποθέματα στις παραγωγικές επιχειρήσεις που έχουν ελαιουργεία είναι 807.000 τόνοι. Τα αποθέματα στις επιχειρήσεις συσκευασίας /τυποποίησης είναι 158.600 τόνοι . Άρα τα συνολικά αποθέματα είναι 965.600 τόνοι . Το μέγεθος αυτό είναι κατά 15,5 % μεγαλύτερο από το αντίστοιχο μέσο μέγεθος αποθεμάτων των τεσσάρων τελευταίων ετών. Αυτά είναι τα αποθέματα που υπάρχουν , ας πούμε, στον τομέα της χονδρικής.
Στον τομέα της λιανικής τώρα, οι μεγάλες αλυσίδες διανομής, όπως Eroski, El Cortes Ingles, Carrefur, Mercadona, κλπ, όπως και τα εκατοντάδες χιλιάδες μικρά ή μεσαία καταστήματα τροφίμων έχουν και αυτά τα δικά τους αποθέματα τα οποία είναι σημαντικά και υπολογίζεται ότι καλύπτουν τουλάχιστον τις ανάγκες της κατανάλωσης για ένα δίμηνο.
Φυσικά, στο τέλος Σεπτεμβρίου, δηλαδή στο τέλος του τρέχοντος εμπορικού έτους, τα αποθέματα στην χονδρική θα έχουν περιορισθεί κατά πολύ. Την περασμένη χρονιά είχαν δηλωθεί αποθέματα της τάξεως των 333.000 τόνων. Τα φετινά αναμένεται να είναι κάπως μεγαλύτερα.
Είναι πολύ νωρίς να γίνει από τώρα πρόβλεψη της Ισπανικής παραγωγής για 2.008/09. Οι βροχές του Απριλίου και του Μαΐου τόσο στην Ανδαλουσία όσο και την Καταλονία δίνουν την αίσθηση ότι πρέπει να αναμένουμε μια καλή παραγωγή ή τουλάχιστον να μη περιμένουμε μια κακή χρονιά.
-Βλέπουμε τρίτες χώρες όπως η Τουρκία να δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εμπορική πολιτική στον τομέα του ελαιόλαδου. Οι τρίτες χώρες ποια πολιτική αναμένεται να ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια. Ποιος αναμένεται να είναι ο ρόλος τους στη διεθνή αγορά;
Η Τουρκία, την οποία αναφέρατε ως παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια αυξάνει με γοργούς ρυθμούς τις ελαιοφυτίες της. Φυσικά αυτές οι φυτεύσεις χρειάζονται κάποια, έστω λίγα, χρόνια για να δώσουν την κανονική τους παραγωγή. Έχει τα λιμάνια της ανοικτά και κάνει εξαγωγές, το νόμισμα της δεν είναι και πολύ σκληρό, η παραγωγή του ελαιόλαδου γίνεται με κυρίαρχο τον εξαγωγικό προορισμό και είναι σχετικά περιορισμένη η εσωτερική του κατανάλωση. Μη ξεχνάτε όμως ότι και εμείς εξάγουμε πολύ περισσότερη σταφίδα από αυτήν που καταναλώνουμε στην χωρά μας και ίσως και το εξαγόμενο ελαιόλαδο, κάποιες χρονιές, να ξεπερνά το εγχώριος καταναλισκόμενο.
Πολλές χώρες, οι λεγόμενες αναδυόμενες χώρες στην παραγωγή και το διεθνές εμπόριο του ελαιόλαδου, αρχίζουν και τσιμπάνε όλο και μεγαλύτερα μερίδια σε μια συνεχώς διευρυνόμενη αγορά. Όμως, για πολλά ακόμα χρόνια ο κύριος όγκος της παραγωγής του ελαιόλαδου θα γίνεται μέσα στην μεσογειακή λεκάνη και οι εξαγωγικές δυνατότητες και επιτεύξεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι εκείνες που θα δίνουν το στίγμα της σχετικής αγοράς.
-Υπάρχει το ραφινέ ελαιόλαδο και το ελαιόλαδο «φυσικός χυμός» όπως όλοι γνωρίζουμε. Είναι δυνατόν να θεσμοθετηθεί αυτή η διαφορά; Και για να το εξηγήσω, είναι δυνατόν να υπάρξει ένα προϊόν που θα είναι «καθαρός χυμός ελιάς» χωρίς ανάμειξη με ραφινέ; Στο σημερινό έξτρα παρθένο, δεν βλέπουμε, τουλάχιστον πρακτικά, να ακολουθείται κάτι τέτοιο. Όλοι γνωρίζουμε ότι με την επωνυμία «έξτρα παρθένο» πωλείται φυσικός χυμός σε μίγμα με ραφινέ;
Με την ερώτηση σας βάζετε ένα θέμα που είναι θέμα προτιμήσεων της αγοράς, γενικών, περιφερειακών ή άλλων και που κατά την γνώμη μου δεν είναι θέμα αρχής. Οι άνθρωποι της αγοράς θα σας πουν, «περί ορέξεως ουδεις λόγος». Αυτό είναι σωστό αρκεί να μη γίνεται παραπλάνηση του καταναλωτή. Βέβαια, το πως εισάγονται και πως καθιερώνονται οι προτιμήσεις στην αγορά, ή και οι προτιμήσεις σε θέματα γενικότερων επιλογών, εσείς οι άνθρωποι των ΜΜΕ γνωρίζετε πολύ περισσότερα από εμένα.
«Παρθένο, ραφινέ και κουπέ»
Ας δούμε τα πράγματα λίγο πιο πεζά:
• Το ραφινέ ελαιόλαδο είναι ένα ελαιόλαδο του οποίου ένα ελάττωμα του , την οξύτητα του, το έχουμε διορθώσει μέσω της βιομηχανικής επεξεργασίας. Είναι ελαιόλαδο δεν είναι σπορέλαιο.
• Η τιμή του ραφινέ, τα τελευταία χρόνια, είναι παραπλήσια με εκείνη του παρθένου ελαιόλαδου. Η αγορά του έδωσε αυτή τη θέση.
• Από πολλούς το ραφινέ, σαν προϊόν βιομηχανικής διόρθωσης, θεωρείται σαν ένα σταθερών χαρακτηριστικών προϊόν σε αντίθεση με άλλες ποιότητες που εμφανίζουν παραλλάσαντα χαρακτηριστικά.
• Το μοντέλο κατανάλωσης του ελαιόλαδου σε όλο τον κόσμο δεν είναι το ίδιο. Δεν έχουν όλοι οι καταναλωτές την τύχη να είναι Κρητικοί και να ζουν στην Κρήτη. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, το 60% της κατανάλωσης του ελαιόλαδου περνάει μέσω των λεγομένων food services. Η νοικοκυρά/ης συνήθως δεν μαγειρεύει αλλά ζεσταίνει ένα έτοιμο ή ημιέτοιμο φαγητό. Αυτές ακριβώς οι βιομηχανίες απαιτούν σταθερά χαρακτηριστικά και αποφεύγουν τους γευστικούς εξτρεμισμούς.
• Στην αγορά των μη βιομηχανικών καταναλωτών συνήθως δεν διατίθεται αμιγές ραφινέ αλλά μείγματα του με παρθένο ελαιόλαδο. Δηλαδή τα λεγόμενα κουπέ ελαιόλαδα.
Το ραφινέ και κάθε ποιότητα ελαιόλαδου, και κάθε είδος και ποιότητα τροφίμου ή ποτού γενικότερα, πρέπει να σημαίνεται σωστά, πρέπει να ετικετοθετείται με ακρίβεια και χωρίς παραπειστικές αναφορές πρέπει να γίνεται γνωστό γι αυτό που είναι και για αυτό που προσφέρει και τίποτα περισσότερο.
Ίσως όλα αυτά να φαίνονται μεροληπτικά υπέρ του ραφινέ. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κανένα προσωπικό ή άλλο λογο για να εκφράζω κάποια μεροληψία. Σίγουρα , σαν Έλληνας ενοχλούμαι που τα δικά μας παρθένα ελαιόλαδα αποτελούν όχημα για να πουληθούν στην αγορά ελαττωματικά ελαιόλαδα που απαλλάχθηκαν του ελαττώματος τους μέσω του ραφιναρίσματος. Όμως, όπως είπαμε, η συνολική αγορά ελαιόλαδων δεν είναι πλεονασματική. Άρα, είναι θέμα καλής διαπραγμάτευσης πως θα πουληθεί καλά στην αγορά το καλό δικό μας προϊόν . Ε λοιπόν ας την κάνουμε αυτή την καλή διαπραγμάτευση και ας φτιάξουμε και τους όρους αυτό να έχει και συνέχεια.
-Θα εξακολουθήσει η Ε.Ε. να προωθεί τα μίγματα;
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός των άλλων, ακολουθείται μια αρχή, πολύ λογική και πολύ δημοκρατική, κατά την άποψη μου, που λέγεται αρχή της Επικουρικοτητας. Η παρουσίαση αυτού του νομικού ορού είναι κάτι το αρκετά πολύπλοκο. Για να κάνουμε τα πράγματα απλά, ας πούμε ότι σε γενικές γραμμές, επικουρικοτητα είναι «Αν κάτι μπορεί να αντιμετωπισθεί σε ένα κατώτερο επίπεδο, τότε δεν το στέλνεις να ρυθμισθεί από κανόνα ενός οργάνου που λειτουργεί σε ανώτερο επίπεδο». Πολλές φορές, για την κυκλοφορία κάποιων αγαθών στην αγορά η κοινοτική νομοθεσία, πιστή στην αρχή της εποικουρικοτητας, δεν θεσπίζει κοινοτικούς κανόνες αλλά αφήνει τη ρύθμιση του θέματος στις εθνικές νομοθεσίες.
Αν αναφέρεστε σε μίγματα διαφόρων ποιοτήτων ελαιόλαδου μεταξύ τους, αυτό γιατί να απαγορεύεται. Αρκεί φυσικά η σήμανση να είναι σωστή, η ετικέτα κατάλληλη, κλπ., κλπ.
Αν αναφέρεστε σε μίγματα σπορέλαιων με ελαιόλαδο, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Τότε η παραπλάνηση του καταναλωτή είναι ευκολότερη. Πάντα οι μεγάλες διαφορές τιμών ανάμεσα στα συστατικά τέτοιων μιγμάτων μπορούν να βάλουν κάποιον σε πειρασμό για απατές. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πρέπει να είναι άρτια οργανωμένοι, κλπ κλπ.
Και βέβαια, για αυτής της κατηγορίας τα μίγματα, δηλαδή ελαιόλαδο με σπορέλαια, η συζήτηση μπορεί να τοποθετηθεί και σε άλλο επίπεδο. Ένα επίπεδο, ας πούμε, θεσμικό. Θα πρέπει δηλαδή για τα θέματα αυτά να υπάρχει κοινοτική ρύθμιση η είναι θέμα της κάθε χώρας το τι επιτρέπει να κυκλοφορεί εντός της επικράτειας της και τι απαγορεύει.
Εγώ, σαν Έλληνας, βολεύομαι προσωρινά στην άποψη να υπάρχει κοινοτική απαγόρευση στην κυκλοφορία μιγμάτων ελαιόλαδου με σπορέλαια, κατανοώ όμως ότι το θέμα δεν είναι μονοδιάστατο και θέλει περισσότερο ψάξιμο κυρίως ως προς την δυνατότητα διάθεσης ελαιόλαδου σε αγορές που τώρα αυτό δεν μπορεί να τις προσεγγίσει.

