
Ο δρόμος των μεγάλων αλλαγών και ανατροπών στη ζωή μας ίσως να μην είναι ο πιο συνηθισμένος, όμως όσοι τον διαβαίνουν τις περισσότερες φορές γεύονται την ικανοποίηση ότι οι ίδιοι ορίζουν τη ζωή τους επιλέγοντας να ασχοληθούν με ό,τι τους κάνει ευτυχισμένους.
Η συγγραφέας Νίκη Τρουλλινού μετά από είκοσι χρόνια στη μάχιμη δικηγορία, έστρεψε το βλέμμα σ’ αυτό που αγαπά πραγματικά και της δίνει μια δημιουργική διέξοδο. Τα βιβλία της «Eνα μολύβι στο κομοδίνο», «Μαράλ όπως Μαρία», «και φύσηξε νοτιάς…» έχουν αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές, ενώ διηγήματά της φιλοξενούνται σε λογοτεχνικά περιοδικά. Παράλληλα, αφιερώνει χρόνο στον παραδοσιακό ξενώνα «αγιόκλημα» στο Πετροκέφαλο, που με μεράκι έχει δημιουργήσει. Από τη ζωή της δε λείπει και δεν έλειψε ποτέ η ανάγνωση βιβλίων.
Η Νίκη Τρουλλινού μιλά στην «Π» για τη λογοτεχνία, τις λέσχες ανάγνωσης, τη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής μας, αλλά και για τις προσωπικές της επιλογές που μέχρι σήμερα τη δικαιώνουν.
«Π»: Πώς αποφασίσατε να εγκαταλείψετε τη δικηγορία και να ασχοληθείτε με δραστηριότητες τελείως διαφορετικές, όπως η συγγραφή και ο αγροτουρισμός;
Νίκη Τρουλλινού: Είναι ιστορία μάλλον προσωπική και ίσως δεν ενδιαφέρει τους αναγνώστες σας. Η ουσία είναι πως, ενώ η Nομική είναι μια εξαιρετική επιστήμη, η άσκηση της δικηγορίας είναι όχι μόνο αγχώδης αλλά και επώδυνη για ανθρώπους που δεν καταφέρνουν να αποστασιοποιούνται από τα προβλήματα, τις δυσκολίες των άλλων.
Ούτε το κυνήγι του χρήματος είναι το παν, εργαλείο μιας καλής ζωής και μόνο το χρήμα.. Καλύτερα λοιπόν να την αφήνει εγκαίρως όποιος δεν μπορεί να την ασκεί. Ο ξενώνας είναι ένα άλλο πλαίσιο, η επαφή με τους ανθρώπους στις διακοπές τους, στις όμορφες στιγμές τους, ιστορίες που θα πεις και θ’ ακούσεις, το βουνό πάντα ωραίο, με άπειρες διαφορετικές εικόνες, οι λέξεις των συγχωριανών, δηλ. ανθρώπινα πράματα σε ανθρώπινα μέτρα! Το γράψιμο, από την άλλη, δεν είναι δουλειά, δεν είναι για μένα επάγγελμα. Μάλλον χαρά ψυχής είναι και εγρήγορση πνευματική. Φτάνει να νιώθω ότι το κάνω με σεβασμό στις λέξεις, σ’ αυτό που λέγεται Λογοτεχνία.
«Π»: Κάθε άνθρωπος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να πάρει την απόφαση για μικρές ή μεγάλες ανατροπές στη ζωή του;
Νίκη Τρουλλινού: Θα έλεγα “ναι’’ ξέροντας όμως ότι είναι εύκολο να μιλάμε εκ του ασφαλούς και να δίνουμε συνταγές ζωής στους άλλους. Οι ανατροπές έχουν το κόστος τους, οι συνθήκες δεν είναι πάντα ευνοϊκές , δεν φτάνει μόνο το τι θέλουμε αλλά και το τι μπορούμε, εν τέλει το όνειρο, οι επιθυμίες μας καλό είναι να κρατούν επαφή και με την πραγματικότητα! Και στις ανατροπές, το ζητούμενο είναι ο αυτοσεβασμός και η αξιοπρέπεια , η επίγνωση, όσο γίνεται, του εαυτού μας.
«Π»: Οι εμπειρίες από την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου σας έδωσαν ερεθίσματα για τη συγγραφή διηγημάτων;
Νίκη Τρουλλινού: Το επάγγελμα του δικηγόρου “φέρνει’’ τρομακτικές εμπειρίες, για κείνους, βεβαίως, που έχουν τα μάτια και τα αυτιά ανοικτά, που θέλουν να σκύψουν επί της ουσίας στην κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι η δουλειά που ίσως περισσότερο από κάθε άλλη – εξαιρείται η δημοσιογραφία - σε φέρνει τόσο κοντά, τόσο μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τις ψυχές των ανθρώπων. Αλλά και η Νομική ως επιστήμη. Ξέρετε, νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί συγγραφείς και ποιητές έκαναν νομικές σπουδές. Νομικές και ιατρικές σπουδές, έχει τη σημασία του. Σημειώστε και τη βαρύτητα της γλώσσας. Η ακρίβεια, η σαφήνεια, η δυνατότητα να χειρίζεσαι τη γλώσσα όχι μόνο σωστά αλλά και με ξεχωριστό τρόπο, κάνει τη διαφορά στον νομικό. Και στο γιατρό, η γλώσσα είναι το δικό του νυστέρι. Όσο για τα διηγήματά μου, ναι, σε κάποια από αυτά απηχούνται εμπειρίες της δικηγορίας αλλά, θέλω να πιστεύω, με τρόπο λογοτεχνικό, ούτε δικαστικό ρεπορτάζ ούτε αυτοβιογραφίες…
«Π»: Η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι τρόπος ζωής;
Νίκη Τρουλλινού: Ναι, το πιστεύω αυτό. Και δεν μιλώ για το γράψιμο, μιλώ για την ανάγνωση, το διάβασμα της λογοτεχνίας. Μιλώ για την αγάπη στο βιβλίο και την πίστη ότι το διάβασμα προσφέρει και προσφέρεται για να μπορούμε να δούμε τα πράγματα βαθύτερα, να καταλάβουμε τι κάνουμε εδώ και που πάμε, τι έγινε πριν από μας και πως και γιατί. ‘’Πάντα ανοικτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας’’ η καλή ανάγνωση μπορεί να φροντίσει γι’ αυτό.
«Π»: Ποια είναι η γνώμη σας για τις Λέσχες Ανάγνωσης. Υπάρχει «κίνδυνος» να αποτελέσουν κύκλο διανοούμενων αφήνοντας απ’ έξω τους αμύητους;
Νίκη Τρουλλινού: Καταρχήν είναι θετικό κάθε τι που έχει σχέση με την ανάγνωση, με την επαφή των ανθρώπων που διαβάζουν μεταξύ τους. Από κει και πέρα το μεγάλο ερώτημα, κατά την γνώμη μου, είναι, αν αυτές οι Λέσχες Ανάγνωσης προσκαλούν, απευθύνονται συντονισμένα και πρακτικά και σε ανθρώπους αμύητους στο διάβασμα βοηθώντας τους με σεβασμό και χωρίς τον αέρα του πολύξερου ν’ αγαπήσουν το βιβλίο. Αλλά και ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που θέλουμε να τους φέρουμε κοντά στο βιβλίο. Είμαστε ευχαριστημένοι να βρισκόμαστε μεταξύ μας, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, να μιλάμε για βιβλία; Τι γίνεται με τα φτωχά στρώματα των εργαζομένων που δεν μπορούν να αγοράσουν βιβλία; Τι γίνεται με τους νέους; Να το πω λίγο ωμά: Τι γίνεται με το θεσμό των σχολικών βιβλιοθηκών που ξεκίνησε κάποτε; Πόσο λειτουργούν μέσα στο σχολείο, πως, και αν… προσελκύονται τα παιδιά στο διάβασμα; Ακόμα πιο πέρα, πως διδάσκεται η Λογοτεχνία στο σχολείο; Πως θα αγαπήσουν οι μαθητές το γίγαντα Δ. Σολωμό ή τον Παπαδιαμάντη; Πως θα νιώσουν πως η γλώσσα είναι το πρώτο εφόδιο στη ζωή; Ξέρω τις δυσκολίες, δεν ήρθα από τον Άρη, πιστεύω όμως ότι όσοι ασχολούνται με το βιβλίο ΔΕΝ έχουν καταλάβει σε μεγάλο βαθμό, ότι, αν θέλουμε αυριανούς αναγνώστες ( και με τη σειρά του, συνειδητούς πολίτες! ) είναι στα παιδιά που πρέπει να στραφούμε. Εκεί είναι το φυτώριο των αναγνωστών. Και ναι μεν το εκπαιδευτικό σύστημα δεν βοηθά, γιατί να το κάνει άλλωστε…σιγά που θα στενοχωρηθεί η σύγχρονη Πολιτεία για τους αυριανούς πολίτες! Όμως τι κάνουν κι οι εκπαιδευτικοί γι’ αυτό; Οι άλλοι φορείς της κοινωνίας ; Πού είναι οι βιβλιοθήκες που λειτουργούν με τα δανειστικά τους τμήματα; Κι αν – λέμε αν – υπάρχουν, τι μεθόδους χρησιμοποιούν για να προσελκύσουν το παιδί; Λυπάμαι που δεν ακούγομαι ευχάριστη αλλά τα πράγματα καθόλου ευχάριστα δεν είναι. Η ανάγνωση δεν είναι μόνο ευχαρίστηση είναι και κοινωνική λειτουργία, εκεί τουλάχιστον που ευελπιστούν σε ένα στοιχειωδώς καλύτερο μέλλον. Δεν μιλάμε ούτε για επαναστάσεις ούτε για ανατροπές, μιλάμε για να βγούμε από το βόρβορο του παρόντος. Ονειρεύομαι λοιπόν τη Βικελαία με τα ισόγεια της παιδικά και νεανικά τμήματα, με εξειδικευμένο προσωπικό, με τα παιδιά να τα γεμίζουν παίζοντας και διαβάζοντας. Να οι επιλογές που μπορούμε να κάνουμε με λίγο κόστος, επιμονή κι εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Τώρα, αν μας περισσεύει χρόνος και για μεταξύ μας κουβέντες, γιατί όχι; Και επειδή δεν μ’ αρέσει να είμαι άδικη, θα πω ότι στο Πειραματικό Δημόσιο σχολείο, κάποιες εμπνευσμένες φιλόλογοι κάνουν θαυμάσια δουλειά. Είχα μια ανεπανάληπτη εμπειρία με τους μαθητές του γυμνασίου πρόσφατα μέσα στην τάξη τους. Αλλά και στο νυχτερινό ΤΕΕ ένιωσα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους της δουλειάς που γύρισαν στα θρανία και στην φυλακή της Αλικαρνασσού, λίγα χρόνια πριν…Μήπως σε τέτοιους τόπους πρέπει να στήσουμε λέσχες ανάγνωσης;
«Π»: Η λογοτεχνική παραγωγή σήμερα μπορεί να φέρει ανανέωση στα ελληνικά Γράμματα;
Νίκη Τρουλλινού: Δυστυχώς, δεν το νομίζω. Επειδή και διαβάζω αλλά και παρακολουθώ την ελληνική παραγωγή, δεν είμαι αισιόδοξη. Κοιτάξτε: κατά κοινή ομολογία και σύμφωνα με τα στοιχεία του εφημερίδων, λογοτεχνικών εντύπων κλπ, κυκλοφορεί στην Ελλάδα πολύ βιβλίο. Αλλά για ποιο βιβλίο πρόκειται; Μαζική παραγωγή μυθιστορημάτων με χιλιοειπωμένες ιστορίες και κακογραμμένων. Κάτι σαν μαζική κουλτούρα και στο διάβασμα. Κάτι σαν τα σίριαλ στην τηλεόραση, εύκολα όλα, εύπεπτα, ζούμε στον αστερισμό του μυθιστορήματος, αλλά μυθιστόρημα δεν σημαίνει μόνο το στόρι. Είναι γνωστό ότι όλα έχουν γραφεί και λεχθεί από τον Όμηρο ως τους Ρώσους κλασσικούς. Και μυθιστόρημα σημαίνει ακόμα δοκιμιακός λόγος. Στοχάζομαι, ‘’δοκιμάζω’’ τη σκέψη μου πάνω στα ανθρώπινα . Ξετυλίγω τη προσωπική μου ματιά σε ότι μέσα μου και γύρω μου συμβαίνει. Με τον κώδικα που λέγεται γλώσσα, αλλά γλώσσα δουλεμένη, με ρυθμό και ήχο, πάλη με τις λέξεις, αλλιώς καλά γράφονται και τα νέα στην εφημερίδα!
Τι να προσθέσουμε, λοιπόν ; Φυσικά και γράφονται και στη γλώσσα μας εξαιρετικά βιβλία, αλλά είναι λίγα. Πολύ – πολύ καλά, εφάμιλλα των καλύτερων της διεθνούς παραγωγής, αλλά σε πόσους αναγνώστες φτάνουν αυτά ακριβώς τα βιβλία; Ή, να το πω κι αλλιώς, πόσο πούλησε το καταπληκτικό βιβλίο της κ. Μάρως Δούκα ‘’ Αθώοι και φταίχτες’’ και πόσο το δείνα, για τα βόρεια προάστια και τις μαμάδες…! Να όμως που έχουμε ακόμα πολύ καλή ποίηση, δοκίμιο ( τα τελευταία χρόνια ) εξαιρετικό διήγημα.
Αισιόδοξα πράγματα, δηλαδή. Από την άλλη μεριά νιώθω την ανάγκη να προσθέσω και τούτο: δεν είναι μόνο η γραφίδα που κάνει τη σπουδαία Λογοτεχνία, είναι και η εποχή. Η Λογοτεχνία είναι καθρέπτης του Τόπου και του Χρόνου, με κεφαλαία, ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Κοιτάξτε το αγγλόφωνο μυθιστόρημα πως και πόσο ανανεώθηκε! Γιατί νέες λογοτεχνικές φωνές την μπόλιασαν που ‘’ήρθαν’’ από τις πρώην αποικίες της γηραιάς Αλβιώνος! Άλλες εμπειρίες, το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αγγλία έφερε και την δική του ματιά στα πράγματα κι αυτό το νέο δεν μπορεί παρά να γονιμοποιεί και το παλιό.
«Π»: Αναγνώστης γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Νίκη Τρουλλινού: Δεν γεννιέται ο αναγνώστης. Γίνεται. Γεννιέται ίσως ο λίγο παραπάνω ευαίσθητος άνθρωπος, ο παρατηρητικός, αυτός που ξεσκαλίζει και θέλει να μαθαίνει. Ίσως ετούτος πιο εύκολα να γίνει αναγνώστης.
Μπορεί πάλι, κι ο ευαίσθητος, να μην βρει τη διέξοδο του βιβλίου αλλά να είναι ωραίος άνθρωπος. Υπάρχει, εν τέλει, ξέρετε, ένα ερώτημα που δεν απαντιέται. Αναγνώστης σημαίνει κατά τεκμήριο και καλός, καλλιεργημένος στην ψυχή άνθρωπος; Είναι, ξέρετε, και η γνώση, η μόρφωση ένα κεφάλαιο που θέλει τη διαχείριση του. Κι εδώ ο καθένας μας που ισχυρίζεται ότι είναι διαβασμένος δεν έχει παρά να κοιτάξει τον καθρέφτη.
«Π»: Ετοιμάζετε την έκδοση νέου βιβλίου;
Νίκη Τρουλλινού: Νομίζω πως ναι, θα δούμε…

