Της Ηλέκτρας Καμπουράκη-Πατεράκη, μαθηματικού

Ο Εμμανουήλ Βερνάρδος, λόγιος και νομομαθής, βρέθηκε στο Ιάσιο τα χρόνια που ο Ελληνισμός της Διασποράς προσπαθούσε να αφυπνίσει την εθνική συνείδηση των υποδούλων και να προετοιμάσει την Επανάσταση. Μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ιδρυτής του ιστορικού τυπογραφείου, όπου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τύπωσε τις προκηρύξεις της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία, πρόσφερε ενεργά και ουσιαστικά στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες Μολδαβία και Βλαχία κατοικούσαν Έλληνες από τις αρχές του 15ου αιώνα. Οι ηγεμόνες των χωρών αυτών, αρχικά ντόπιοι και αργότερα Έλληνες Φαναριώτες, προώθησαν την ελληνική γλώσσα και παιδεία και ίδρυσαν σχολεία. Η πεποίθηση των ηγεμόνων αυτών ότι συνεχίζουν τη βυζαντινή παράδοση τους έκανε προστάτες των ορθόδοξων χριστιανών και υποστηρικτές των γραμμάτων και των τεχνών. Αυτό ευνόησε τον ελληνισμό και την εγκατάσταση περισσότερων Ελλήνων εδώ, οι οποίοι με τους ήδη υπάρχοντες απετέλεσαν μια εύπορη και ισχυρή τάξη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των θεσμών και την πνευματική ζωή του τόπου. Μεταξύ των Ελλήνων αυτών ήταν και ο Εμμανουήλ Βερνάρδος.

Ο Ε. Βερνάρδος (1777-1852) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα από τον θείο του επίσκοπο Λάμπη Μεθόδιο. Αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συμπληρώσει τις σπουδές του, όπου τον βρίσκουμε το 1806, και κατόπιν στο Ιάσιο. Εδώ εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος φαναριώτικων οικογενειών και συγχρόνως για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας. Στο Ιάσιο ήταν ανταποκριτής του περιοδικού «Λόγιος Ερμής» της Βιέννης από το 1817. Μάλιστα, για τη συνεισφορά του στο περιοδικό αυτό, την προσφορά του στην παιδεία και το ήθος του, ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος του απένειμε τον τίτλο (αξίωμα) του Καμινάρη. Από το 1812 ασχολήθηκε με τον τομέα της τυπογραφίας και παρ’ όλα τα σοβαρά εμπόδια που συνάντησε κατάφερε να ιδρύσει ελληνικό τυπογραφείο στο Ιάσιο.

Η ανάγκη δημιουργίας τυπογραφείου στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες προέκυψε μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δραματική σύλληψη του Ρήγα στη Βιέννη και το μαρτυρικό θάνατό του το 1798. Οι συνεργάτες του Ρήγα αδελφοί Πούλιου διώχτηκαν, το τυπογραφείο τους στη Βιέννη, όπου είχε τυπώσει ο Ρήγας τα επαναστατικά του φυλλάδια, έκλεισε και η τυπογραφική δραστηριότητα της ελληνικής παροικίας κάμφθηκε. Τα γεγονότα αυτά δημιούργησαν ένα κύμα φυγής των διανοουμένων, των τεχνικών και των τεχνιτών της τυπογραφίας, προς τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ιδίως στη Μολδαβία, της οποίας κυριότερη πόλη ήταν το Ιάσιο. Έτσι στη χώρα αυτή δημιουργήθηκε ένα κλίμα δραστηριότητας σε όλους τους τομείς και η πνευματική ζωή και η ελληνική παιδεία ενισχύθηκαν. Έλειπαν όμως τυπογραφεία (αυτά που υπήρχαν δεν αρκούσαν) και δεν υπήρχε τεχνική υποδομή για την κατασκευή τυπογραφικών εξαρτημάτων και τυπογραφικών στοιχείων. Η μόνη λύση επομένως ήταν η μεταφορά τους από το εξωτερικό.

Όταν στη Βιέννη έγιναν γνωστές οι προθέσεις των Ελλήνων, να ιδρύσουν τυπογραφείο στο Ιάσιο, δημιουργήθηκαν υποψίες ότι σκοπός τους ήταν να επιταχύνουν την έναρξη της επανάστασης. Η Αυστρία αντέδρασε για να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα (τα κέρδη από τις εκδόσεις ήταν σημαντικά), αλλά και για να εμποδίσει την πνευματική ωφέλεια των Ελλήνων και κυρίως να εμποδίσει την επανάσταση. Έτσι οι Αυστριακοί οργάνωσαν μυστική παρακολούθηση σχετικά με την αποστολή τυπογραφικής μονάδας. Παρά τις διαβεβαιώσεις των πρακτόρων τους ότι όλα βαίνουν καλώς, τα τυπογραφικά στοιχεία και το πιεστήριο αποστέλλονται από τη Λειψία και μέσω Βιέννης φθάνουν στους Έλληνες του Ιάσιου.

Πληροφορίες για τη σύσταση ελληνικού τυπογραφείου το 1812 στο Ιάσιο καταγράφονται στα περιοδικά Αρμονία και Λ. Ερμής όπου αναφέρεται ότι, επειδή δεν βρέθηκε χρηματοδότης για το τυπογραφείο, έγινε πατριωτικός έρανος και συγκεντρώθηκαν 10.000 γρόσια, ποσό μεγάλο για την εποχή εκείνη. Στη συνέχεια ορίσθηκε διαχειριστική επιτροπή από έξι μέλη, δύο εφόρους και τέσσερεις επιτρόπους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Μανουήλ Βερνάρδος. Η επιτροπή έφερε από τη Λειψία τα αναγκαία τυπογραφικά στοιχεία και κατασκεύασαν εδώ τα αναγκαία σκεύη. Άλλες πηγές αναφέρουν πιο συγκεκριμένα ότι ο Εμμανουήλ Βερνάρδος ήταν αυτός που το 1812 απευθύνθηκε στους «φιλογενείς και φιλόμουσους Γραικούς» και συγκέντρωσε τις συνδρομές για την ίδρυση αυτού του τυπογραφείου.

Και ενώ το τυπογραφείο ήταν έτοιμο να αρχίσει να λειτουργεί, παρουσιάστηκε νέο εμπόδιο. O μητροπολίτης Βενιαμίν αντέδρασε ισχυριζόμενος ότι «η Μητρόπολις έχει παλαιόν προνόμιον της τυπογραφίας», το οποίο αποκλείει κάθε άλλο τυπογραφείο. Ο ισχυρισμός του βασιζόταν στο ότι εκεί λειτουργούσε πατριαρχικό τυπογραφείο από το 1639, το οποίο μάλιστα ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε στο Ιάσιο. Τελικά ο μητροπολίτης εκτιμώντας το κοινό όφελος από το νέο τυπογραφείο έδωσε την άδειά του να λειτουργήσει. Η λειτουργία του συνεχίστηκε με επιτυχία μέχρι το 1821 και βραβεύτηκε από τον υψηλότατο Σκαρλάτο με χρυσόβουλο, με το οποίο παρέχονται προνόμια στην τυπογραφία αυτή και τους τυπογράφους όπως: να μην επιτραπεί σε άλλον να συστήσει τυπογραφία στη Μολδαβία (εκτός της ιεράς μητρόπολης), την απαλλαγή των εργαζομένων στην τυπογραφία από φόρους και αγγαρείες, την τελωνιακή απαλλαγή του τυπογραφικού χαρτιού, το αφορολόγητο των τυπογραφικών προϊόντων κ.ά. Ψυχή του τυπογραφείου ήταν ο Μανουήλ Βερνάρδος, ο οποίος είχε το αξίωμα του επιστάτη (διευθυντή) σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Μάλιστα έπεισε τον αδελφό του Γεώργιο να μάθει την τυπογραφική τέχνη και να εργαστεί στο τυπογραφείο αυτό, στο οποίο πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον 21 εκδόσεις ελληνικών βιβλίων. Το τυπογραφείο αυτό έχει ιστορική αξία, αφού εδώ τυπώθηκαν οι προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη: προς τους «Αδελφούς της Εταιρείας των Φιλικών», προς τους «Γραικούς της Μολδαβίας και της Βλαχίας», το «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», οι «Νόμοι Στρατιωτικοί» και ένα βιβλιαράκι με προσευχές, «Συναπταί και εκτενείς λεγόμεναι εν καιρώ πολέμου….» για χρήση των ιερολοχιτών, με έξοδα της «εν Ιασίω Φιλογενούς εταιρίας των Φιλικών».

Σημείωση1. Η Μολδαβία και η Βλαχία αποτελούσαν αυτόνομες ηγεμονίες και σύμφωνα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) δεν υπήρχε τουρκικός στρατός στις χώρες αυτές, ο δε σουλτάνος είχε δικαίωμα να μεταφέρει στρατό σ’ αυτές μόνο μετά την άδεια της Ρωσίας. Σ’ αυτό υπολόγιζε η Φιλική Εταιρεία, ότι δηλαδή μέχρι να πάρει ο σουλτάνος την έγκριση της Ρωσίας η Επανάσταση θα είχε εδραιωθεί.

Σημείωση 2. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο ποταμό και έφθασε στο Ιάσιο. Την επομένη εξέδωσε προκήρυξη «προς το έθνος της Μολδαβίας», όπου αναγγέλλει ότι «άπασα η Γραικία ύψωσε τας σημαίας ζητούσα την ελευθερία της», και στις 24 Φεβρουαρίου τη γνωστή προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος», με την οποία καλούσε όλους τους Έλληνες να ξεσηκωθούν και κήρυττε επίσημα την Επανάσταση. Την ίδια μέρα κυκλοφόρησε δύο ακόμη προκηρύξεις, τη μία προς τους Φιλικούς και την άλλη προς τους Έλληνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας για επιστράτευση.

Μια ακόμη προκήρυξη των Φιλικών προς τους Βαλκανικούς λαούς, όπου γίνεται έκκληση για κοινή προσπάθεια αποτίναξης του Οθωμανικού ζυγού, αποδίδεται από ορισμένους ερευνητές στον Εμμ. Βερνάρδο, ο οποίος την τύπωσε πριν από την άφιξη του Υψηλάντη στη Μολδαβία, αλλά τη διένειμε συγχρόνως με τον ερχομό του. Τύπωσε ακόμη το βιβλίο «Άσματα και πονήματα διαφόρων», που είναι μια συλλογή με πατριωτικά τραγούδια του Ρήγα, δικά του και φιλελληνικά κείμενα, το «Κυριακοδρόμιο» του Θεοτόκη, τα «Στοιχεία Αριθμητικής» του Γοβδελά κ.ά.

Ο Εμμανουήλ Βερνάρδος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1816, όπως και άλλοι επιφανείς Κρητικοί που ζούσαν στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, και υπήρξε ο πρώτος επίσημος κήρυκας της Φιλικής Εταιρείας στην Κρήτη. Το 1819 κατέβηκε στα Σφακιά με το πρόσχημα να φέρει βιβλία και χρήματα στο σχολείο της Παναγίας της Θυμιανής, στην πραγματικότητα όμως για να δει πώς είναι τα πράγματα στη Κρήτη, να διαδώσει τις ιδέες της Φιλικής Εταιρείας και να μυήσει νέα μέλη. Και πράγματι κατάφερε να μυήσει πολλούς Κρητικούς.

Συνεργάστηκε με τον Παπαφλέσσα και άλλους φιλικούς για την προετοιμασία της Επανάστασης και διέθεσε μεγάλα ποσά για τον εξοπλισμό των στρατιωτών. Αγωνίστηκε υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη και έδειξε μεγάλο πατριωτισμό.

Σημείωση 3. Ο Γρηγόριος Παπαδοπετράκης στην Ιστορία των Σφακίων αναφέρει ότι στην επανάσταση αυτή στη Μολδοβλαχία βρέθηκαν στο Δούναβη πολλά Σφακιανά πλοία με πλήρωμα 150 άνδρες, οι οποίοι αποβιβάστηκαν και ενώθηκαν με άλλους στεριανούς Κρητικούς, και όλοι μαζί, περίπου 600 άνδρες, αγωνίστηκαν γενναία και ορισμένοι από αυτούς έχασαν τη ζωή τους.

Μετά την αποτυχία του κινήματος ο Βερνάρδος έχασε την περιουσία του και κατέφυγε στην Οδησσό και από κει στη Βενετία. Το 1824 ήλθε στο Ναύπλιο και ανέλαβε την γενική γραμματεία του Υπουργείου Δικαίου μέχρι το 1825. Αντιπροσώπευσε την Κρήτη στις Γ΄ και Δ΄ εθνοσυνελεύσεις που έγιναν στην Τροιζήνα (1826) και στο Άργος (1829) ως πληρεξούσιος των Κρητικών. Υπηρέτησε ως δικαστικός σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος και συνέχισε την πνευματική του δράση. Ο Εμμανουήλ Βερνάρδος γνώριζε επτά γλώσσες και ήταν ένας από τους πιο μορφωμένους Έλληνες της εποχής του. Το 1834 τύπωσε στη Σύρο μια συλλογή ποιημάτων του με τίτλο « Δεινολογία ». Επίσης μετέφρασε από τα Γαλλικά τα έργα «Ακριβής περιγραφή της νήσου Κρήτης» το 1836, «Ιστορία της Κρήτης» το 1846, «Γενικαί αρχαί της δημοσίας και βιομηχανικής Οικονομίας» κ. ά. Το σημαντικότερο όμως έργο του «Απομνημονεύματα από την Επανάσταση του 1821 στη Μολδαβία» φαίνεται να χάθηκε. Ο Εμμανουήλ Βερνάρδος πέθανε το 1852 στην Αθήνα όπου είχε εγκατασταθεί.