Συνέντευξη στην Κατερίνα Μυλωνά
Να δημιουργήσουν το δικό τους ρεύμα και με υπομονή να προχωρήσουν στο χώρο, συμβουλεύει τα νέα άτομα που θέλουν να ασχοληθούν με τη μουσική ο Βασίλης Λέκκας, ο ερμηνευτής μεγάλων συνθετών, όπως του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη, που έχουν βάλει τη δική τους σφραγίδα στην ιστορία του τόπου μας. Λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τη συναυλία που θα δώσει στην πλατεία Ελευθερίας στην εκδήλωση που διοργανώνει ο δήμος για την υποδοχή της νέας χρονιάς, ο Βασίλης Λέκκας μιλάει στην «Π» για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική, τη γνώμη του για τα ριάλιτι παιχνίδια αλλά και το νέο του δίσκο με τίτλο «Σπινθήρας».
«Η πορεία του καθενός μέσα από τη μουσική, από τον τρόπο που αντιδρά
κοινωνικά και που επιλέγει να παρουσιάσει τη δουλειά του είναι μια πολιτική στάση. Το γεγονός ότι επιλέγει ένα ρεπερτόριο τάδε κι αυτό είναι μια πολιτική στάση. Όταν, λοιπόν, μέσα από την πορεία την προσωπική μου εγώ τραγούδησα τον Γκάτσο, Ελύτη, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, νεότερους όπως Γιάννη Μαρκόπουλο, Μιχάλη Γκανά, Μανώλη Πρατικάκη, άνθρωποι οι οποίοι έχουν την κατάθεσή τους σε ένα πολιτισμό που προφανώς έχει και μία πολιτική στάση αυτό δε θα με άφηνε αδιάφορο και, γενικότερα, να μη μου δώσει ένα χέρι εκκίνησης, ένα χέρι βοήθειας για να κινήσω και να βαδίσω. Στην ίδια άποψη, όταν θέλω να μιλήσω πολιτικά μπορώ να το κάνω και μέσα από την τέχνη μου».
«Το τραγούδι και η τέχνη δεν μπορεί να είναι κάτι πρόχειρο που δεν το χρειαζόμαστε ή δεν το χειριζόμαστε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την υπόστασή του, όταν αντιληφθούμε την υπόσταση, το μέγεθος της τέχνης, σαφώς και κάνουμε μια πολιτική παρέμβαση», αναφέρει.
Μιλήστε μας για τη συναυλία που θα δώσετε στην πλατεία Ελευθερίας.
«Είμαι καλεσμένος του δήμου να συμπράξω με τη φιλαρμονική ορχήστρα το βράδυ της παραμονής για το καλωσόρισμα του 2008 σε ένα ρεπερτόριο που θα τραγουδήσουμε κομμάτια του Μάνου Χατζιδάκι. Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με τη Φιλαρμονική, με το μαέστρο, Λεωνίδα Τζωρτζάκη και τον πατέρα του, Γιάννη. Θα είμαστε εκεί για να καλωσορίσουμε με όλο τον κόσμο την Πρωτοχρονιά».
Με το Μάνο Χατζιδάκι είχατε συνεργαστεί από τα πρώτα σας βήματα…
«Αρχές ‘80 συνεργαστήκαμε, κάναμε μαζί οχτώ δίσκους και συμμετείχα στο μουσικό όμιλο που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο με την καθοδήγησή του. Είχαμε έρθει τότε πρώτη φορά στην Κρήτη και έκτοτε έρχομαι πολύ συχνά στο νησί. Είναι ένας προορισμός που θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων για τον καθένα μας.»
Πώς είναι για έναν καλλιτέχνη να συμμετέχει σε συναυλίες που έχουν εορταστικό χαρακτήρα;
«Το πάντρεμα με τη Φιλαρμονική έχει ένα διάχυτο ευχάριστο συναίσθημα, μεγαλειώδες θα έλεγα, και με αφορμή την ημέρα έχουμε διαλέξει ένα ρεπερτόριο που θα έχει αυτή την αίσθηση λίγο- πολύ, τα τραγούδια του Χατζιδάκι πιστεύω ότι εντάσσονται σε ένα ιδιαίτερο πολιτισμό και μου κάνει πολλή χαρά να τα παίξω και να τα μοιραστώ με το κοινό αυτές τις μέρες.»
Η συνεργασία με το Μάνο Χατζιδάκι τι σήμαινε για σας;
«Είναι ότι αθροιστικά πλέον λειτουργεί μέσα μου αυτή η συνεργασία διότι, όσο περνάν τα χρόνια, συνειδητοποιώ κι εγώ πόσο σημαντικό είναι για τον κάθε καλλιτέχνη να έχει μια συνεργασία με το Μάνο Χατζιδάκι. Έτυχε να το κάνω σε πολύ μικρή ηλικία, να βιώσω μία πορεία πολύ ιδιαίτερη, να την αντιληφθώ και να την αντιλαμβάνομαι κάθε μέρα πολύ ιδιαίτερα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να μοιραστώ αυτά που έχω μάθει με το Χατζιδάκι με πάρα πολλούς ανθρώπους, ίσως να μη χρειάζεται να λέω και πολλές κουβέντες γιατί το θέμα της συνεργασίας μου και της μαθητείας μου είναι κάτι που το ξέρω και το κουβαλάω εγώ.»
Υπάρχουν σήμερα καλλιτέχνες διατεθειμένοι να αγκαλιάσουν νέους ανθρώπους του χώρου;
«Προφανώς οι συμπράξεις είναι και ένα σημείο της εποχής με το να υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες μαζί, είτε λιγότερο νέοι ή παιδιά που βγαίνουν τώρα και να θέλουν να συνδημιουργήσουν, αυτό είναι ζητούμενο της εποχής μας και το βλέπω ότι γίνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Μη ξεχνάμε ότι υπάρχει και η αναβίωση των φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται πέρα από τα τηλεοπτικά, τα οποία δεν είναι θέμα να τα κρίνουμε ή όχι τώρα, αλλά ακόμα κι η προσπάθεια που γίνεται πιο επίσημα μέσα από το φεστιβάλ να βγούνε νέες φωνές, νέοι δημιουργοί πιστεύω ότι είναι καλό να δίνεται βήμα σε αυτούς τους ανθρώπους, όπως κάποτε δόθηκε και σε εμάς και κάπως έτσι να πηγαίνει η αλυσίδα. Ο καθένας μπορεί να προσφέρει με την παρουσία του το ενδιαφέρον που μπορεί να έχει παρά με την απουσία του κι όταν υπάρχει ενδιαφέρον να έχει ένα βήμα, καλό είναι αυτό το πράγμα να στηρίζεται από φορείς που έχουν τη δυνατότητα να το κοινοποιήσουν ιδιαίτερα.»
Ποια είναι η γνώμη σας για τα ριάλιτι παιχνίδια;
«Υπάρχουν παντού απίστευτες περιπτώσεις που κανείς δεν το φαντάζεται πως θα λειτουργήσουν σε ένα ριάλιτι επίσημο ή ανεπίσημο. Το γεγονός ότι τα παιδιά έχουν την ανάγκη να βγουν προς τα έξω είναι πολύ θεμιτό, το γεγονός όμως ότι υπάρχει μια κατεύθυνση αισθητική μέσα από την τηλεόραση που δε με βρίσκει σύμφωνο αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο. Δε φταίνε τόσο τα παιδιά, γιατί σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι υποχρεωμένα να παρακολουθήσουν αυτή τη αισθητική αφού από πίσω υπάρχει ένα παρασκήνιο με δισκογραφικές εταιρείες, με μουσική μόδα, με χίλια δυο άλλα πράγματα τα οποία αναγκάζονται να παρακολουθήσουν. Κανένας δεν πάει 100% ως ο χαρακτήρας του, πάνε μέσα σε ένα μοντέλο προσαρμογής που εκεί βγάζουν ένα μέρος του χαρακτήρα τους.»
Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο άτομο που θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική;
«Να είναι αυτός που θα κάνει το δικό του ρεύμα έχοντας υπομονή, δεν μπορείς να είσαι αυτός, ο οποίος θα παίξει το παιχνίδι της τηλεόρασης, παραδείγματος χάρη, θα γίνεις το παιδί της τηλεόρασης και αύριο νομίζεις ότι θα αντέξεις να είσαι το παιδί της τηλεόρασης. Θα πρέπει να σε αντικαταστήσουν γιατί έτσι είναι ο κανόνας. Αν ακολουθήσεις αυτό το παιχνίδι να ξέρεις ότι αύριο θα υπάρξει κάποιος άλλος στη θέση σου. Για να το αποφύγεις αυτό θα πρέπει να είσαι εκείνος που πιστεύει μέσα του, που πιστεύει στη μουσική και επιμένει παίζοντας έχοντας ως αντίπαλο τον ίδιο του τον εαυτό, όχι το τι θα πουν οι άλλοι.»
Ποια είναι η σχέση της μουσικής με την πολιτική;
«Η πορεία του καθενός μέσα από τη μουσική, από τον τρόπο που αντιδρά κοινωνικά και που επιλέγει να παρουσιάσει τη δουλειά του είναι μια πολιτική στάση. Το γεγονός ότι επιλέγει ένα ρεπερτόριο τάδε κι αυτό είναι μια πολιτική στάση. Όταν, λοιπόν, μέσα από την πορεία την προσωπική μου εγώ τραγούδησα τον Γκάτσο, Ελύτη, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, νεότερους όπως Γιάννη Μαρκόπουλο, Μιχάλη Γκανά, Μανώλη Πρατικάκη, άνθρωποι οι οποίοι έχουν την κατάθεσή τους σε ένα πολιτισμό που προφανώς έχει και μία πολιτική στάση αυτό δε θα με άφηνε αδιάφορο και, γενικότερα, να μη μου δώσει ένα χέρι εκκίνησης, ένα χέρι βοήθειας για να κινήσω και να βαδίσω. Στην ίδια άποψη, όταν θέλω να μιλήσω πολιτικά μπορώ να το κάνω και μέσα από την τέχνη μου.»
Ο καλλιτέχνης ως δημόσιο πρόσωπο πρέπει να τηρεί μια υπεύθυνη κοινωνικά στάση;
«Αν θεωρήσουμε ότι αυτό που κάνουμε είναι χρήσιμο, κατ αρχάς για τον εαυτό μας και δεύτερον για αυτό που καταλαβαίνουμε μεταξύ μας, το ότι γίνεται υπεύθυνο είναι σαφές. Το τραγούδι και η τέχνη δεν μπορεί να είναι κάτι πρόχειρο που δεν το χρειαζόμαστε ή δεν το χειριζόμαστε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την υπόστασή του, όταν αντιληφθούμε την υπόσταση, το μέγεθος της τέχνης σαφώς και κάνουμε μια πολιτική παρέμβαση. Όλοι είμαστε υπεύθυνοι σε αυτό και σαφώς το γεγονός ότι πολεμιέται η τέχνη και θέλουμε σε όλα τα επίπεδο να υποβαθμιστεί είναι θέμα της άποψης που υπάρχει σήμερα για την παιδεία και είναι και αυτό ένας τρόπος να απογυμνώσουμε και να γίνουμε τρωτοί απέναντι σε οτιδήποτε έρχεται και μας μπαίνει στο μυαλό με τον α ή β τρόπο για να είμαστε άβουλοι και προφανώς χωρίς ιδιαίτερη παρέμβαση.»
Γίνεται πόλεμος δηλαδή στους καλλιτέχνες;
«Γίνεται μια κοινωνική ανακατάταξη όπου μέσα σε αυτό συμπαρασύρεται και η άποψη που υπάρχει για την τέχνη και σαφώς οι καλλιτέχνες πέφτουμε σε ένα πανικό προσπαθώντας να κρατήσουμε τις πολύ κοντινές μας αξίες αλλά αύριο, επειδή μεγαλώνουμε παιδιά, επειδή κάνουμε ένα πράγμα που θεωρώ ότι έχει τη χρησιμότητα για να γίνουμε ενδιαφέρουσες προσωπικότητες πρέπει σα καλλιτέχνες να το στηρίξουμε και να το υποστηρίξουμε ειδικά σε αυτή την εποχή όπου βάλλεται με τον τρόπο που ανέφερα.»
Μπορούν να γίνουν παραδείγματα προς μίμηση οι καλλιτέχνες;
«Θα μπορούσε κάποιος να πέσει στην παγίδα της ειδωλολατρίας, να είναι κάποιος το παράδειγμα μιας καριέρας που έχει τα φώτα της νύχτας και αυτό τελικά δεν είναι το ζητούμενο. Ο καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που θα δούμε σώνει και καλά στην τηλεόραση, τις γιγαντοαφίσες, τις δημόσιες εμφανίσεις και τις μεγάλες δισκογραφικές επιτυχίες. Προσωπικά, δεν αναζήτησα ποτέ τέτοιο μοντέλο ανθρώπινο που να έχει την διάσταση της τέχνης για να το ακολουθήσω, έτσι δεν είμαι και σε θέση να πω αν ο κόσμος θα πρέπει να έχει ως πρότυπό του κάτι. Εγώ δεν τα έχω ανάγκη αυτά αλλά να είμαι συνεπής με αυτό που κάνω, να είμαι στην προσωπική μου διάσταση και να βαδίζω όπως το γνωρίζω το πράγμα και όσοι το αντιλαμβάνονται αυτό που κάνω για μένα είναι ένας όφελος γιατί γίνεται μια επικοινωνία που αφήνει ένα αποτύπωμα που δεν είναι τόσο χειροπιαστό αλλά μετράει στο χρόνο. Με αυτή την έννοια επειδή τραγουδάω από το 1979-80 δεν υπήρξα ποτέ ούτε σε μουσικό περιοδικό εξώφυλλο, ούτε σε γιγαντοαφίσες, τίποτα ιδιαίτερα πράγματα που έχουν να κάνουν με την προώθηση. Είχα, όμως, την επικοινωνία και σχέση με τους ανθρώπους παίζοντας μέσα στις συναυλίες και επιμένοντας να ταξιδεύω από τη μία άκρη στην άλλη της Ελλάδος ή και κάνοντας ταξίδια έξω, παίζοντας τη μουσική μου είτε με ένα μουσικό όργανο είτε με τη φιλαρμονική, με συμφωνικές ορχήστρες, λαϊκές… αυτός ήταν πάντα ο στόχος μου, να τραγουδήσω τα τραγούδια των ανθρώπων που προανέφερα και τα οποία είναι της συνείδησής μας ο,τι και να κάνουμε και να λέμε κάποια στιγμή εμφανίζονται από μόνα τους γιατί είναι καταγεγραμμένα σε μια ιστορική μνήμη των τελευταίων ετών και συνδέονται άμεσα με ένα πολιτισμό της τελευταίας Ελλάδας για να μπορέσουν να πετύχουν είχαν επίγνωση του παρελθόντος του τόπου όχι μόνο του μουσικού αλλά και μας ιστορίας, όπου μπορεί να υπάρχει πολλή διαστρέβλωση αλλά έχει κώδικες που να γίνεται κατανοητή από τους Έλληνες και βεβαίως από τους ανθρώπους που ασχολούνται με τη μουσική να καταλαβαίνουν ποια είναι τα στοιχεία τα δικά μας ποια μπορούμε να κάνουμε στη συνέχεια συμπράξεις και σε ποια μπορούμε να πούμε ότι αποτύχαμε κιόλας».
Πείτε μας δυο λόγια για τον τελευταίο σας δίσκο
«Ο Σπινθήρας είναι η συνεργασία μου με τον Σπάθα τρίτη φορά και η πρώτη φορά με τη Λίνα Νικολακοπούλου. Ο Σπινθήρας αν προσέξουμε έχει τρεις όψεις γενικά θα μπορούσε να μην ισχύει αυτό αλλά θέλω να το κάνω ακόμη πιο κατανοητό στους ακροατές, είναι ένας ηλεκτρικός ήχος επίσης έχει μια λαϊκή μουσική του 70 και καταβολές από το ρεμπέτικο και την γνώση του Σπάθα από το ροκ.»

