Συνέντευξη στη Σοφία Τσεντελιέρου

Οι θεατρικές του δουλειές χαρακτηρίζονται από την ποιότητα, την καλαισθησία και την προσωπική του ματιά. Το πρώτο του συγγραφικό έργο έχει όλα τα στοιχεία της ποιοτικής του δουλειάς, με αρκετά θεατρικά στοιχεία, αν και αποτελεί καθαρά λογοτεχνικό κείμενο.

Ο λόγος για τον καθηγητή Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και σκηνοθέτη Τηλέμαχο Μουδατσάκι. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του με τίτλο «Άμφια εταίρας» και έχει αποσπάσει εξαιρετικά θετικές κριτικές.

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε χθες στη δημοτική αίθουσα «Ανδρόγεω», σε εκδήλωση που διοργάνωσαν το βιβλιοπωλείο Δοκιμάκη και οι εκδόσεις Καστανιώτη, υπό την αιγίδα της Σχολής Επιστημών Αγωγής (Π.Τ.Δ.Ε.) του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Για το βιβλίο μίλησαν οι Αλεξάνδρα Ζερβού, καθηγήτρια Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκος Παπαδογιαννάκης, καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και Ελπινίκη Νικολουδάκη, επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ο Γιώργος Γεωργιάδης ερμήνευσε στο πιάνο έργα που ενέπνευσαν τον συγγραφέα.

Ο Τηλέμαχος Μουδατσάκις μιλά σήμερα στην «Π» για το μυθιστόρημά του, την έρευνα που προηγήθηκε, την απόφασή του να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία και όχι με τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου, καθώς και για τις κριτικές των αναγνωστών.

Η συνέντευξη έχει ως εξής:

«Π»: Για ποιο λόγο, μετά από μια τόσο πλούσια επιστημονική δραστηριότητα στο χώρο της διδασκαλίας και της έρευνας, αποφασίσατε να στραφείτε στη συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου;

Τηλέμαχος Μουδατσάκις: Το αντικείμενο που θεραπεύω ως επιστήμων και δη ως πανεπιστημιακός καθηγητής είναι καλλιτεχνικό: το θέατρο ως θεωρία και ως πρακτική τέχνη στην εκπαίδευση. Η βάση του θεάτρου είναι ο λόγος, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει κείμενο αλλά μια ευνοημένη παράσταση. Η βάση αυτή αν δεν είναι λογοτεχνική δεν έχει αξία. Η δουλειά μου ως σκηνοθέτη αλλά πρωτίστως ως αναγνώστη είναι η επεξεργασία ενός κειμένου που έχει συντεθεί ή συντίθεται με δεδομένη οικονομία αλλά και συμπαγή μύθο, ακόμη κι αν αυτός είναι ασύστολα επαναστατικός. Ένα, λοιπόν, θεατρικό κείμενο-έργο είναι πολύ κοντά σε ένα άλλης υφής ή είδους λογοτεχνικό έργο όπως το μυθιστόρημα. Ένα έργο του Ευριπίδη ή του Σαίξπηρ είναι πολύ κοντά, παρότι απομακρυσμένο, σε ένα έργο του Ουγκώ ή του Ντοστογιέφσκι. Η μια τέχνη εμπνέει την άλλη, ο λόγος της μιας τροφοδοτεί το λόγο της άλλης. Η διαφορά έγκειται στη μορφή, στον τρόπο διοχέτευσης του πρωτογενούς υλικού στη μια και στην άλλη: στο θέατρο με τον μονόλογο, το διάλογο και τις οδηγίες του συγγραφέα στο σκηνοθέτη, στο μυθιστόρημα, με την αφήγηση στο τρίτο πρόσωπο αλλά και άλλες μορφές επικοινωνίας. Ο τρόπος, το στυλ καθορίζει την οικονομία και διαφοροποιεί τις τεχνικές στην κίνηση των προσώπων στη δράση.

Η διαφυγή μου από το θέατρο, λοιπόν, είναι απλώς μια μετακίνηση στη δημιουργική λογοτεχνία. Έπαψα, προς στιγμή, να διαβάζω, που σημαίνει να αναλύω για να διδάξω τους φοιτητές ή τους ηθοποιούς μου, και συνέγραψα το δικό μου έργο, που, όπως θα δει ο αναγνώστης, εμπεριέχει πολύ θέατρο.

«Π»: Τι σας ενέπνευσε για το θέμα του βιβλίου; Πείτε μας λίγα λόγια για την υπόθεση.

Τηλέμαχος Μουδατσάκις: Η αδικία εις βάρος της αθωότητος, η ανίερη θωπεία του εγκλήματος, η περιπέτεια που υφίστανται οι αξίες καθώς βγαίνουν πληγωμένες από την καθημερινή ζωή, αλλά και τα μείζονος ενδιαφέροντος θέματα, όπως η μοίρα, το αδυσώπητο πεπρωμένο, ο κλήρος στη ζωή, ο ατελέσφορος αγώνας για αυθυπέρβαση, ο πόλεμος και η ειρήνη. Στόχος μου μέσα απ’ όλα ήταν να δημιουργήσω διαδοχικές εστίες συγκίνησης. Τα ΑΜΦΙΑ ΕΤΑΙΡΑΣ περιλαμβάνουν τρία μέρη. Στο πρώτο κυριαρχεί ο θάνατος και μάλιστα ο θάνατος μικρών παιδιών, στο δεύτερο ο έρωτας και στο τρίτο ο πόλεμος και η τύχη των ηρώων μου στην Κατοχή.

Η δράση εξελίσσεται στον Λάκκο, στη συνοικία όπου κυριαρχεί η ιεροδουλία με όλες τις παρενέργειες που αυτή συνεπάγεται. Κεντρικό πρόσωπο η Μεγάλη Μαχλάς, μια επικίνδυνη πόρνη που θα χειριστεί, με υποχθόνιους ελιγμούς, τη ζωή όλων σχεδόν των προσώπων, δημιουργώντας τραυματικές διελεύσεις στη δράση. Ένας αιμοδιψής τοκογλύφος θα εξοντώσει τα θύματά του, για να γίνει μάρτυρας ενός αυτοτυραννικού τέλους. Η Μεγάλη Μαχλάς θα κατοικήσει σε ένα στοιχειωμένο από τη σφαγή του 1898 Palazzo, στο Μεγάλο Κάστρο. Το ίδιο Palazzo διεκδικεί τώρα η Αθανασία Νίβα, αναζητώντας απεγνωσμένα ένα συμβόλαιο που έχει υπογράψει ο τοκογλύφος θείος της. Ακολουθεί ένας στιγματικός θάνατος παιδιών: το ένα καίγεται από ανεξήγητη πυρκαγιά στο σπίτι του, το άλλο πέφτει από άγριο έγκλημα που του επιφυλάσσει άλλο παιδί από νοητική παράκρουση. Στο δεύτερο μέρος ανθούν οι πλεχτοί έρωτες των παιδιών που διασώζονται, με άγνωστες γονεϊκές ταυτότητες, ενώ στο τρίτο, η μοίρα, με τις άτεγκτες διακρίσεις της, σ’ όσους επιβιώνουν στη γερμανική κατοχή.

«Π»: Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Ηράκλειο του 1919. Προφανώς κάνατε κάποια ιστορική έρευνα για τη συλλογή στοιχείων. Μιλήστε μας για τη διαδικασία αυτή.

Τηλέμαχος Μουδατσάκις: Η αφήγηση όντως αρχίζει το 1919. Με ένα οπίσθιο άλμα 20 χρόνων στα γεγονότα της σφαγής της 25ης Αυγούστου 1898 στο Μεγάλο Κάστρο-Ηράκλειο. Στη σφαγή αυτή χάνεται μια ηρωίδα μου με την οικογένειά της. Το γεγονός στοιχειώνει με αίμα το Palazzo, που το κατοικεί τώρα η Μεγάλη Μαχλάς και που στο τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, καθώς επιτάσσεται από τους Γερμανούς, καθίσταται εκ νέου χώρος μαρτυρίου για όσους έχουν αποδυθεί στην αντίσταση.

Επέμεινα στην καθαρότητα του ιστορικού πλαισίου τόσο του 1919 (1898) όσο και του 1941. Εκτός από τις έγκυρες ιστορικές πηγές μελέτησα σχολαστικά τον Τύπο της εποχής που διασώζει σημαντικές πληροφορίες, ενώ για τη ζωή στον Λάκκο- το ενεργειακό πεδίο του μυθιστορήματος-μελέτησα όσες καταγεγραμμένες πηγές βρήκα. Περπάτησα τους δρόμους όπως διασώζονται σήμερα, συνέλεξα πληροφορίες από τους ηλικιωμένους γείτονες για την καθημερινή ζωή των ιεροδούλων, τις συνήθειες, τον επικίνδυνο βίο τους, αλλά και στοιχεία για τον πολιτισμό των καταγωγίων, που ήκμασαν εδώ για 50 περίπου χρόνια, ένα πολυσχιδή πολιτισμό: μουσικό (αμανέδες), γλωσσικό (τη γλώσσα που μιλούσαν οι μάγκες) και κοινωνικό.

Τα ιστορικά στοιχεία αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία ύφανα το μύθο, επινοώντας τα πρόσωπα και τη δράση τους. Ζητούσα να στήσω μια νωπογραφία εποχής με τα σημερινά όμως μέτρα. Ωστόσο, τα ΑΜΦΙΑ ΕΤΑΙΡΑΣ δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Η ιστορική σήμανση είναι ο καμβάς. Τα τοπωνύμια, οι ημερομηνίες, ορισμένα γεγονότα, όπως το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Καστελίου, είναι αυθεντικά. Μέσα τους όμως κινούνται ζωντανοί οι ήρωές μου.

«Π»: Πώς προτιμήσατε τη συγγραφή μυθιστορήματος από τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου, λαμβάνοντας υπόψη ότι είστε επαγγελματίας σκηνοθέτης; Είναι μέσα στα σχέδια σας κάτι τέτοιο;

Τηλέμαχος Μουδατσάκις: Κάποτε δεν επιλέγεις εσύ, σε επιλέγουν οι καταστάσεις, όπως αυτές αναφύονται στη δύνη των συγκινήσεων, είτε αυτές περιορίζονται στα βιωμένα γεγονότα, είτε πολύ περισσότερο στις μορφοπαιδευτικές εμπειρίες, στη συναλοιφή με τις τέχνες ως ολικό αισθητικό-ποιητικό φαινόμενο. Όπως, ίσως, διαπιστώσει ο αναγνώστης μου, στο μυθιστόρημα υπάρχουν ορισμένες δραματικές αποστροφές με θεατρικό-τελετουργικό χαρακτήρα. Το θέατρο εμπεριέχεται στα ΑΜΦΙΑ ΕΤΑΙΡΑΣ, όπου η οικονομία της αφήγησης το επιτρέπει. Καθώς, όμως, πρόκειται για πολυεστιακό μυθιστόρημα με τριάντα περίπου πρόσωπα εξοπλισμένα με ρόλο, θα’ ταν δύσκολο η μυθοποίηση να παραμείνει στα στεγανά, με την ευρύτερη έννοια, ενός θεατρικού έργου, ακόμα και πολύπρακτου. Θεωρώ ότι το θέμα επιβάλλει συχνά στο συγγραφέα το είδος της φόρμας, μέσα στην οποία θα διοχετευθεί. Αυτό συμβαίνει και με την ποίηση: μια συγκίνηση μπορεί να στιχουργηθεί αλλά και να θεατροποιηθεί. Προς το παρόν σχεδιάζω ένα δεύτερο μυθιστόρημα, χωρίς να αποκλείω μια δεδομένη στιγμή να γράψω ένα θεατρικό. Στο θέατρο όμως αυτό που με ενδιαφέρει είναι η σκηνοθεσία, η παράσταση ως καλλιτέχνημα, τα συστήματα υποκριτικής τέχνης, η αγωγή του ηθοποιού. Έχω ωστόσο γράψει δύο λιμπρέτα όπερας για νεανικό κοινό, εκ των οποίων η μία έχει διαγράψει διεθνή τροχιά επιτυχίας.

«Π»: Ποια είναι τα πρώτα σχόλια από τους αναγνώστες σας;

Τηλέμαχος Μουδατσάκις: Τα σχόλια για τα οποία μιλάτε έχουν σχεδόν ξεπεράσει τις προσδοκίες μου. Δεν θα σας μιλήσω όμως αναλυτικά γι’ αυτά. Θα σας αναφέρω μόνο ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Μου τηλεφώνησε μια ηλικιωμένη αναγνώστης και μου είπε: «Παιδί μου, έγραψες την ιστορία της κόρης μου». Με ποια από τις ηρωίδες μου, τώρα, ταυτίζεται η κόρη της αναγνώστριάς μου; Μα, με την Ολίβια Μπεκατώρου, που αποκτά έναν γιο από εξώγαμη σχέση (καθώς την έχει παρασύρει στα δίχτυα της η Μεγάλη Μαχλάς, η κεντρική ηρωίδα), μαζί με τον οποίο χάνεται στις μαζικές εκτελέσεις από τους Γερμανούς μες στην Κατοχή, σε ένα, μάλιστα, ακαριαίο επεισόδιο. Κατά τα άλλα, φαίνεται ότι η ποιητική γλώσσα, ο σύνθετος μύθος και η πλοκή των επεισοδίων καθηλώνουν τον αναγνώστη ως την προσέγγιση της λύσεως.