Toυ Γιάννη Tσερεβελάκη

Η ποίηση της Κικής Δημουλά οικοδομείται πάνω στο υπόβαθρο της απώλειας, του συναισθηματικού κενού και γενικότερα, μιας αφηρημένης στέρησης. Εκφράζεται συνεχώς η παρουσία της απουσίας ενός αγαπημένου προσώπου, μιας άυλης και ακαθόριστης υπόστασης που συντροφεύει την ποιήτρια στις ψυχολογικές της αναδιφήσεις. Ανάμεσά τους, δηλαδή στην ποιήτρια και στο αγαπημένο πρόσωπο, καταβάλλεται η προσπάθεια να επιτευχθεί μία επικοινωνία μεταξύ τους, που όμως η ζώσα πραγματικότητα περιστέλλει. Παραλλήλως, υποδηλώνεται μέσα από τη διαδικασία αυτή ένα ανυποχώρητο πάθος για τη ζωή, ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο που φέρει αγόγγυστα η ποιήτρια για να οδηγηθεί σταδιακά στην επιποθουμένη κάθαρση και λύτρωση.

Το περιβάλλον της γυναίκας ποιήτριας, ποιητικό και καθημερινό, είναι η θεμελιακή αφετηρία για την αναγνώριση του κόσμου. Ζει το παρόν, τη ζοφερή πραγματικότητα, με μία διάθεση ερευνητική για ευρήματα που θα μπορούν να προσδώσουν νέες συντεταγμένες ομορφιάς για τη ζωή της. Ο ποιητικός της λόγος εμφορείται από μία ακατάσχετη ορμή και ένταση για ένα καινούριο νόημα στη ζωή, αλλά από την άλλη πλευρά διαπιστώνουμε ότι αναξέει πρόσκαιρα επουλωμένες πληγές με τη διάθεση να ανασυντάξει τον ψυχολογικό της κόσμο. Γενικά, αυτό το πάθος της έντονης βίωσης της ζωής αναπηδά μέσα από τους στίχους της, καθώς μεταγράφει τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του περιβάλλοντος κόσμου σε ποιητικά σήματα ποικίλης διακύμανσης. Άλλοτε ρεμβάζει άλλοτε αναπολεί και άλλοτε στηλιτεύει με τρόπο καθ’ όλα άμεσο.

Η ποιητική της τέχνη, εγνωσμένης αξίας, στοιχειοθετείται από τον γοργό και αιχμηρό στίχο, την διακριτική ειρωνεία όπου χρειάζεται, την φιλοπαίγμονα διάθεση, τις αντίθετες και ομόηχες λέξεις, την αφροντισιά στη σύνταξη και, κοντολογίς, τις επαναλήψεις. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί η παντελής έλλειψη ρήματος από τα ποιήματά της, αφού έτσι δεν θέλει να αποκαλύψει το εσωτερικό ψυχολογικό της status. Επιθυμεί να διάγει εν κρυπτώ και να μην ξεκλειδώνει τον εαυτό της στον αναγνώστη? τον προκαλεί να την ερευνήσει και μόνος του να δρέψει τους καρπούς της ποίησής της. Η Δημουλά όντως είναι κάπως μυστηριακή ποιήτρια και αυτό το εντάσσει στα έργα της χρησιμοποιώντας μιαν δαιδαλώδη ποιητική μυθολογία η οποία μαρτυρεί το εσωτερικό της άλγος από τις «σπασμένες αρτιότητες» που τώρα τη βαραίνουν.

Ο έρωτας είναι η έννοια που χαρακτηρίζει πολλά από τα ποιήματα της Δημουλά. Χαρακτηρίζεται από έντονο πάθος και από δίσημο συναισθηματικό φορτίο. Μια παρουσιάζεται γλυκός, μειλίχιος, μια πικρός και απωθητικός. Είναι ο έρωτας που αναβλύζει γλυκύτητα για την ίδια την ποιήτρια αλλά είναι ο ίδιος έρωτας που την κάνει να αισθάνεται πικρία για τη φθορά που νιώθει να την αγγίζει από παντού και να την παγιδεύει. Πολιορκείται λοιπόν η ποιήτρια από μια συναισθηματική ματαίωση αλλά με την ποιητική της τέχνη, την απωθεί και τη μετουσιώνει σε έναν περιπαθή λυρισμό που πολλές φορές φτάνει στα όρια μιας βαθιάς ολολυγής, μιας κορυφαίας υπαρξιακής αγωνίας για τα πικρά συναισθηματικά φορτία που ενέχονται σ’ αυτήν την ίδια. Έτσι, ο έρωτας είναι αυτός που κάνει τη Δημουλά να είναι αμφίθυμη: μια γλυκιά και ζεστή, μια πικρή και δυσαρεστημένη.