Από το Δημήτρη Σάββα

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Τρεις με τέσσερες δεκαετίες, περίπου, για να είμαι ακριβής, όσον αφορά σ’ εκείνη τη χρονική περίοδο, όταν στο χωριό μου, το Λαύκο του νοτίου Πηλίου, μια ταμπέλα που ακόμα τη θυμάμαι, αρκετά πολυκαιρισμένη και λίγο ανορθόγραφη, μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Ελληνόγλωσση βέβαια, αφού η ξενόφερτη λαίλαπα των ονομασιών, διαφόρων καταστημάτων, δεν είχε κάνει καν αισθητή την παρουσία της. Έγραφε λοιπόν: ΟΙΝΟΜΑΓΕΙΡΕΙΟΝ “Το τρύπιο κατοστάρι” του Ευαγγέλου Παπαδιακουμή. Ο τελευταίος ήταν ο ιδιοκτήτης του μαγέρικου, ο επονομαζόμενος “Ρούφας” για τους συγχωριανούς μου, αφού η ικανότητά του στο να ρουφάει αμέτρητες ποσότητες, κυρίως τσίπουρου, ήταν μοναδική. Αυτό που τον διέκρινε βέβαια ήταν ότι συνδύαζε το μόνιμο κέφι με την πλήρη διαύγεια, τρόπος του λέγειν. Ετυμόλογος, αρκετά φιλόξενος και με το δικό του τρόπο δέχονταν και καλωσόριζε τον κάθε επισκέπτη, ακόμα και τους πιο υψηλούς.

Κάποτε, επισκέφθηκε το χωριό μου “ενόψει” της γιορτής της Παναγίας (του Γενεθλίου της) που γιορτάζεται στις 8 του Σεπτέμβρη, ο μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ. Ο μπάρμπα Βαγγέλης καλοδέχθηκε τον Δεσπότη, του φίλησε το χέρι και έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας, αφού η υπερβολική κατανάλωση του οινοπνεύματος, εκεί τον είχε βγάλει. Ζήτησε φυσικά και την ευλογία του και δεν έχασε καιρό να του “εξομολογηθεί”: “Δέσποτα, η δουλειά σου είναι παίρνεις διαβόλους και μέσω της εκκλησίας να τους βγάζεις αγγέλους, ενώ η δική μου είναι διαφορετική, παίρνω αγγέλους και βγάζω διαβόλους”. Αυτός ήταν ο μπάρμπα Βαγγέλης, ο Ρούφας, με το μαγέρικό του, από το οποίο ακόμα φτάνουν στα αυτιά μου εκείνες οι παλιές μελωδίες, συνοδευόμενες με την καπνισμένη κιθάρα, που μόνιμα τη θυμάμαι κρεμασμένη στον τοίχο. Και το τραγούδι, ένα από εκείνα τα παλιά της εποχής: “Γυρνώ κάθε βράδυ στο σπίτι σου απέξω και μέσ’ στο σκοτάδι χωρίς να προσέξω τους περαστικούς...”, όπως ακόμα έρχονται για να “σπάσουν” τη μύτη μου εκείνες οι ανεπανάληπτες μυρουδιές από τις δυο μεγάλες κατσαρόλες που έβραζαν συνεχώς πάνω στη μεγάλη σόμπα - φούρνο, φυσικά με ξύλα. Τι ομορφιά και τι χάρη που είχαν εκείνες οι εποχές! Πόση ζεστασιά και αγάπη εξέπεμπαν εκείνα τα μαγέρικα, τα οινομαγειρεία όπως τα έλεγαν οι περισσότεροι. Με μια μοναδική προσφορά. Καλό φαγητό, διάφορους μεζέδες, απλούς τις πιο πολλές φορές, καλό κρασί και κυρίως καλή διάθεση. Πολλοί είναι εκείνοι που πήγαιναν για φαγητό και άλλοι για να κάνουν ρέγουλα, πίνοντας γουλιά - γουλιά το κρασάκι τους.



****



Το παλιό Ηράκλειο ήταν γεμάτο από τέτοια μαγέρικα, τα οποία ήταν διασκορπισμένα, τόσο στις γειτονιές, αλλά τα πιο πολλά ήταν στο κέντρο και συγκεκριμένα στην οδό της 25ης Αυγούστου, στην οδό 1821, μέσα στην αγορά, στην Πλατειά Στράτα (στη σημερινή Καλοκαιρινού), στην οδό Χάνδακος, στην περιοχή του λιμανιού και σε άλλα σημεία που πιθανότατα αυτή τη στιγμή να μου διαφεύγουν.

Στο λιμάνι υπήρχαν τα οινομαγειρεία του Ηλία Λιονή, του Γιώργου Χαρκιολάκη και του Μανόλη Μαρή, ο οποίος κατάγονταν από τα Λιβάδια και είχε επικρατήσει να λέγεται στου Λιβαδιώτη. Σ’ αυτά τα στέκια σύχναζαν, πέρα από τους πελάτες που έρχονταν να φάνε και να κάνουν το παρεάκι τους, λιμενεργάτες που δούλευαν στις διάφορες δουλειές του λιμανιού. Χαρακτηριστικό τους, το φρέσκο ψάρι και φυσικά το καλό κρασί που οι εργάτες του λιμανιού το έπιναν κυρίως με τις κούπες!

Βορειοδυτικά της πλατείας των 18 Άγγλων, ήταν το μαγέρικο του Γιάννη Χαρκιολάκη, που τον έβρισκες και Μπακαλάκη, γιατί ακριβώς δίπλα διατηρούσε ένα δικό του μεγάλο μπακάλικο. Ήταν δηλαδή μια μπακαλοταβέρνα, θα λέγαμε σήμερα. Επίσης, του Μανόλη Τζανακάκη, απέναντι από την είσοδο του Αγίου Δημητρίου. Ακόμη δίπλα στη σημερινή Ιονική Τράπεζα, ήταν το εστιατόριο “Κνωσός” μαζί με το ομώνυμο ξενοδοχείο ύπνου του Δημητρίου Ζέη.

Στην αρχή της Χάνδακος ήταν το μαγέρικο του Μιχάλη Δανδουλάκη, παραδίπλα ένα άλλο του Νικολάου Κρασαδάκη και πιο ανατολικά του Σταύρου Ιακωβίδη. Λίγο πιο πάνω και συγκεκριμένα στο σημείο που πριν δυο δεκαετίες περίπου ήταν ο φούρνος του Νερατζούλη, στο σημερινό κατάστημα του Σαβοϊδάκη, απέναντι από την αρχή της οδού Έβανς, υπήρχε το εστιατόριο του Μανόλη Αντωνιάδη. Λίγο απόκεντρα θα το χαρακτηρίζαμε εκείνη την εποχή προς το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν δυο πολυτελή εστιατόρια και για να κυριολεκτώ μάλλον οι παλιότεροι τα θυμούνται ως ουζερί κυρίως, τα “Βαλκάνια” και το “Λουζιτάνια”.

Επανέρχομαι όμως στην οδό Έβανς για να αναφερθώ στο εστιατόριο του Αριστείδη Κουμπενάκη του γνωστού Γιαμπάμπα, για τους μεγαλύτερους. Φυσικά, δεν μπορώ να παραλείψω το εστιατόριο “Ιωνία” του Γιάννη Γιωργαντέλη, που στη συνέχεια το έκαναν τα παιδιά του. Το συγκεκριμένο στέκι ήταν γνωστό σε όλους, μεγαλύτερους και νεότερους, φοιτητές, εργαζόμενους, δημοσίους υπαλλήλους, δικαστικούς, δικηγόρους, υπαλλήλους των Δικαστηρίων, αλλά και σε εργένηδες. Πολλοί απ’ αυτούς έτρωγαν και επλήρωναν μαζεμένα κάθε τέλος του μήνα, όταν φυσικά έπαιρναν το μηνιάτικό τους.

Η “Ιωνία” όμως, λόγω του κομβικού της σημείου, συγκέντρωνε και πολλούς περαστικούς πελάτες. Κάποτε, στη δεκαετία του εξήντα, ένας μεσαρίτης, αφού τέλειωσε τις δουλειές που είχε στο Ηράκλειο, πριν φύγει με το απογευματινό δρομολόγιο για τα χωριά της Μεσαράς, κάθισε στο εστιατόριο “Ιωνία” να πάρει το μεσημεριανό του φαγητό. Στο διπλανό τραπέζι κάθονταν κάποιος κύριος, το πιθανότερο ήταν δημόσιος υπάλληλος και ζήτησε λογαριασμό. Ο σερβιτόρος του είπε ότι χρωστάει εκατόν σαράντα δραχμές, φυσικά το φαγητό όλου του μήνα. Ο Μεσαρίτης πελάτης, ακούγοντας το ποσό, έντρομος, αφήνει ένα πενηντάρι για το μεσημεριανό του φαγητό και στη συνέχεια το βάζει στα πόδια. Μάταια τον αναζητούσε ο σερβιτόρος για να του δώσει τα ρέστα.

Ακριβώς απέναντι από το εστιατόριο “Ιωνία” ήταν ένα από τα γνωστά μαγέρικα, του Λάκη. Η περιοχή “των Γρουσουζάδικων” ανθούσε πραγματικά κι εκείνη την εποχή. Κατά το γνωστό μας Μήβα, του οποίου οι πληροφορίες είναι σημαντικότατες και η προσφορά του μοναδική, μας αναφέρει κάμποσα μαγέρικα, όπως του Γ. Μεζάρη ή Κισκινή, του Μιχάλη Ρωμανάκη, των αδελφών Πιταροκοίλη, του Θεόδωρου Βαλούρδου και φυσικά του Γιακουμή, το οποίο είναι γνωστό και σήμερα για τα νοστιμότατα παϊδάκια του. Επίσης ο Μηνάς Βαρδαβάς, μέσω των κεμένων του, κάνει λόγο για κάποια μαγέρικα της οδού 1866, όπως του Μυλωνάκη Μανόλη και στη συνέχεια του Γρηγόρη Παπουτσάκη ή Μουστάρδα. Πιθανότατα, αυτοί οι δυο, να ήταν σερβιτόροι στην αρχή και στη συνέχεια να άνοιξαν δικά τους μαγαζιά. Έχω την τύχη να γνωρίζω το γιό του Γρηγόρη Παπουτσάκη, τον κύριο Μιχάλη Παπουτσάκη, ένα παλιό δεξιοτέχνη μάγειρα, που σήμερα είναι συνταξιούχος και ο οποίος όταν συστήνεται πάντοτε κάνει αναφορά στο όνομα του πατέρα του “του μάστρο - Γληγόρη” όπως ο ίδιος λέει. Δίπλα στο σημερινό καφενείο του Σαρανταυγά, στην αγορά, ήταν το εστιατόριο του Γιώργου Νοικοκυράκη. Απέναντί του, στην οδό 1866 αριθμός 8, ήταν το μαγέρικο του Γεωργίου Καρούζου, το οποίο φημίζονταν για το καταπληκτικό του στιφάδο και τις περίφημες μακαρονάδες με κιμά. Λέγεται ότι οι μακαρονάδες του Καρούζου, ήταν νοστιμότατες και με ολίγη μακαρονάδα, κάποιος, χόρταινε! Έβαζε μεγάλες μερίδες και το κόστος τους, την περίοδο 1945-1946, αρκετά χαμηλό για τα σημερινά δεδομένα, αφού δίνοντας μια χάρτινη δραχμή έπαιρνες και ρέστα!

Ένα από τα γνωστά ακόμα μαγέρικα της αγοράς, ήταν και η “Τριάνα”. Ο Σμυρνιός Αλέκος Ερμής, διατηρούσε εστιατόριο στην πλατεία Κορνάρου. Φυσικά η σπεσιαλιτέ του ήταν, τόσο η νόστιμη μακαρονάδα, αλλά και ο Σμυρναίικος πατσάς.

Στην οδό Ίδης, υπήρχαν μαζεμένα κάμποσα μαγέρικα: του Γιώργου Καρκαβάτσου, του Γιάννη Σπανάκη, του Δημήτρη Πιτσιδιανού και του Μανόλη Στερεού.

Στην οδός 1821, εκεί που είναι το σημερινό κατάστημα “Ατόφιο” υπήρχε το εστιατόριο του Γιάννη Δασκαλάκη και δίπλα στο σημερινό κατάστημα του Τσούμπα, ήταν το εστιατόριο του Βαρδαβά. Πιο κάτω από του Βαρδαβά ήταν το μαγέρικο του Γιάννη Ακράτου και πιο κάτω του Γιώργου Χρυσού. Τέλος στο σημερινό κατάστημα “Κροκοδιλίνο” είχε το μαγέρικό του ο Τσολπάς, του οποίου το όνομα ήταν Γιάννης Μαρής. Στην πλατεία Δασκαλογιάννη, εκεί που σήμερα είναι τα ουζερί, ήταν το εστιατόριο της Πηνελόπης Βαρανάκη.

Τώρα, στην λεωφόρο Καλοκαιρινού (την Πλατειά Στράτα των Καστρινών) υπήρχαν αρκετά μαγέρικα, όπως: του Γιώργη Βεληβασάκη, του Γιάννη Κανακάκη, του Ξενοφώντα Σπιθάκη κοντά στο φαρμακείο του Χανιωτάκη, του Αντώνη Βέργη και του Στρατή Κατσαράκη στην οδό Καζάνη και Καλοκαιρινού γωνία, λίγο παρακάτω και απέναντι απ’ αυτό του Μανόλη Τζολάκη και άλλα δυό στην περιοχή Γενί Τζαμί, εκεί που είναι το Ανωγειανό σχολείο σήμερα, του Παύλου Γαρεφαλάκη και του Σαράντου Καρακατσάνη. Έξω από την Χανιώπορτα ήταν το εστιατόριο του Δράκου στα Καμίνια, του Μ. Σταματάκη και του Γιάννη Χατζάκη. Σ’ αυτά, ως επί το πλείστον σύχναζαν πελάτες που δούλευαν στην εξοχή, αλλά και πολλοί άλλοι χωρικοί, χωρίς να αποκλείονται και οι Καστρινοί, κυρίως τις σκόλες και τις Κυριακές, που πήγαιναν προκειμένου ν’ απολαύσουν διάφορα μεζεδάκια και καλό κρασί.

Υπήρχαν όμως και άλλα διασκορπισμένα μαγέρικα. Για παράδειγμα, στην Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στο Μπεντενάκι ήταν το “Τρεχαντήρι”, το “Ποσειδώνιο”, το “Λιμενικό Περίπτερο” και η “Καστέλα” που λειτουργούσαν το μεσημέρι, κυρίως τα δυο τελευταία ως φαγάδικα.

Στον Κατσαμπά ήταν το εστιατόριο του Χαρίλαου. Στο πάρκο του Θεοτοκόπουλου δίπλα από την Α’ Δ.Ο.Υ., εκεί που σήμερα είναι το βιβλιοχαρτοπωλείο ήταν το “Μαξίμ”. Στην “οδό Πλάνης” την 25η Αυγούστου όπως λέγονταν, πιο πάνω από το ξενοδοχείο “Φλώριδα”, δίπλα από τα Ναυτιλιακά είδη του Κόπακα, ήταν το εστιατόριο του Νίκου Τσίχλα και φυσικά το μαγέρικο του Μελεσσανού στην οδό Αργυράκη, εκεί που σήμερα είναι το καρδιολογικό ιατρείο του κ. Χαριτάκη. Βέβαια, το κανονικό του όνομα ήταν Συκιανάκης και το στέκι του ήταν γνωστό για το καλό κρασί που φυλάσσονταν μέχρι και σε πεντάτονα βαρέλια, τις μπόμπες όπως τα έλεγαν και φυσικά για τους νοστιμότατους μεζέδες του. Τον Συκιανάκη διαδέχθηκε ο Χαράλαμπος Βασιλάκης.

Άφησα τελευταία, δυο μεγάλα εστιατόρια που συνέδεσαν το όνομά τους με την πόλη μας. Το “Κνωσός” που λειτουργούσε από το 1961 με αριστοκρατική πελατεία κυρίως, στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου στο ισόγειο του Μεγάρου Αχτάρικα και το “Καπρίς” ακριβώς απέναντι, εκεί που είναι η στοά σήμερα δίπλα στο περίπτερο του Μακρυμίχαλου. Η ιστορία του “Καπρίς” ξεκινά προπολεμικά και συγκεκριμένα στα 1936 με ιδιοκτήτη τον Μιχάλη Μαζωνάκη, σωστό επιχειρηματία, αθλητικό παράγοντα, ο οποίος υπήρξε και πρόεδρος του ΟΦΗ. Άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα. Το “Καπρίς” απευθύνονταν σε αριστοκρατική πελατεία κυρίως.

Αυτά ήταν τα μαγέρικα στο παλιό Ηράκλειο, πολλά κατά τον αριθμό, αφού τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά σουβλατζίδικα, γυράδικα, τοστάδικα και τα κάθε λογής μικρογευματοπωλεία. Πολλοί είναι εκείνοι που τα θυμούνται και ίσως περισσότεροι ακόμα, που τα αναπολούν. Αυτά τα καταπληκτικά στέκια με τα υπέροχα φαγητά τους, τις γνήσιες εκείνες παλαιϊνές γεύσεις, όπου κυρίαρχο ρόλο έπαιζε το στιφάδο και ήταν το πρώτο στην προτίμηση των επισκεπτών της πόλης μας από τα χωριά. Στα χωριά, σπάνια έβρισκες βοδινό κρέας. Υπήρχαν ελάχιστα βοειδή. Αλλά και οι άλλες γεύσεις είχαν τη δική τους νοστιμιά, όπως: ο μπακαλιάρος ή φτωχογιάννης των μεγαλύτερων σε ηλικία, ο πατσάς, η μακαρονάδα με κιμά, η κοκκινιστή κοιλιά, τα όσπρια με τις σαρδέλες, τους τσίρους, τους κολιούς και τις ρέγγες για συνοδεία τους, η λακέρδα, η παχιά βαρελίσια φέτα, οι ελιές και το κοπανισμένο κρεμμύδι (για να φεύγει η καούρα του), το σκόρδο για τους πιο τολμηρούς, τα κουκιά και η φάβα, το τηγανιτό μαριδάκι και φυσικά η καλή ρετσίνα και το καλό πεδιαδίτικο κρασί. Όλα αυτά ήθελαν την προετοιμασία τους. Από τα βαθιά χαράματα ο μάγειρας και οι βοηθοί του ήταν στο πόδι για να τα ετοιμάσουν. Και όταν όλα πήγαιναν καλά και είχαν τελειώσει τη μαγειρική τους, κάθονταν όλοι μαζί σ’ ένα τραπέζι γύρω στις εννιά με δέκα το πρωί, για να φάνε. Ήταν η ώρα του “πολεμιστή” ή των “πολεμιστών” για να κυριολεκτούμε, των κατάκοπων αυτών ανθρώπων. Πέρα από την κούρασή τους είχαν να παλέψουν και με τις μύγες που ήταν η μάστιγα της εποχής. Χιλιάδες - χιλιάδες έκαναν την εμφάνισή τους και πολλές φορές ήταν “καλοδεχούμενες” στα πιάτα, κυρίως των παραγιών, οι οποίοι δούλευαν και τα μεσημέρια ακόμα στα αφεντικά τους και έτρωγαν, φυσικά, εκεί. Πολλές φορές στα πιάτα τους έβλεπαν τους μικρούς αυτούς “επισκέπτες” και βγάζοντάς τους συνέχιζαν το φαγητό τους. Τί να πρωτοπρολάβουν εκείνες οι κολλητικές ταινίες να συγκρατήσουν; Εδώ βέβαια πρέπει να πούμε ότι η κατάσταση στα κρεοπωλεία, ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι στα μαγέρικα. Τα χασαπιά είχαν ειδικό παραγιό που κρατούσε μια ουρά, συνήθως βοδιού ή αγελάδας, για να διώχνει τις μύγες. Από τους συνομηλίκους του, αφενός δέχονταν τα πειράγματα και αφετέρου αποκαλούνταν “μυγοχάφτης”.

Τα δύσκολα χρόνια του πολέμου όταν ηχούσε η σειρήνα, οι άνθρωποι της αγοράς και των διαφόρων καταστημάτων της, πήγαιναν στα διάφορα υπόγεια για να κρυφτούν, για να ξαναβγούν στη συνέχεια με νέο διαφορετικό συναγερμό. Όλα τα ταμεία, τα συρτάρια, τα καταστήματα, ενώ παρέμειναν ανοιχτά και αφύλακτα κατά την διάρκεια της απουσίας, δεν είχε σημειωθεί η παραμικρή κλοπή ή κάποια σχετική καταγγελία. Άλλα εκείνα τα χρόνια, διαφορετικοί οι καιροί και τα ήθη!

Περασμένες εποχές, σκληρές, αλλά και όμορφες. Από το πρωί, άνθρωποι κάθε ηλικίας, αναζητώντας μια “ολίγη” πατσά ή μια “ολίγη” μακαρονάδα με κιμά και μια κούπα κρασί, πολλές φορές και δεύτερη για να το απολαύσουν, ίσως για να το διασκεδάσουν και για να σκεπάσουν μ’ αυτό κάποιους καημούς και κάποια βάσανά τους, αλλά και κάποιες θύμησες.

Θεωρώ χρέος μου να αναφερθώ στις πολύτιμες πληροφορίες που μας έχει αφήσει ο αείμνηστος Μηνάς Βαρδαβάς, όπως και να ευχαριστήσω από καρδιάς, δυο ακούραστους και πρόσχαρους Καστρινούς, που οι γνώσεις τους είναι μοναδικές. Τους κυρίους Γιάννη Δασκαλάκη και Μανόλη Μακράκη. Επίσης τον κ. Γιάννη Μαζωνάκη, γιό του Μιχάλη Μαζωνάκη, καθώς και την πρώην συναδέλφισσά μου στην Βικελαία Βιβλιοθήκη, Αργυρώ Καρούζου. Τέλος, τον κύριο Μαρίνο Ιδομενέως που με το δικό του τρόπο μας προσεγγίζει στα μαγέρικα και στα μαγεργιά του παλιού Ηρακλείου:

“Κατέχω τα τα μαγεργιά

που κάνεις άμα λείπω

και μος γιαγείρω και σε δω

παίζει η καρδιά μου χτύπο”.