Της Ειρήνης Ταχατάκη

Μια ευγενική πρόσκληση εκλεκτών φίλων, μας έφερε παλιά κάποια μέρα, τη δεύτερη του καινούριου χρόνου, στο πλούσιο και γραφικό χωριό Ξυδά της Επαρχίας Πεδιάδος. Και ποιος Κρητικός δεν γνωρίζει αλήθεια, τώρα μάλιστα με τη μεγάλη χρήση και κίνηση τόσων τροχοφόρων, τη μαγευτική διαδρομή που ακολουθούμε προς το Καστέλι, την πρωτεύουσα της εύφορης Επαρχίας, πυκνοκατοιημένη από πολλά και πλούσια χωριά.

Προχωρώντας λοιπόν από το Καστέλι Β.Α. και μετά από δύο χιλιόμετρα περίπου, φτάνουμε στο χωριό Ξυδά, πνιγμένο στο πράσινο. Από το χωριό απολαμβάνει ο επισκέπτης μια πανοραμική θέα γιατί είναι τριγυρισμένο από καταπράσινες λοφοπλαγιές και κοιλάδες δροσερές, γεμάτες με κηπικά και εσπεριδοειδή. Έχει τρεχούμενα νερά και είναι ξακουστό το Σπυριδιανό λεγόμενο νερό, με μεγάλη χωνευτική αξία, που λένε πως λιώνει τις πέτρες και προμηθεύονται κι άλλοι από άλλα χωριά για πόσιμο, σε συνδυασμό με τη θεραπευτική του ιδιότητα. Οι κάτοικοι εργατικοί και φιλότιμοι έχουν αξιοποιήσει με τον ιδρώτα τους τη γόνιμη γη, που κι εκείνη τους δίνει απλόχερα όλα τ’ αγαθά της: ελιές, εκλεκτό λάδι, εσπεριδοειδή, επιτραπέζια σταφύλια, καλά κρασιά και δημητριακά.

Στον απέναντι λόφο Αργαίο, βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλεως Λύττου ή Λύκτου.

Μα ας πούμε πρώτα λίγα για τούτη την αξιόλογη αρχαία Πολιτεία, από πληροφορίες που παίρνουμε από τον Τουριστικό Οδηγό Κρήτης, του Ιστοριοδίφη Στέργιου Σπανάκη: “Το όνομα της Λύκτου ή Λύττου, σημαίνει μια πόλη που βρισκόταν σ’ ένα ψηλό μετέωρο τόπο. Η Λύκτος ονομαζόταν και “Καρνησόπολις”, όνομα που φανερώνει τη Δωρική προέλευση των κατοίκων της. Είναι πανάρχαια πόλη και την αναφέρει ο Όμηρος γιατί οι κάτοικοί της έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Πολλά ευρήματα του Μουσείου Ηρακλείου προέρχονται από την πόλη αυτή. Η Κνωσός, η Γόρτυς και η Λύκτος ήταν τρεις πολιτείες που άκμασαν σχεδόν παράλληλα. Η Λύκτος ήταν αντίζηλη της Κνωσού με πλούτο, ακμή και πολιτισμό εφάμιλλο. Εξουσίαζε μια μεγάλη περιοχή, δηλαδή τις επαρχίες Πεδιάδος, Μονοφατσίου, Λασιθίου, Μεραμπέλλου και Ιεράπετρας. Η Λύκτος αναφέρεται από τον Ησίοδο σαν ο τόπος που οι γονείς της Ρέας έστειλαν την κόρη τους να γεννήσει το Δία, μακριά από την προσοχή του Κρόνου. Αυτό ήταν μια απόδειξη ότι η Λύκτος είναι από τις πανάρχαιες ελληνικές πόλεις, όπως θα λέγαμε προ-Τρωική.

Από τότε που συγκεντρώθηκαν εδώ οι πρώτοι κάτοικοι, φαίνεται ότι άρχισαν οι έριδες μεταξύ Κνωσού και Λύκτου. Η Μινωική Κνωσός, αρχαιότερη της Λύκτου, ήθελε να έχει τα σκήπτρα. Η ευνομία που πρέπει να αποκαταστάθηκε εδώ την εποχή του Μίνωα θα οφείλεται στην ισχύ και των δύο πόλεων, δηλαδή της Κνωσού και της Λύκτου.

Αργότερα η Κνωσός και η Γόρτυς συμμαχήσανε και υποτάξανε την Κρήτη, μόνο η Λύκτος αντιστάθηκε ηρωικά. Ενισχύθηκαν όμως οι Κνώσιοι από τους Αιτωλούς, υποτάξανε τη Λύκτο και την κατέστρεψαν. Ξαναχτίστηκε το 216 π.Χ. Στην Ρωμαϊκή εποχή που ήταν σε μεγάλη ακμή, αντιτάχτηκε κατά των Ρωμαίων. Η ακμή της συνεχίστηκε και στους Βυζαντινούς χρόνους. Από την αρχαία πόλη σώθηκαν ερείπια των τειχών, υπόβαθρα αδριάντων, μαρμάρινες στήλες, επιγραφές κ.λπ. Οι αρχαίοι ναοί καταστράφηκαν εντελώς. Ίσως η θέση των πόλεων πάνω σ’ ένα τόσο ανώμαλο τόπο, δεν επέτρεψε να διατηρηθούν πολλά μνημεία.

Επίνειο της Λύκτου ήταν το σημερινό λιμάνι της Χερσονήσου 10 χιλιόμετρα βόρεια. Αυτά για την γειτονική στο χωριό Ξυδά αξιόλογη αρχαία Πολιτεία της Λύκτου.

Φτάσαμε λοιπόν στο χωριό Ξυδά, το Γεναριάτικο απομεσήμερο, σε ώρα που ο ήλιος κλεφτόπαιζε με τα σύννεφα και τη μια ασημοστόλιζε τις δροσερές ομορφάδες των δέντρων, την άλλη κατσούφιαζε ο ουρανός κρύβοντας τον ήλιο, έτοιμος να ξεσπάσει σε ξαφνικό και δυνατό ανεμοβρόχι. Στο φιλόξενο σπίτι των φίλων μας αείμνηστων πια του Γιάννη και της Μαρίας Παπαδάκη, μαζί με την καλόκαρδη κόρη τους, Σοφία, μας υποδέχτηκαν με τόση καλωσύνη· Κοντά στο τζάκι με τα λαμπυριστά λιοκούτσουρα που σπίθιζαν φλογάτα, χαρήκαμε τη σπιτίσια θαλπωρή. Η πατροπαράδοτη ρακή με τα καρύδια και τα γλυκά των γιορταστικών ημερών, μας ζέσταναν τα σωθικά μα και τη διάθεση που γινόταν όλο και πιο εγκάρδια. Από τα ψηλά παράθυρα του σπιτιού με την πανοραμική θέα, αγκαλιάσαμε με τα μάτια τους κήπους που απλώνονταν χαμηλά στην κοιλάδα με φορτωμένα ξυνόδεντρα που σαν να μας καλούσαν να χαρούμε από κοντά το χυμό και τ’ άρωμά τους και να μαζέψουμε όσα θέλαμε από τούτα τα χρυσά πλούτη της φύσης. Η πρόσκληση αυτή της πράσινης απεραντοσύνης μας έκαμε βιαστικά κι αδείλιαστα να κατηφορίσουμε προς τα κάτω, στην περιοχή “Των Τζενεράληδω”, όπως λέγεται η περιοχή αυτή που είναι γεμάτη με κήπους και εσπεριδοειδή. Ίσως ήταν στην εποχή των Βενετσιάνων ιδιοκτησία κάποιου πλούσιου στρατιωτικού (GENERALE) κι από κει να έμεινε η ονομασία “των Τζενεράληδω”.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η περιοχή αυτή ανήκε στο Σελήμ Αγά, όπως μας πληροφόρησε στη συνέχεια της ίδιας μέρας μια σεβάσμια Κυρά, η κερα Ταμπακάκαινα, με τ’ όμορφο αρχοντικό που το διατηρούσε μ’ όλη την αρχοντιά και τη νοικοκυροσύνη, όπως τότε που ήταν νέα κι ακούραστη “στα μέσα και στα όξω”... Μητέρα μιας εκλεκτής συναδέλφου και φίλης, της δασκάλας Μαρίκας Ταμπακάκη, ήταν μια σεβαστή κυρά, αξιαγάπητη και γλυκομίλητη. Όλοι οι φίλοι της κόρης της και της εγγονής της Πόπης, μα και ξένοι να είναι, πάντα γίνονται καλοδεχούμενοι σε τούτο το φιλόξενο αρχοντικό, με τα πλούσια ραέθια και την απέραντη καλοσύνη κι εγκαρδιότητα.

Εκείνη λοιπόν η σεβαστή γιαγιά σε γοήτευε και σε κατακτούσε από την πρώτη στιγμή με τη φιλοξενία και με την καταπληκτική αφηγηματική της ικανότητα. Ήταν ο τύπος της λεβέντισσας παλιάς Κρητικιάς που ακόμη και στα ογδόντα της διατηρούσε την αρχοντιά, την αξιοσύνη και την γοητευτική αφήγηση κάθε παλιάς ανάμνησης που είτε έζησε η ίδια, είτε έμαθε από γονείς και παππούδες της.

Μια πλούσια συλλογή παλιών φωτογραφιών της οικογένειας πλούτισε πιο πολύ τη φαντασία, καθώς τη ζωντάνεψε κι η ίδια με την αφήγηση στην Κρητική τοπολαλιά των μακρινών περασμένων.

Εκεί στους κήπους των “Τζενεράληδω” είχαμε δει πιο πριν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα και τη ρωτούσαμε για όλα κι εκείνη πρόθυμα μας απαντούσε και μας εξηγούσε το κάθε τι όπως το ‘μαθε κι η ίδια από παλιά. Είχαμε επισκεφτεί λοιπόν το ίδιο απόγευμα την κατάγραφη εκκλησία του Αϊ-Γιώργη, κτισμένη από αιώνες στην καταπράσινη ρεματιά. Όταν όμως πήγαμε είχε αρχίσει να σουρουπώνει κι έτσι με κεριά ψηλαφίσαμε τις θαυμαστές τοιχογραφίες με τη ζωή και τα θαύματα του Τροπαιοφόρου καβαλάρη.

Με την μαρτυρία λοιπόν της Κερα Ταμπακάκαινας μάθαμε πως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η περιοχή μαζί με την εκκλησία ανήκε στο Σελήμ Αγά, ένα πλούσιο Τούρκο. Μα φυσικά η εκκλησία δεν λειτουργούνταν μια και είχε πέσει στα χέρια του τυράννου. Κι όχι μόνο δεν λειτουργούνταν αλλά χρησίμευε στο Σελήμ Αγά σα στάβλος που έδενε εκεί μέσα το μουλάρι του. Τον ονείρεψε λοιπόν η Χάρη τ’ Άι-Γιώργη όπως είχε μαρτυρήσει ο ίδιος ο Τούρκος: “Είδα μωρέ στον ύπνο μου το Χαζιρέτ-Αλή, (έτσι λέγανμε οι Τούρκοι τον Άι-Γιώργη) και τονε κατάλαβα γιατί ‘τονε στο άσπρο άλογο καβαλάρης, δεν ήτονε πεζός σαν το Χαζιρέτ Μουσά - δηλαδή τον Άι-Γιάννη όπως τον λέγανε οι Τούρκοι. Κι είπε μου να μη δένω λέει το μουλάρι μου μέσα στο σπίτι του. Τρεις φορές μ’ ονείρεψε κι εγώ μπλιό μου δεν το ξαναδένω κειά...”.

Μετά την Τουρκοκρατία οι Χριστιανοί ξύσανε τ’ ασβεστώματα της παλιάς εκκλησίας τ’ Άι-Γιώργη κι αποκαλύφθηκαν οι θαυμάσιες τοιχογραφίες που όμως χρειάζονταν ακόμη πολλή μέριμνα από την αρμόδια υπηρεσία για να μην καταστραφούν από την υγρασία και την εγκατάληψη.

Στην αυλή της ίδιας εκκλησίας υπάρχει ένας πολύ παλιός πέτρινος τάφος, εκεί αναπαύεται ο παπα-Κάκος, που είχε χρηματίσει ιερέας στο ίδιο χωριό Ξυδά. Υπάρχουν ακόμη μέσα στην ίδια περιοχή των κήπων των “Τζενεράληδω” τα ερείπια ενός παλαιού κτιρίου. Η Κερα-Ταμπακάκαινα μας είπε πως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν εκεί το “Χαμάμι” για τις χανούμισσες της περιοχής. Μέσα στο κτίριο αυτό υπήρχε και μια πηγή απ’ όπου έπαιρναν οι χανούμισσες με τις στάμνες τους το νερό για το νοικοκυριό τους. Κι έλεγαν οι παλιοί ότι ολόγυρα στο κτίριο υπήρχε πατάρι με σταμνοστάτες όπου ακουμπούσαν τα σταμνιά τους οι Τουρκάλες περιμένοντας τη σειρά τους για να γεμίσουν. Το κτίριο όμως αυτό το κατεδάφισαν οι Χριστιανοί όταν έφυγαν οι Τούρκοι, απηυδησμένοι από την καταπίεση του τυράννου. Η ίδια καλή κυρά μας πληροφόρησε πως όταν κάποτε η γιγιά της η Μετζάκαινα-μικρή κοπελοπούλα - πήγε σε μια πηγή να πάρει νερό, φορούσε στο λαιμό της ένα χρυσό κόσμημα που το λέγανε τα χρόνια εκείνα “ρουσέτι”. Τη συνάντησε όμως ο Σελήμ Αγάς στη δική του περιοχή και δίχως να χάσει καιρό, απλώνει τη χερούκλα του και αρπάζει από το λαιμό της το χρυσό ρουσέτι...

Μας απάγγειλε ακόμη η Κερά Κατίνα η Ταμπακάκαινα όμορφα τραγούδια, όπως τα ‘χει μάθει από τη μάνα της: το Σιόρ Τζανάκι. Τον Κωσταντή το Αρκαλοχωριτάκι, δηλαδή ένα παλιό ήρωα από το Αρκαλοχώρι.

Μας περιποιήθκαν και στα δυό αρχοντικά με εκείνη την πατροπαράδοτη Κρητική φιλοξενία, την ανοιχτόκαρδη κι απλόχερη. Γευτήκαμε τα νόστιμα καπνιστά λουκάνικα, την τσιλαδιά, τις οφτές πατάτες, τις νόστιμες ελιές με ρακή και κοκκινέλι και γοητευμένοι από την ομορφιά του τόπου και τη φιλοξενία των ανθρώπων του, νύχτα πια, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Από ένα ψηλό σημείο του δρόμου όπως επιστρέφαμε και πριν φτάσουμε στο Καστέλι τα μάτια μας χάρηκαν μες στη γαλήνη της νύχτας τα απλωμένα και ηλεκτροφωτισμένα μέσα στο πλάτωμα της Πεδιάδας, τα χωριά της: Αρκαλοχώρι, Θραψανό, Ζωφόροι, Βόννη, Αρχάγγελο, Καρδουλιανό, Αποστόλοι, Σκλαβεροχώρι, Πολυθέα, Διαβαϊδέ, Σπυριδιανό, Καστέλι. Κι όπως είναι κτισμένα κοντά το ένα με τ’ άλλο στην πυκνοκατοικημένη πλούσια περιοχή, φαντάζουν από μακριά μεσ’ τη νύχτα, σα μια απέραντη μεγάλη Πολιτεία. Είναι μερικά από τα χωριά του τόπου μας, τα ευλογημένα χωριά μας που κρατούν στέρεα τον κορμό της κάθε μεγάλης Πολιτείας. Είναι το αίμα που ρέει όλο ζωντάνια στις φλέβες του τόπου μας και τροφοδοτεί όλο τον οργανισμό με υλικά αγαθά. Κρατεί όμως παράλληλα με χέρια στιβαρά την πολιτιστική μας κληρονομιά, την παράδοσή μας, για να συνεχίζουμε όλοι αέναα την Εθνική μας ζωή...