
Ν’ αλλάξει το άρθρο 16 του Συντάγματος για την Παιδεία
Το θέμα που δίχασε το ΠΑΣΟΚ επαναφέρει, με συνέντευξή του στην “Π”, ο βουλευτής του Κινήματος Νάσος Αλευράς
Τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας πιθανότατα θα μείνουν στη μνήμη μας, για τα πολλά «περίεργα» που έχουμε διαβάσει, μάθει, παρακολουθήσει ακόμη και ζήσει. Από την αγγελία της πώλησης ενός μωρού(!) σε ιστοσελίδα δημοπρασιών της Νότιας Γερμανίας στην τιμή του ενός ευρώ μέχρι και την ανάγκη για εξεύρεση φθηνής βενζίνης που αποτυπώνεται -μεταξύ άλλων- από την 4η θέση που καταλαμβάνει παγκοσμίως η φράση «φθηνή βενζίνη» σε μία από τις πιο δημοφιλείς σελίδες ανεύρεσης πληροφοριών στο διαδίκτυο, τη διάσημη «Yahoo». Δείγματα γεγονότων που –δυστυχώς- έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά ζητημάτων που έχουν δημιουργηθεί από τα καθημερινά αδιέξοδα.
Μήπως όλα αυτά τελικά σηματοδοτούν την ανάγκη να μείνουμε μακριά από τις θεωρίες, οι οποίες τις προηγούμενες δεκαετίες γνώρισαν την ακμή τους, και να προχωρήσουμε απευθείας στην επίλυση των προβλημάτων; «Χρειάζονται λιγότερες θεωρητικολογίες και προσεγγίσεις ρεαλιστικές και ειλικρινείς των προβλημάτων, με σχέδιο και συγκεκριμένες προτάσεις», προτείνει ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Νάσος Αλευράς, μπροστά στα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν όλους τους πολίτες της χώρας.
Ο πρώην υφυπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Πολιτισμού, με πείρα όμως και στα θέματα από το χώρο της Παιδείας, μιλώντας για όλα τα ζητήματα της επικαιρότητας στην «Π», δε διστάζει να παραδεχτεί πως είναι υποστηρικτής της αναθεώρησης του άρθρου 16, την ώρα που ολόκληρο το ΠΑΣΟΚ μάλλον δείχνει να μην έχει συγκεκριμένη θέση: «Δεν ωφελεί σε τίποτε η άρνηση των αλλαγών και της στρατηγικής αναβάθμισης της Παιδείας», μας λέει ο ίδιος, κατηγορώντας όμως τη σημερινή Κυβέρνηση για υποβάθμιση του διάλογου που είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή της προοπτικής μιας μεγάλης εθνικής συνεννόησης για τη δημόσια εκπαίδευση.
Ο ίδιος, κληθείς να σχολιάσει το νέο –διατροφικό αυτή τη φορά-σκάνδαλο με το ηλιέλαιο ξεκαθάρισε μέσω της «Π» πως η ΝΔ με τους χειρισμούς της προσπαθεί να αποποιηθεί των ευθυνών της προσθέτοντας πως είναι ένα ακόμη δείγμα που αποτυπώνει την παράλυση του κρατικού μηχανισμού.
«Είναι προφανές ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι καθώς οι διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης δε βασίζονται σε νομικά επιχειρήματα», υποστηρίζει ο Βουλευτής στη Α’ Αθηνών, σχετικά με το μέλλον των εργαζομένων στο…γερμανικό πλέον ΟΤΕ.
Παράλληλα, ο πρώην υφυπουργός στις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη, μας εξηγεί γιατί το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει πως ο κ. Βγενόπουλος και η ΝΔ διαπλέκονται, πώς το κόμμα του θα αντιμετώπιζε τις αγωγές ενός επιχειρηματία κατά των πολιτικών αρχηγών αν το ίδιο ήταν στην Κυβέρνηση, ενώ μας απαντά αν το ΠΑΣΟΚ είναι πλέον σε θέση να αναλάβει ξανά την εξουσία.
κ. Αλευρά, εάν επιχειρήσει κάποιος να επισκεφτεί την προσωπική σας ιστοσελίδα (www.alevras.gr ) θα αντικρίσει, από την πρώτη στιγμή, τη φράση «λιγότερα συνθήματα, περισσότερη δουλειά». Αλήθεια, σε ποιους απευθύνεστε; Στο ΠΑΣΟΚ δε χρησιμοποιείτε συνθήματα; Θεωρείτε πως έχει περάσει η εποχή των συνθημάτων;
Το ζήτημα είναι η αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των πιεστικών προβλημάτων της καθημερινής ζωής των πολιτών. Εκεί κρίνονται οι πολιτικές δυνάμεις και οι πολιτικοί.
Για πολλά χρόνια η ελληνική πολιτική σκηνή ήταν δέσμια κομματικών δογματισμών και πρακτικών ρουσφετολογικών.
Θεωρώ ότι τώρα πρέπει να στραφούμε με ειλικρίνεια στον πολίτη, κόντρα σε αυτές τις ξεπερασμένες λογικές του παρελθόντος. Να σκύψουμε στα προβλήματα που τον απασχολούν: το καυτό ζήτημα της απασχόλησης των ανέργων και ιδιαίτερα των νέων, η ακρίβεια και οι επιπτώσεις της στην καθημερινότητα ειδικά των συνταξιούχων, η ποιότητα των υπηρεσιών εκπαίδευσης και η πρόσβαση σε μια ποιοτική παιδεία, το επίπεδο των υπηρεσιών υγείας, τα προβλήματα του περιβάλλοντος.
Χρειάζονται λιγότερες θεωρητικολογίες και προσεγγίσεις ρεαλιστικές και ειλικρινείς των προβλημάτων, με σχέδιο και συγκεκριμένες προτάσεις. Έτσι μόνο θα μπορέσουμε να δουλέψουμε δημιουργικά και με αποτέλεσμα προς όφελος της κοινωνίας και να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Θητεύσατε επί μακρόν ως τομεάρχης Παιδείας στο κόμμα σας και νομίζω πως η κατάσταση στο συγκεκριμένο χώρο μυρίζει ξανά «μπαρούτι» μετά από τις κινητοποιήσεις του 2007. Στόχος κάποιων φοιτητικών οργανώσεων είναι η μη εφαρμογή του νόμου-πλαισίου με αποτέλεσμα να παρακολουθούμε ακόμη και σκηνές βίας στα Ανώτατα Ιδρύματα. Πρέπει ή όχι να εφαρμοστεί ο νόμος-πλαίσιο εφόσον έχει ψηφιστεί και είναι νόμος του κράτους;
Οι νόμοι πρέπει να είναι σεβαστοί. Αυτό απαιτεί η δημοκρατία. Αυτό δε σημαίνει ότι δε θα επισημαίνονται οι αδυναμίες και αστοχίες των νομικών ρυθμίσεων.
Τη χρονιά που μας πέρασε ο ευρύτερος εκπαιδευτικός κόσμος αλλά και η κοινωνία ολόκληρη κατέστησαν σαφές με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι απορρίπτουν τις αλλαγές της κυβέρνησης στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ γιατί αποτυγχάνουν στο σύνολό τους να αγγίξουν, πόσο μάλλον να επιλύσουν, τα μεγάλα και ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Οι αυτάρεσκες δηλώσεις και υποσχέσεις του Πρωθυπουργού για ριζικές αλλαγές «μεταρρυθμιστικού» χαρακτήρα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κατέληξαν σε ένα νομικό κατασκεύασμα που κύριο αίτημα είχε την ένταξη του κρίσιμου και νευραλγικού τομέα της Παιδείας στους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης. Οι ρυθμίσεις του θεσπίστηκαν χωρίς να εξασφαλιστεί –όπως θα έπρεπε- η ευρύτερη συναίνεση της εκπαιδευτικής κοινότητας, είναι άτολμες, σπασμωδικές, γι΄ αυτό και δεν έδωσαν λύση στα μεγάλα προβλήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Βεβαίως και η πανεπιστημιακή κοινότητα οφείλει να ανταποκριθεί στην προσπάθεια για ένα σύγχρονο και καλύτερο Πανεπιστήμιο χωρίς πρακτικές που δυναμιτίζουν τη συναίνεση και υποβαθμίζουν τους θεσμούς.
Πρόσφατα στη Βουλή, ο κ. Στυλιανίδης καταφέρθηκε εναντίον του Προέδρου σας αλλά και του κ. Βενιζέλου κατηγορώντας τους για διγλωσσία σχετικά με τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Τελικά ποια είναι η θέση σας για τα συγκεκριμένα ιδρύματα;
Είναι ένα ζήτημα για το οποίο υπάρχουν διαφορετικές απόψεις σε όλα τα κόμματα.
Εδώ και πολλά χρόνια η θέση μου παραμένει η ίδια. Είμαι υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16, όμως πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές με αποτέλεσμα να μην περιμένουμε σπουδαία ιδιωτικά πανεπιστήμια, εκτός ίσως από ορισμένες σχολές.
Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι σήμερα στην Ανώτατη Εκπαίδευση υπάρχουν πολλά και σοβαρά προβλήματα που απαιτούν την άμεση αντιμετώπισή τους, ενώ δεν ωφελεί σε τίποτε η άρνηση των αλλαγών και της στρατηγικής αναβάθμισης της Παιδείας.
Δυστυχώς η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός φέρουν την αποκλειστική ευθύνη γιατί ευτέλισαν το διάλογο και δυναμίτισαν την προοπτική μιας μεγάλης εθνικής συνεννόησης για τη Δημόσια Εκπαίδευση.
Η λύση στην Ανώτατη Εκπαίδευση δε βρίσκεται στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων αλλά στην αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης και στη διάθεση πόρων για τα ανώτατα ιδρύματα.
Πρέπει να στηρίξουμε τα δημόσια πανεπιστήμια εξασφαλίζοντας αυτονομία και αυτοδιοίκηση, δημιουργώντας μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας, αυτοδιοίκησης και ελέγχου και προωθώντας προβλέψεις για την αύξηση της κινητικότητας στο εσωτερικό της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Σήμερα χιλιάδες νέοι εκφράζουν την αγωνία της γενιάς τους για ένα μέλλον με πολλή ανασφάλεια και λίγες προοπτικές συμμετοχής στην εργασία και την ευημερία. Μια γενιά βλέπει τις προοπτικές της να εξανεμίζονται από την κυβερνητική αδράνεια και αρνείται να δεχθεί ότι οι χάρτινες ρυθμίσεις του νόμου πλαισίου μπορούν να δώσουν λύση στα πραγματικά προβλήματα.
Κυρίαρχο επιχείρημα της σημερινής Κυβέρνησης στην προεκλογική καμπάνια του 2004 ήταν πως η κρατική χρηματοδότηση στο χώρο της Παιδείας θα αυξηθεί στο 5% του ΑΕΠ σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους. Τελικά, τα αποτελέσματα αποδεικνύουν το αντίθετο. Το ΠΑΣΟΚ, δεσμεύεται για υψηλή κρατική χρηματοδότηση;
Δυστυχώς, αποδείχθηκε ότι ήταν άλλη μια εξαγγελία της ΝΔ που μετεκλογικά ξεχάστηκε. Ενώ η ίδια η Κυβέρνηση είχε προεκλογικά δεσμευτεί ότι θα εργαστεί για την αύξηση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση στο 5% του ΑΕΠ, τρία χρόνια αργότερα, εργάστηκε όχι για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό της υπάρχουσας εκπαιδευτικής υποδομής αλλά ούτε καν για τη συντήρησή της.
Η χώρα μας δαπανά τα τελευταία χρόνια περίπου 3.340 ευρώ ανά φοιτητή, όταν οι μέσες ετήσιες κρατικές δαπάνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 7.400 ευρώ, υπερδιπλάσιες δηλαδή των αντίστοιχων ελληνικών.
Για την έρευνα και τεχνολογία η Ελλάδα δαπανά σήμερα το 0,62% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, ενώ έχει δεσμευτεί να φθάσει στο 1,55%.
Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει την Παιδεία ως επένδυση για την ανάπτυξη της χώρας και τη συνοχή της κοινωνίας. Στη βάση αυτή δεσμεύεται για την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στο 5% του ΑΕΠ στο τέλος της τετραετίας και αύξηση από τον πρώτο χρόνο κατά 1 δις. ευρώ των δαπανών για την Παιδεία.
Το πρόγραμμά μας στοχεύει στη δημιουργία ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, με άριστη δημόσια εκπαίδευση και δια βίου μάθηση. Διασφαλίζουμε στην πράξη τη δημόσια δωρεάν παιδεία για κάθε οικογένεια. Είναι ζητήματα για τα οποία το ΠΑΣΟΚ δεσμεύτηκε με το πρόγραμμά του προεκλογικά και σκοπεύει να τηρήσει όταν ξαναγίνει κυβέρνηση.
Την ίδια ώρα ένα ακόμη σκάνδαλο ταλανίζει την ελληνική κοινωνία. Αυτό με το ουκρανικό ηλιέλαιο. Η παραίτηση του προέδρου του ΕΦΕΤ δείχνει εν ολίγοις πως η ευθύνη μετατίθεται απευθείας στον Οργανισμό. Υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί έτσι ώστε η χώρα να είναι σε θέση πρόληψης τέτοιων φαινομένων;
Το διατροφικό σκάνδαλο με το ηλιέλαιο και η έκταση που λαμβάνει το πρόβλημα αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση όχι μόνο δεν επανίδρυσε το κράτος σύμφωνα με τις προεκλογικές της εξαγγελίες αλλά δημιούργησε περαιτέρω προβλήματα λόγω της παραλυσίας του κρατικού μηχανισμού.
Αντί να ενισχύσει αποτελεσματικά τον οργανισμό του ΕΦΕΤ ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους φαινόμενα και να προστατέψει τους καταναλωτές, οδήγησε στη διάλυση. Με την παραίτηση του προέδρου του ΕΦΕΤ μετακυλύεται η ευθύνη στον Οργανισμό και γίνεται προσπάθεια αποσόβησης των κυβερνητικών ευθυνών.
Σε μια οργανωμένη πολιτεία πρέπει να υπάρχουν τόσο μηχανισμοί πρόληψης που να λειτουργούν με τρόπο αποτελεσματικό ώστε να προλαμβάνονται φαινόμενα που απειλούν το καταναλωτικό κοινό, όσο και συντεταγμένοι φορείς αντιμετώπισης που να δρουν άμεσα μπροστά σε τέτοιου είδους προβλήματα μόλις αυτά προκύψουν.
Στην προκειμένη περίπτωση τίποτε από αυτά δεν υπήρξε. Η πολιτεία για μεγάλο χρονικό διάστημα παρακολουθούσε απλώς τις εξελίξεις χωρίς να λαμβάνει πρωτοβουλίες, μην έχοντας τη δυνατότητα ούτε για τη στοιχειώδη ενημέρωση του κοινού για το πρόβλημα, την έκτασή του και τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για την υγεία των πολιτών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών χάους και πανικού για τους καταναλωτές οι οποίοι αβοήθητοι δεν ξέρουν πώς να προφυλαχθούν.
Παράλληλα, δυναμώνουν οι «φωνές» από βουλευτές της ΝΔ για την ακρίβεια και τα «41 μέτρα» του Υπουργείου Ανάπτυξης των οποίων τα αποτελέσματα δεν έχουμε δει ακόμη. Η Ε.Ε. αφήνει περιθώρια παρέμβασης της ελληνικής Κυβέρνησης στο ύψος των τιμών; Πώς θα αντιμετωπίζατε εσείς, ως αυριανή Κυβέρνηση, την «ελεύθερη αγορά»;
Εμείς στηρίζουμε την «ελεύθερη αγορά» αλλά σε καμία περίπτωση την «ασύδοτη αγορά». Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει στη θεμελίωση μιας νέας σχέσης κράτους και αγοράς προς όφελος του πολίτη, για την πάταξη της ακρίβειας, την προστασία του καταναλωτή και την ασφάλεια των αγαθών.
Αυτή η νέα σχέση πρέπει να βασιστεί στη διατήρηση του ρυθμιστικού πακέτου ελέγχου από το κράτος στις υποδομές και τα δίκτυα που αποτελούν «φυσικό μονοπώλιο» με την απελευθέρωση του ανταγωνισμού στις επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Είναι απαραίτητη η ενίσχυση των μηχανισμών δίωξης αθέμιτων συμπράξεων (καρτέλ) στη διαμόρφωση των τιμών και την εξάλειψη των φραγμών για την είσοδο νέων επιχειρήσεων στην αγορά, ιδιαίτερα για τα προϊόντα λαϊκής κατανάλωσης.
Παράλληλα είναι απαραίτητη η δημιουργία ισχυρών και αποτελεσματικών ανεξάρτητων ρυθμιστικών Αρχών και η ενίσχυση του καταναλωτικού κινήματος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει το σύστημα της ελεύθερης αγοράς σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού που θα διασφαλίζει, πρώτα απ΄ όλα, την προστασία του καταναλωτή.
Από την άλλη πλευρά ο ΟΤΕ βρίσκεται πλέον στα χέρια της Deutsche Telekom με τους βουλευτές της Κυβέρνησης να αισιοδοξούν για το μέλλον των τηλεπικοινωνιών στη χώρα. Ο κ. Ρεγκούζας σε συνέντευξή του στην εφημερίδα μας, την προηγούμενη Δευτέρα, δήλωσε πως δεν πρόκειται να γίνουν απολύσεις παρά μόνο προσλήψεις. Ακούγεται λογικό για μία εταιρεία που –φυσιολογικά- θα επιζητήσει την ανάπτυξή της;
Το πρόβλημα είναι ότι δυστυχώς η κυβέρνηση δεν έχει πράξει τίποτε προκειμένου να κατοχυρώσει τις υπάρχουσες θέσεις των εργαζομένων. Η συμφωνία με τη Deutsche Telekom δεν περιλαμβάνει στους όρους της τη διασφάλιση των εργασιακών θέσεων και την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, αντίθετα βάσει της συμφωνίας η γερμανική εταιρία θα έχει αποφασιστική συμμετοχή στη διοίκηση του Ομίλου σε ότι αφορά τη λειτουργία του, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι στον ΟΤΕ να μην κοιμούνται ήσυχοι.
Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να αρκεστούμε στις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης που δυστυχώς δε βασίζονται σε νομικά επιχειρήματα.
Μεγάλες είναι οι ευθύνες της κυβέρνησης καθώς η συμφωνία με τη Deutsche Telekom δεν εξασφάλισε τη μεταβίβαση των μετοχών και του μάνατζμεντ προς το νέο εταίρο με διαφανή διαδικασία και με τρόπο επωφελή για το Ελληνικό Δημόσιο, αφού με την πράξη μεταβίβασης των μετοχών φαίνεται να επωφελείται ταμειακά ένας ιδιωτικός φορέας περισσότερο από ότι το Ελληνικό Δημόσιο.
Το τεράστιο κέρδος του κ. Βγενόπουλου συναρτήθηκε άμεσα από τις επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης οι οποίες τον κατέστησαν διαμεσολαβητή στο πέρασμα του ελέγχου του ΟΤΕ στη γερμανική εταιρία.
Από τον περασμένο Ιούνιο η κυβέρνηση με τη διάθεση του 10,7% του μετοχικού κεφαλαίου του Δημοσίου άνοιξε το δρόμο για την ιδιωτικοποίηση του οργανισμού, χωρίς να διασφαλίσει στο μέλλον το κοινωνικό όφελος και το εθνικό συμφέρον γεγονός που την καθιστά υπόλογη στους Έλληνες πολίτες.
Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, κατηγόρησαν τη ΝΔ για διαπλοκή με τον κ. Βγενόπουλο. Ποια είναι τα κύρια στοιχεία της διαπλοκής τα οποία ο κόσμος θα πρέπει να γνωρίζει;
Τα κύρια στοιχεία της διαπλοκής είναι η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και η αδιαφάνεια στις δράσεις και πολιτικές με σκοπό το ίδιο όφελος.
Χαρακτηριστικά πρόσφατα παραδείγματα διαπλοκής και αναποτελεσματικότητας της κυβέρνησης που προεκλογικά ευαγγελιζόταν τη διαφάνεια, η πρόσφατη υπόθεση του ΟΤΕ και της Deutsche Telekom, το μέγα ζήτημα των ομολόγων και των χρημάτων των συνταξιούχων αλλά και το θέμα των υποκλοπών.
Σε όλα αυτά τα ζητήματα υπήρξε πλήρης αδιαφάνεια των κυβερνητικών επιλογών χωρίς επαρκή λογοδοσία και απόδοση ευθυνών που φτάνει ακόμα και στην υπονόμευση των δημοκρατικών μας θεσμών.
Πάντως, για την ουσία του θέματος, δηλαδή τη διαπλοκή, κατηγορήθηκαν και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Και νομίζω πως πλέον οι πολίτες της χώρας όχι μόνο έχουν κουραστεί αλλά έχουν αρχίσει να απαξιώνουν την πολιτική και τους πολιτικούς. Από την μία πλευρά ο «Εθνικός προμηθευτής», ή «οι εργολάβοι-ιδιοκτήτες ΜΜΕ» και από την άλλη ο «κ. MIG». Πώς ζητάτε από τον κόσμο να σας (ξανά)εμπιστευτεί όταν τα δύο κόμματα αλληλοκατηγορούνται για διαπλοκή και διαφθορά καθώς εναλλάσσονται στην εξουσία;
Δυστυχώς το πολιτικό σύστημα διάγει κρίση αξιοπιστίας, κυρίως γιατί το πρόβλημα της διαπλοκής έχει τεθεί για πολλά χρόνια σε λάθος βάση, αντιμετωπίστηκε χωρίς αποτελεσματικές τομές και πολιτική αποφασιστικότητα.
Χρειάζονται διαδικασίες διαφάνειας και δημιουργία θεσμών ελέγχου και μεταρρύθμισης του κράτους, που θα διασφαλίζουν τη διαφάνεια στις δράσεις και πολιτικές και θα αποτρέπουν το χειρισμό των υποθέσεων με σκοπό το ίδιο όφελος.
Για να βγούμε από το σημερινό αδιέξοδο πρέπει να στραφούμε με ειλικρίνεια στον πολίτη. Είναι ανάγκη να τον πείσουμε ότι ο δρόμος για την αντιμετώπιση της διαφθοράς είναι μακρύς και δύσκολος και χρειάζεται σκληρή προσπάθεια για να πετύχουμε και να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κ. Βγενόπουλος, γιγαντώθηκε και έγινε γνωστός επί κυβερνήσεων της ΝΔ. Ο ίδιος, αρχικά καταφέρθηκε εναντίον του κ. Τσίπρα και ενός τηλεοπτικού σταθμού με αγωγές και εν συνεχεία κατά του κ. Γιώργου Παπανδρέου. Για ποιο λόγο θεωρείται πως η ΝΔ δεν έχει επισήμως κατακρίνει τον επιχειρηματία, για ποινικοποίηση του πολιτικού λόγου; Αν το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στην Κυβέρνηση και ο κ. Καραμανλής στη θέση του κ. Παπανδρέου, πώς θα είχε συμπεριφερθεί το κόμμα σας;
Για ποιο λόγο η κυβέρνηση δεν έχει ευθέως αποδοκιμάσει την τακτική του κ. Βγενόπουλου δεν είμαι εγώ αρμόδιος να σας απαντήσω, όμως αυτό δημιουργεί πράγματι ευνόητους προβληματισμούς.
Στο δεύτερο ερώτημά σας, αν και αυτό είναι υποθετικό, είμαι πεπεισμένος ότι το ΠΑΣΟΚ και στην κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε το ζήτημα με την ίδια συνεπή στάση που έχει επιδείξει και στο παρελθόν, δηλαδή της μη ποινικοποίησης του πολιτικού λόγου και της αποδοκιμασίας της απόπειρας φίμωσης των πολιτικών προσώπων.
Σε τέτοια θέματα πρέπει νομίζω όλοι να λαμβάνουν υπόψη ότι οι πολιτικοί είναι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των πολιτών, που μεταξύ άλλων ο ρόλος τους είναι να εκφέρουν ελεύθερα την άποψή τους για τα κοινωνικά ζητήματα, να ελέγχουν τις δράσεις και τις πολιτικές χωρίς να φοβούνται να διατυπώσουν πολιτικό λόγο αντιμετωπίζοντας την απειλή αγωγών.
Το ΠΑΣΟΚ, παρά την φθορά που παρουσιάζει η σημερινή Κυβέρνηση δε φαίνεται να καρπώνεται τη δυσαρέσκεια των πολιτών, παραμένοντας στη 2η θέση των δημοσκοπήσεων. Το ίδιο συμβαίνει και με τον κ. Παπανδρέου, η δημοφιλία του οποίου παρουσιάζει πτωτικές τάσεις. Μήπως τελικά ο κόσμος δεν έχει πεισθεί και δεν μπορεί να ξεχάσει τα λάθη των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ;
Δε θα συμφωνήσω μαζί σας. Τον τελευταίο καιρό η εικόνα του Γιώργου Παπανδρέου είναι βελτιωμένη καθώς έχει ανοίξει ο δρόμος για την επανάκτηση από το ΠΑΣΟΚ της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η προσέγγιση των προβλημάτων των πολιτών στην καθημερινότητά τους είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ.
Η αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνία απαιτούν μακρόχρονη και συστηματική προσπάθεια επίλυσης. Απαραίτητα κρίνονται λοιπόν τρία πράγματα: 1. η διατύπωση συγκεκριμένων προγραμμάτων δράσης 2. η ρεαλιστική πρόβλεψη οικονομικών πόρων και 3. η λήψη προτεραιοτήτων.
Τα σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα απαιτούν αποσαφηνίσεις και όχι θεωρητικοποίηση, οι πολίτες έχουν ανάγκη να σκύψουμε στα προβλήματά τους με ειλικρίνεια και με σαφείς προτάσεις και πολιτικές αντιμετώπισης.
Αυτός είναι και ο δρόμος για να ξανακερδίσει το ΠΑΣΟΚ την εμπιστοσύνη των πολιτών και να επιτύχει μια ανάκαμψη όχι απλά δημοσκοπική, αλλά με όρους νέας ηγεμονίας που θα το επαναφέρουν στη διακυβέρνησης της χώρας. Πολύ περισσότερο, που αυτόν ακριβώς το δρόμο, έχει πλέον ανοίξει η Ν.Δ. με την κυβερνητική ακινησία της.

