
Τούτες οι μέρες το καλούν, αλλά παράλληλα και ο λαός μας έχει συνδυάσει και έχει ταυτίσει τις Λαμπριάτικες μέρες, αυτές που εκπέμπουν ελπίδα, χαρά και αγάπη, με το γλέντι, το τραγούδι, το χορό και φυσικά τη διασκέδαση. Η περίοδος του πολέμου του 1940 καθώς και τα υπόλοιπα μεταπολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν, άφησαν στην πόλη μας έντονα τα σημάδια της σκληρότητας και της απογοήτευσης για εκείνη την εποχή. Σιγά - σιγά, γύρω στα 1950, ο κόσμος αρχίζει να βρίσκει τον εαυτό του, να συμμετέχει στις χαρές. Η κρητική μουσική, κάπως άγνωστη. Πλησιάζουμε την δεκαετία του εξήντα και η λύρα στην πόλη μας δεν είναι και τόσο συνηθισμένη. Κρητική μουσική ακούγεται στα χωριά, κυρίως στα καφενεία, στους γάμους, σε ορισμένες βαφτίσεις, σε πανηγύρια και επειδή ο κόσμος διψούσε για να γλεντήσει και να εκτονωθεί, τις μεγάλες γιορτές όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα και τις απόκριες, διοργανώνονταν διάφορες χοροεσπερίδες.
Θεώρησα χρέος να αναφερθώ σ’ αυτές τις εποχές, τις δύσκολες μα όμορφες, χάρη σε μια από τις παρέες που έτυχε να κάνω με κάποιους προφανώς ξεχασμένους δασκάλους της μουσικής, οι οποίοι μου μετέφεραν πολλά από τα βιώματά τους.
Κάποιους σεμνούς καλλιτέχνες, με μεγάλη προσφορά στην κρητική μουσική, τους αδελφούς Τσαγκαράκη. Μια από τις μεγάλες οικογένειες μουσικών του τόπου μας από πατέρα αυτοδίδακτο. Ένα δεξιοτέχνη μουσικό όπως θα θυμούνται οι παλιότεροι τον Ηρακλή Τσαγκαράκη. Οι γιοί του, δεν μπορούσαν να μην ακολουθήσουν την πορεία του πατέρα τους. Ο Δημήτρης, μια μεγάλη μορφή στο μουσικό πέρασμά του και τα άλλα αδέλφια γνωστά από το κέντρο “Ξαστεριά” και όχι μόνο. Ο Μιχάλης, ο Γιώργος και ο Στυλιανός Τσαγκαράκης. Θα επανέλθω όμως στην συνεισφορά αυτής της οικογένειας, αφού προς το παρόν μείνω στα λόγια του Μιχάλη Τσαγκαράκη: “Στις πέντε το απόγευμα, περίπου, την παραμονή της γιορτής που επρόκειτο να γίνει κάποιο γλέντι στο χωριό, έφθανε ο λυράρης με το λεωφορείο. Έπινε τον καφέ του και άρχιζε να αυτοδιαφημίζεται παίζοντας για να τον ακούσει το χωριό. Το χαρτί στα καφενεία “έδινε και έπαιρνε”, αλλά μόλις άρχιζε ο λυράρης, οι χαρτοπαίχτες σταματούσαν και ακούγοντάς τον διέδιδαν ανάλογα ποιές είναι οι ικανότητές του και φυσικά η δεξιοτεχνία του. Κάθε καφενείο που γίνονταν το γλέντι, είχε και το λυράρη του. Δεν υπήρχαν βέβαια τραπέζια και καρέκλες, ούτε πίστα, αλλά πάγκοι και τάβλες, όπου κάθονταν οι άνθρωποι και χόρευαν κατά παρέες. Μπορούσε ένα χωριό με τρία ή τέσσερα καφενεία, να έχει ισάριθμους λυράρηδες και φυσικά υπήρχε ανταγωνισμός για τους καφετζήδες ποιός θα έφερνε τον καλύτερο λυράρη και σε ποιό καφενείο το γλέντι θα κρατούσε περισσότερο.
Οι οργανοπαίχτες καθόντουσαν στη μέση της αίθουσας και οι υπόλοιποι γύρω - γύρω. “Έλα πιο εδώ, τί κάθισες στη μέση σαν το λυράρη”, έχει επικρατήσει αυτή η φράση να λέγεται μέχρι σήμερα, όταν θέλουν να πουν σε κάποιο να καθίσει παραπέρα για να τακτοποιηθούν στις θέσεις και άλλοι.
Έπαιζε όλη τη νύχτα χωρίς μεγάφωνα, μ’ ένα λαουτιέρη. Ένα περιβάλλον που θύμιζε εκκλησία, χωρίς φωνές και άλλες λεκτικές παρεμβάσεις. Τα βλέμματα στραμμένα πάνω στο λυράρη και το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι το πρωί. Τη μέρα της γιορτής του πολιούχου Αγίου είχε εκκλησία και μετά όταν τέλειωνε, γύρω στις 10.00 - 10.30 π.μ. άρχιζε πάλι το γλέντι. Το απόγευμα γύρω στις 7.00, ο λυράρης πήγαινε για να ξεκουραστεί για μια περίπου ώρα στο σπίτι του καφετζή. Επιστρέφοντας, άρχιζε το κανονικό εορταστικό γλέντι, μέχρι το πρωί. Το καφενείο ήταν γεμάτο, ο λυράρης με το λαούτο του συνήθως έχαναν το λεωφορείο και πήγαιναν στα σπίτια, όπου κι εκεί δημιουργούνταν αξέχαστες παρέες. Μερικοί που είχαν πάει για ύπνο, ξυπνούσαν και είχαν μεγαλύτερη όρεξη για να διασκεδάσουν.
Ο κόσμος διψούσε στα χωριά για κρητική μουσική και ο λυράρης έπρεπε ν’ ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του. Μόλις διέλυε η παρέα οι μουσικοί ή έφευγαν με τα πόδια, ή με κάποιο άλλο μέσο, ή κοιμούνταν στο σπίτι του καφετζή.
Η κρητική μουσική στο Ηράκλειο ήταν ανύπαρκτη, ο λυράρης και ο λαουτιέρης ντρέπονταν να παίξουν γιατί ο κόσμος τους σνομπάριζε. Μόνο σ’ ένα Ανωγειανό καφενείο του Μανουρά, απέναντι από το Ανωγειανό Δημοτικό σχολείο, στο Καμαράκι, σύχναζαν καλοί Κρητικοί καλλιτέχνες και μπορούσε κάποιος να ακούσει καλή κρητική μουσική, μέχρι την δεκαετία του εξήντα, φυσικά πριν από την δικτατορία των συνταγματαρχών”.
Στην πόλη μας, μοναδικό κέντρο διασκέδασης με κρητικά τραγούδια, ήταν το 1963 το Λιμενικό Περίπτερο. Εκεί άκουγε κανείς κρητική μουσική, κάθε βράδυ και παράλληλα απολάμβανε και καλούς χορευτές, όπως τον Παγωμένο, τον Αξιώτη και τον οργανοποιό και καλό χορευτή Αντώνη Στεφανάκη, που ζει στο Ζαρό. Στο ίδιο κέντρο χόρευαν και δυο άριστες χορεύτριες, η Μαρία και η Νίκη. Έτσι ήταν τα μικρά τους ονόματα. Λυράρης ήταν ο Μιχάλης Τσαγκαράκης και στο λαούτο ο Δημήτρης Φουκάκης. Στα 1965 φεύγει για φαντάρος ο Μιχάλης Τσαγκαράκης και τον αντικαθιστά ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης.
Το 1966 στην οδό Χάνδακος, στο υπόγειο, σήμερα δίπλα του στεγάζεται η Βικελαία Βιβλιοθήκη, ήταν ένα κρητικό κέντρο το “ΚΑΝ ΚΑΝ”. Φαίνεται πως το ξενόφερτο όνομά του ήταν η αιτία και δεν έπιασε. Το κέντρο αυτό λειτουργούσε κάθε Σαββατοκύριακο με διαφορετικό συγκρότημα. Λειτουργούσε με πολλή δυσκολία μέχρι το 1967 και μετονομάσθηκε αργότερα “Ερωτόκριτος”. Ιδιοκτήτες του κέντρου ήταν τα αδέλφια Βατσινά και αργότερα ιδιοκτήτης έγινε ο Μανουράς.
Έρχεται η εθνοσωτήριος επανάσταση του 1967 και στη Βίγλα υπάρχει το κέντρο με το όνομα “Καλλιθέα”, και αυτό ιδιοκτησίας των αδελφών Βατσινά. Καλείται σ’ αυτό να παίξει ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, ο οποίος τότε απολύεται από το στρατό και κάνει μια πραγματικά μεγάλη καριέρα. Προηγουμένως έχει παίξει και στον “Ερωτόκριτο” ένα Σαββατοκύριακο. Το κέντρο “Καλλιθέα” λειτουργεί κάθε βράδυ. Στη συνέχεια τα αδέλφια Βατσινά, ανοίγουν και δεύτερο κέντρο, καλοκαιρινό αυτή τη φορά, με την ονομασία “Άλσος”. Εκείνη την περίοδο στον “Ερωτόκριτο” ως μόνιμο συγκρότημα καθιερώνεται ο Νίκος Ξυλούρης με το συγκρότημά του.
Υπάρχουν τώρα λοιπόν τέσσερα κέντρα με κρητική μουσική, η “Καλλιθέα”, το “Άλσος”, ο “Ερωτόκριτος” και το Λιμενικό Περίπτερο, το οποίο έχει και λαϊκό πρόγραμμα. Στη συνέχεια ανοίγει η “Αρετούσα” υπό την διεύθυνση του Ορέστη Σαρρή, το 1968 με 1969, περίπου. Εκεί έπαιζε ο Βασίλης Σκουλάς. Δυο άλλα κέντρα στην παραλιακή οδό, δίπλα - δίπλα, είναι τα “Ζαμάνια” και η “Ραφήνα”, εκεί που σήμερα είναι το ξενοδοχείο Κρόνος. Στη “Ραφήνα” έπαιξε ο Νίκος Ξυλούρης (φεύγοντας από τον “Ερωτόκριτο”), ο Βασίλης Σκουλάς και αρκετοί άλλοι δεξιοτέχνες της κρητικής μουσικής. Το 1972 φεύγουν από την “Καλλιθέα” οι Τσαγκαράκηδες και ανοίγουν δικό τους κέντρο έξω από το Ηράκλειο, έτσι θεωρούνταν τότε, λόγω της απόστασης. Πρόκειται για το κέντρο “Ξαστεριά” στην περιοχή του Μπεντεβή. Το συγκεκριμένο κέντρο είχε αίθουσα χωρητικότητας χιλίων ατόμων συγκριτικά με άλλα κέντρα που η χωρητικότητά τους δεν ξεπερνούσε τα διακόσια άτομα. Τα εγκαίνια της “Ξαστεριάς” έγιναν τον Ιούνιο του 1972 και είχαν παρευρεθεί ο γνωστός τραγουδιστής Μάνος Λοϊζος και η ηθοποιός Δώρα Σιτζάνη, οι οποίοι διατηρούσαν στενούς δεσμούς φιλίας με τους αδελφούς Τσαγκαράκη. Στο κέντρο αυτό παρατηρείται μεγάλη κοσμοσυρροή, πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν ν’ ακούσουν καλή κρητική μουσική, αλλά και να διασκεδάσουν. Η δεκαετία βέβαια του εβδομήντα σημαδεύεται από την άνοδο της κρητικής μουσικής και τη μεγάλη εξάπλωσή της. Είναι η χρυσή εποχή για τη λύρα, η οποία παίζεται όπου υπάρχει κρητικό στοιχείο και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα. Αυτή την εποχή παρατηρείται και το εξής φαινόμενο. Καλλιτέχνες που έπαιζαν μπουζούκι το άφησαν και ασχολήθηκαν με το λαούτο, επίσης κέντρα που είχαν λαϊκό πρόγραμμα το άλλαξαν και το μετέτρεψαν σε κρητικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο εξαίρετος καλλιτέχνης, σεμνός άνθρωπος αλλά και καλός μου φίλος, Στυλιανός Τσαγκαράκης, αδελφός του Μιχάλη, του Δημήτρη και του Γιώργη Τσαγκαράκη, εμαθήτευσε δίπλα στο μεγάλο μουσικό Μανόλη Χιώτη ο οποίος άφησε το μπουζούκι αρχίζοντας να παίζει λαούτο εκείνη την περίοδο!
Πρέπει βέβαια ν’ αναφερθώ στην ορχήστρα και στα μέλη που την αποτελούσαν, στην “Ξαστεριά”. Αποτελούνταν από τα τέσσερα αδέλφια, στη λύρα ο Μιχάλης και στα τρία λαούτα ο Δημήτρης, ο Γιάννης και ο Στυλιανός.
Οι αδελφοί Τσαγκαράκη ανοίγουν και δεύτερο κέντρο στα Καμίνια αυτή τη φορά, με την επωνυμία “Ερωτόκριτος”. Ήδη έχει κλείσει το άλλο κέντρο της οδού Χάνδακος που είχε το ίδιο όνομα.
Άλλα κέντρα που ανοίγουν εκείνη την περίοδο είναι η “Ντελίνα” του Βασίλη Σκουλά το 1972 με 1973, τα “Ριζίτικα” στην οδό Θερίσου, κλείνει η παλιά “Αρετούσα” και ο Ορέστης Σαρρής στου Μπεντεβή ανοίγει τη νέα “Αρετούσα”. Πιο πάνω ο Νίκος Σωπασής ανοίγει το “Μίτο” και εκεί κοντά ο Γιώργος Κουνενός ανοίγει το κέντρο “Λύρα”.
Μετά το 1980 ανοίγουν πολλά κέντρα στην πόλη του Ηρακλείου και η κρητική μουσική κάνει έντονη, αισθητή, την εμφάνισή της, συγκριτικά με τις προηγούμενες δεκαετίες.
Μετά το 1982-1983, παρατηρείται κάποια κάμψη της κρητικής μουσικής και πολλά κέντρα αρχίζουν να χάνουν την προηγούμενη πελατεία τους. Ο κόσμος φαίνεται να αναζητεί και άλλο είδος διασκέδασης. Η λύρα αρχίζει σιγά - σιγά να εκτοπίζεται, ενώ μέχρι τώρα έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην διασκέδαση. Μπαίνει στα διάφορα κέντρα η λαϊκή ορχήστρα και υπάρχει λαϊκό πρόγραμμα. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα στους γάμους να ακούγεται για ένα δίωρο περίπου κρητική μουσική και στη συνέχεια να την διαδέχεται το λαϊκό πρόγραμμα, κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα.
Δεν είμαι εγώ εκείνος που θα προτρέψω τί ακούσματα πρέπει να ’χει ο καθένας. Όμως, προέχει η παράδοση, προέχουν τα ήθη και τα έθιμα και όλα αυτά μαζί στηρίζουν ένα λαό. Πιστεύω ότι η παραδοσιακή μουσική κάθε τόπου, πρέπει να στηριχθεί και να ενισχυθεί. Κυρίως η κρητική παραδοσιακή μουσική, η οποία μας παρέχει πολλά εφόδια. Οι διάφοροι κρητικοί σκοποί συνοδεύουν διαχρονικά την πορεία ενός ανθρώπου. Από την γέννησή του, την βάπτισή του, τον έρωτά του, μέχρι και το γάμο του, τις γιορτές της οικογένειάς του, ακόμα και τις λύπες του. Η κρητική μουσική έχει αξία και θέση από τους αρχαιότατους, τους κρητομινωικούς μέχρι και τους σημερινούς χρόνους. Δεν παραλείπει ο μεγάλος Πλάτωνας να αναφέρεται στη μουσική και να λέει: “ότι είναι έμφυτος και ενστικτώδης αίσθηση, παίζει τεράστιο ρόλο στην ανθρώπινη μα και στην καθόλου ζωική οντότητα”. Επίσης από επιγραφή της Αγίας Τριάδος, κοντά στη Φαιστό, πληροφορούμεθα ότι, στην αρχαία Κρήτη υπήρξε εξελιγμένη μουσική που έπαιζε τεράστιο ρόλο στην κοινωνική αποστολή της λατρείας και της άλλης κοινωνικής ζωής.
Βέβαια, ο καθ’ αυτό σημαντικός ρόλος της μουσικής στην αρχαία Κρήτη φαίνεται εκεί που συνοδεύει χορευτικές επιδείξεις και που ψυχαγωγεί και μορφώνει τους μυθικούς Μινωϊτες για τις κοσμογονικές ανατάσεις τους και για την τόσο εξελιγμένη τους ζωή. Και τι δεν είχαν. Πλούσια σπίτια με εσωτερική θέρμανση, θαυμαστή βιοτεχνία, μοναδική γεωργική παραγωγή, ομαδικά παιχνίδια όπως τα ταυροκαθάψια, πανηγύρια, εξισωτική σχέση των δύο φύλων, μυστηριακό έρωτα. Όλα αυτά, αφενός μνημονεύονται από τον Πλάτωνα και επιβεβαιώνονται, αφετέρου από τον μεγάλο αρχαιολόγο Έβανς. Ας μου επιτραπεί, κλείνοντας αυτό το κείμενό μου, να πω ότι, διατήρηση και διάδοση της καλής κρητικής μουσικής, σημαίνει και διάσωση της παράδοσής μας, των ηθών και των εθίμων του λαού μας, την επιστροφή αλλά και τον σεβασμό στις ρίζες μας.
Σήμερα, εμείς οι “Ευρωπαίοι” που συμμετέχουμε στον διαγωνισμό της Γιουροβίζιον, με ένα τραγούδι μας στην Αγγλική γλώσσα, ή που κυκλοφορούμε στην πόλη μας βλέποντας πολλές ξενόγλωσσες ταμπέλες καταστημάτων, ή που πολλές ελληνικές λέξεις φροντίζουμε να τις αντικαταστήσουμε με ξενόφερτες και τόσα άλλα επιτεύγματα που έχουμε στο ενεργητικό μας...! Ποιός ξέρει τί άλλο θα κάνουμε, ή θα δουν τα μάτια μας. Το σίγουρο είναι ότι κάποιοι στίχοι, όπως: “Ένας καινούργιος άνεμος, φύσηξε στη ζωή μου” του Θανάση Σκορδαλού, ή “Σαν το ζητιάνο έρχομαι στην πόρτα σου και στέκω, να μ’ ελεήσεις δεν ζητώ μονάχα να σε βλέπω” του Κώστα Μουντάκη, πάντα θα μας μαγεύουν και θα μας συντροφεύουν!

