Της Σοφίας Τσεντελιέρου

Άρωμα ... Μικράς Ασίας έχει η ρακή που βγαίνει από το καζάνι της οικογένειας Δακτυλά στα Νέα Αλάτσατα. Το καζάνι κατασκευάστηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα και μεταφέρθηκε στην Κρήτη το 1922, όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα της εξαιτίας της Mικρασιατικής καταστροφής.

Μέχρι και σήμερα κάθε χρόνο μπαίνει σε λειτουργία το καζάνι και δίνεται με αυτό τον τρόπο η ευκαιρία να συγκεντρωθεί όλη η οικογένεια μαζί με φίλους για τη μοναδική διαδικασία της απόσταξης.

Για πολλές δεκαετίες το καζάνι λειτουργούσε επαγγελματικά, ενώ τα τελευταία χρόνια η χρήση του γίνεται ερασιτεχνικά σ’ έναν χώρο που παραπέμπει στα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας. Ο χώρος όπου έχει τοποθετηθεί το καζάνι είναι πετρόχτιστος και διακοσμημένος με οικογενειακά κειμήλια, αλλά και αντικείμενα που αγοράστηκαν από τα Αλάτσατα με την ευκαιρία ταξιδιών μελών της οικογένειας στα πάτρια εδάφη.

Το περασμένο Σάββατο έγινε η απόσταξη της ρακής της οικογένειας και συγκεντρώθηκαν συγγενείς και φίλοι για να γιορτάσουν το γεγονός, όπως γινόταν και τα παλιά χρόνια. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και η νομάρχης Ηρακλείου Βαγγελιώ Σχοιναράκη.



Η ιστορία του καζανιού

Το 1922 ο Γιάννης Δακτυλάς που ζούσε μέχρι τότε με τη σύζυγό του Αγγελική και το γιο του Νίκο στα Αλάτσατα, ενημερώθηκε ότι πρέπει να εγκαταλείψει τον τόπο του, γιατί πλησίαζε μεγάλη καταστροφή. Λίγο πριν μπουν οι Τούρκοι στα Ελληνικά χωριά πρόλαβε να νοικιάσει δύο καΐκια, να τα φορτώσει με διάφορα υπάρχοντα της οικογένειας και μαζί με τη γυναίκα του και το παιδί του να φύγουν από τον τόπο τους. Μεταξύ αυτών που επέλεξε να πάρει μαζί του ήταν και το καζάνι.

Όπως λέει η εγγονή του Μαλβίνα Σφίγγα-Δακτυλά, όταν ήρθε στην Κρήτη εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Τεκέ, τα σημερινά Νέα Αλάτσατα. Στη Μικρασία το καζάνι λεγόταν ρεμπίκο και η ρακή σούμα. Το ρεμπίκο λοιπόν έμεινε για μερικά χρόνια στην αποθήκη γιατί δεν υπήρχαν αμπέλια. Όταν αναπτύχθηκε η αμπελοκαλλιέργεια και υπήρξε παραγωγή σουλτανίνας το καζάνι άρχισε και πάλι να λειτουργεί. Έτσι κάθε χρόνο αφού πατούσαν τα σταφύλια συγκέντρωναν τα στράφυλα και μαζί με λίγο μούστο τα τοποθετούσαν σε πυθάρια για σαράντα μέρες, για να τ’ ανοίξουν στη συνέχεια ώστε να γίνει η απόσταξη.

Ο κ.Γιάννης Δακτυλάς αναφέρει ότι τα πρώτα χρόνια χρησιμοποιούνταν πήλινα πυθάρια που είχαν αφήσει οι Τούρκοι. Σαράντα μέρες μετά το πάτημα των σταφυλιών άνοιγαν τα πυθάρια και αυτό αποτελούσε ευκαιρία να γίνουν γλέντια. «Έκαναν παρέες πάντα με την ευκαιρία της απόσταξης» λέει ο ίδιος και συνεχίζει «Θυμάμαι τους παλιούς να κάνουν παρέες. Τότε ήταν τα χρήματα πιο λίγα και ο κόσμος μαζευόταν στο καζάνι για να διασκεδάσει, πήγαιναν με τη ρέγγα τους και όχι με κρέατα όπως γίνεται τώρα. Γινόταν πάντα γιορτή την εποχή του καζανιού».



Οικογενειακή παράδοση

Ο παππούς του, Γιάννης Δακτυλάς, δούλευε το καζάνι μέχρι το 1946. Από τότε και μέχρι το 1972 το ανέλαβε ο πατέρας του, Νίκος. Το 1972 τη σκυτάλη πήραν τα αδέλφια Γιάννης και Γιώργος Δακτυλάς οι οποίοι κατάφεραν να μεταδώσουν την αγάπη τους γι’ αυτή την οικογενειακή παράδοση και στα παιδιά και τα ανίψια τους.

Η κυρία Σφίγγα αναφερόμενη στο χώρο όπου έχει τοποθετηθεί το καζάνι λέει «Αυτό που συγκινεί ιδιαίτερα την οικογένειά μας και τους στενούς φίλους είναι ότι μπαίνοντας στο χώρο που είναι το καζάνι βλέπουν ένα πάντρεμα των Αλατσάτων της Μικράς Ασίας με την Κρήτη, και πού, στα Νέα Αλάτσατα του Ηρακλείου! Τα περισσότερα πράγματα που είναι μέσα στο χώρο είναι φερμένα όχι μόνο το ‘22 από τα Αλάτσατα, αλλά και μετέπειτα από ταξίδια της οικογένειας και περισσότερο του αδελφού μου Γιάννη και των παιδιών του. Το συναίσθημά μας είναι ότι καμαρώνει ο παππούς μας, ο πατέρας μας και η μάνα μας όταν βλέπουν να συνεχίζουμε την παράδοση. Αυτό κάνει εμάς να θυμόμαστε τα παραμύθια, τις διηγήσεις, τα μέρη που γεννήθηκαν. Είναι πολύ σπουδαίο γιατί τα παιδιά, και αγόρια και κορίτσια θέλουν να συνεχίσουν αυτή την όμορφη παράδοση και όταν είναι οι φίλοι στο χώρο, οι στενοί συγγενείς θυμούνται τα λόγια του πατέρα μας που πάντα έλεγε «Καλή πατρίδα». Τώρα λέμε «Να μην ξεχαστεί η πατρίδα».