Εργα δισδιάστατης κοπιδιαστής χαρακτικής του Τίτου Πετράκη θα παρουσιαστούν σε έκθεση με τίτλο «ο άνθρωπος και η σκιά του», που διοργανώνεται από τον Νομαρχιακό Οργανισμό Πολιτισμού και Επιμόρφωσης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου.

Η έκθεση θα φιλοξενηθεί στο Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο Κρήτης στις Γούρνες από μεθαύριο Δευτέρα έως και τις18 Απριλίου, με ωράριο λειτουργίας από τις 10: 00 έως τις 20:00. Κατά τη διάρκεια της έκθεσης μαθητές των σχολείων του Νομού μπορούν να επισκεφθούν την έκθεση για να γνωρίσουν από κοντά πώς δημιουργούνται οι φιγούρες του θεάτρου σκιών.

Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 8 το βράδυ της Δευτέρας. Χαιρετισμό θ’ απευθύνει η Νομάρχης Βαγγελιώ Σχοιναράκη, ενώ μία σύντομη βιογραφία του χαράκτη Τίτου Πετράκη θα παρουσιαστεί από την ειδική λογοπαθολόγο- συγγραφέα κ. Μαρία Ρουσοχατζάκη.



Το έργο του Τίτου Πετράκη



Η Ιστορικός της τέχνης Ντενίζ-Χλόη Αλεβίζου έχοντας μελετήσει το έργο του Τίτου Πετράκη αναφέρει τα παρακάτω:

«Ο Ηρακλειώτης εικαστικός Τίτος Πετράκης αγκαλιάζει με το έργο του, πέντε σχεδόν δεκαετιών, ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Με σπουδές και μετεκπαίδευση στο Μόναχο και στο Δουβλίνο σε θέματα επικοινωνίας, αρχίζει από ενωρίς την περιπλάνησή του στον κόσμο της ‘σκιάς και του φωτός’. Διερευνώντας τις έννοιες του αρνητικού και του θετικού και των δυνατών αντιθέσεων ενασχολούμενος ερασιτεχνικά με τη μαυρόασπρη φωτογραφία, πειραματίζεται με την αποτύπωση της μορφής κόντρα στο φως και τις δυνατότητες της σιλουέτας, το περίγραμμα δηλαδή και τη μορφή της μαύρης φιγούρας που δεν προδίδει λεπτομέρειες, και ερευνά τις δυνατότητες του φωτός στρέφοντας τη μηχανή προς τον ήλιο ή δημιουργώντας σιλουέτες με τεχνητή πηγή φωτός.

Από την ερασιτεχνική μαυρόασπρη φωτογραφία, οδηγείται σύντομα στο Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Μαθαίνει τα μυστικά του μπερντέ κοντά στον Ευγένιο Σπαθάρη και ασχολείται με τη χαρακτική της κοπιδιαστής φιγούρας μαθητεύοντας κοντά στον μελετητή του θεάτρου σκιών και των ανθρώπινων ομοιωμάτων του, Μιχάλη Ιερωνυμίδη. Μελετά τους συμβολισμούς της κινούμενης φιγούρας και τις διαφοροποιήσεις της καθώς περνά από τον Καραγκιόζη του Μπράχαλη, στου Μίμαρου, στου Μέμου στου Ρούλια και από κει στου Μόλλα, του θεμελιωτή της τέχνης του Καραγκιόζη όπως μας είναι γνωστό σήμερα.

Η βαθύτερη κατανόησή του της κοπιδιαστής φιγούρας ως εμψύχωσης του θεατρικού δρώμενου και ως ερμηνείας συμβολισμών μέσα από το ομοίωμα, οδηγεί τον Πετράκη να εμβαθύνει στα ζητήματα της καταγωγής του Θεάτρου Σκιών, φιλοτεχνώντας με το κοπίδι του ανάγλυφες μορφές ηρώων του Παγκόσμιου Θεάτρου Σκιών, (έκθεση « Φιγούρες και θέματα από το Παγκόσμιο Θέατρο Σκιών» στο χώρο Ναυτίλος στο Ηράκλειο Κρήτης , 1988).

Και ενώ οι φιγούρες της Κίνας, των Ινδιών, της Πολυνησίας του επιτρέπουν να διακρίνει τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στα θέατρα Σκιών του Κόσμου, παράλληλα, φιλοτεχνεί σκηνικά για παραστάσεις του Καραγκιόζη προχωρώντας σε καινοτόμες λύσεις όπως στην παράσταση Καραγκιόζης ο Μέγας, παράσταση του Ομμα Στούντιο- στην οποία την κοπιδιαστή φιγούρα μεγάλων διαστάσεων κινούν ηθοποιοί μπροστά από τον μπερντέ.

Παραδίδει το 2005, το απόσταγμα 50 χρόνων εργασίας πάνω στο αντικείμενο του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών με το βιβλίο του «Ελληνικό Θέατρο Σκιών»,( εκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου).

Από τη φιγούρα του Θεάτρου Σκιών οδηγείται κατόπιν στη συγγενική τέχνη της χαρακτικής, μίας τέχνης που επίσης βασίζεται στην κατανομή του άσπρου με το μαύρο και στην τεχνική της εγκοπής, αλλά και στο τύπωμα. Κι από κει, περνά στο ψηφιδωτό. Το πέρασμά του αυτό , που ο ίδιος το εξηγεί ως πέρασμα από τη σκιά στο χρώμα και το φως, έχει τις ρίζες του στην ανάγκη του να ξεπεράσει το δισδιάστατο και στατικό με την κατασκευή ανάγλυφου με ψηφίδες που φτιάχνει ο ίδιος και τις οποίες τοποθετεί αποδίδοντας κίνηση και εμψυχώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο τη μορφή.

Στα πιο προσωπικά του έργα, ψηφιδωτά, ή χαρακτικά, ο Τίτος Πετράκης πραγματεύεται έννοιες όπως το αντίθετο, το συμπληρωματικό, τον έρωτα, το θάνατο, ή το ταξίδι της ψυχής (βλέπε ατομικές εκθέσεις με θέμα «Η γοητεία των αντιθέσεων» ή και «άγγελοι και αγάπη»). Αποσπώντας έπαινο στην ομαδική έκθεση καλλιτεχνών στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών( 1988 ) και εκπροσωπώντας την Ελλάδα στην 6η Μπιεννάλε εικονογράφησης στο Βελιγράδι (2001), πέρα από τις ατομικές του εκθέσεις, δηλώνει ενεργός στην πολιτιστική ζωή του τόπου φιλοτεχνώντας έργα και σκηνικά, αλλά και οργανώνοντας εκδηλώσεις και ανοιχτά εργαστήρια για το ευρύτερο κοινό.

Άλλοτε συμβολικός και άλλοτε παιγνιώδης στο έργο του συχνά μας θυμίζει τη ρήση του Σκαρίμπα«παίζουμε με την αιώνια φάρσα της ζωής και γελόντες….δακρύομεν!», ενώ συχνά επανέρχεται στο παράδοξο, όπως όταν φιλοτεχνεί τη «βάρκα», έργο ανατρεπτικό με πηγαίο σχόλιο πάνω στο παράλογο καθώς η απλή στη γραμμή της και αφαιρετική ως προς το χώρο της βαρκούλα εμπαίζει τον θεατή της καθώς πλέει αντίθετα προς τον άνεμο.

Πάνω και πέρα απ’ όλα όμως, ίσως, ο Τίτος Πετράκης, παραμένει ένας γνήσιος λάτρης και κυρίως γνώστης της λαϊκής παράδοσης, με ουσιαστική κατανόηση του τρόπου έκφρασης του ανώνυμου εκείνου τεχνίτη που με ευκολία συγχωνεύει ‘σοφά’ παραδόσεις καθώς παντρεύει φαινομενικά ‘αταίριαστες’ πηγές μπλέκοντας το μύθο με την ιστορία, το σύμβολο με το πραγματικό, το αντικειμενικό με το υποκειμενικό, το υψηλό και σύνθετο με το απλουστευτικό και το εύκολο.

Κάπως έτσι, με μία σειρά από ανάγλυφες και γραπτές φιγούρες παρουσιάζει στο θεατή του, έναν ερωτικό χορό ζωής, δύο φιδιών, που εικονογραφούν ποίημα του Σεφέρη, ο οποίος τα περιγράφει να «σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών/ για μιαν αγάπη μυστική σ’ανεύρετα θολάμια». Καθώς χαράζει τα σώματά τους όμως«με γύρους και λυγίσματα», σύμφωνα με το ποίημα, τους δίνει τη μορφή που άλλοτε μας θυμίζει τον Κινέζικο Δράκο, άλλοτε τον κατηραμένο όφη και άλλοτε το Δράκο της ορθόδοξης θρησκευτικής παράδοσης, όλες όψεις του αιώνιου συμβόλου του ατέρμονου κύκλου της ζωής, που αφηγείται τον έρωτα και την ιερή τελετουργία του, τις δυνάμεις του αρσενικού και του θηλυκού, τις δυνάμεις του κακού και του καλού.