Του δημάρχου Ηρακλείου Γιάννη Κουράκη*
Για να αναπτύσσεται αρμονικά μια κοινωνία έχει ανάγκη από την υγιή λειτουργία της Δημοκρατίας από οικονομική σταθερότητα, κοινωνική συνοχή και εσωτερική ασφάλεια.
Η εσωτερική ασφάλεια, το να αισθάνεται δηλαδή ασφαλής ο πολίτης κάθε στιγμή όπου κι αν βρίσκεται, αποτελεί για τις σημερινές κοινωνίες ένα πραγματικά πολύτιμο αγαθό. Ένα αγαθό που στη χώρα μας έχει πριν απο λίγα τουλάχιστον χρόνια είχαμε την τύχη να το χαιρόμαστε όλοι.
Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει πλέον.
Η κατάσταση σήμερα στον τομέα της ασφάλειας των πολιτών έχει αλλάξει δραματικά, αφού η παραβατική συμπεριφορά και η εγκληματικότητα έχουν εισβάλει στη ζωή μας και γνωρίζουν πρωτοφανή έξαρση σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Οι λόγοι αυτής της κοινωνικής μετάλλαξης είναι πολλοί.
Ανάμεσα τους πρέπει να επισημάνουμε τα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα (ανεργία, ναρκωτικά, κρίση στο θεσμό της οικογένειας), τον μεγάλο αριθμό των οικονομικών μεταναστών που έχει κατακλύσει τη χώρα, τον “εκσυγχρονισμό” σε μέσα και μεθόδους των εγκληματιών και στην οικονομική ισχύ που αυτοί έχουν αποκτήσει, από τις παράνομες πράξεις (ναρκωτικά, εμπόριο όπλων, πορνεία κ.α.), και τέλος τις διασυνδέσεις- μεμονωμένες έστω- που το έγκλημα έχει αποκτήσει σε ζωτικούς για την ασφάλεια μιας κοινωνίας χώρους, όπως η Αστυνομία, το Δικαστικό Σώμα, κτλ.
Σε αντίθεση με τον “εκσυγχρονισμό” των εγκληματιών, η Αστυνομία βρίσκεται ακόμα στη...δεκαετία του ‘50. Με ανεπαρκές προσωπικό, με μέσα και μεθόδους απαρχαιωμένες, με χαμηλό ηθικό και εκπαίδευση και χωρίς οικονομικό ή άλλο κίνητρο, είναι επόμενο να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το οργανωμένο αλλά και το κοινό έγκλημα ακόμα και όταν προκαλείται ανοιχτά.
Και δεν είναι σπάνιες οι φορές που σε ορισμένες περιοχές όχι μόνο της Αθήνας αλλά και της Περιφέρειας διαπιστώνεται η πλήρης κατάργηση του κράτους, και η Πολιτεία να το ανέχεται ή να προσποιείται πως το αγνοεί.
Αυτή η αδυναμία των διωκτικών Αρχών να εκτελέσουν την αποστολή τους, να προστατεύσουν δηλαδή τους πολίτες και να οδηγήσουν τους υπαίτιους των παραβατικών πράξεων στη Δικαιοσύνη, στεριώνει την άποψη ανάμεσα στις νεαρές κυρίως ηλικίες ότι η παραβατική συμπεριφορά είναι ανεκτή από την κοινωνία και το κράτος και ότι η παραβίαση του Νόμου είναι και λίγο “μαγικά” που μπορεί να περνά κι ατιμώρητα ή με αμελητέες συνέπειες για αυτόν που την επιχειρεί.
Αυτή η πεποίθηση της ατιμωρησίας, που έχει εδραιωθεί από την έλλειψη ελέγχου, αλλά και αποτελεσματικότητας των επιφορτισμένων με την τάξη και την ασφάλεια οργάνων της Πολιτείας, είναι η κυριότερη αιτία, όχι μόνο έξαρσης της βαριάς εγκληματικότητας, αλλα και των πιο ελαφρών παραβατικών πράξεων, όπως διαρρήξεις, μικροκλοπές (αρπαγή τσαντών), κυκλοφορία οχημάτων χωρίς αριθμούς, παράνομη στάθμευση, ηχητική ρύπανση, κ.α., που ταλαιπωρούν καθημερινά τους πολίτες σε όλες -και όχι μόνο- τις μεγάλες πόλεις.
Γιατί όταν σε μια πόλη, όπως το Ηράκλειο με πληθυσμό που υπερβαίνει τις 200.000 κατοίκους, η καθημερινή του αστυνόμευση περιορίζεται στη διάθεση ενός μόνο ζεύγους δικυκλιστών, ακόμα και τις ώρες αιχμής, θα ήταν πράγματι έκπληξη να την έπαιρναν υπόψη τους στα σοβαρά οι πιθανοί παραβάτες.
Το πρόβλημα, όμως δεν βρίσκεται μόνο στην ανεπαρκή παρουσία της Αστυνομίας.
Βρίσκεται ή βρισκόταν μέχρι τώρα τουλάχιστον και στην αδικαιολόγητη αδράνεια της Πολιτείας να αντιμετωπίσει το φαινόμενο αποφασιστικά, παρά το γεγονός ότι όχι μόνο απλοί πολίτες, αλλά κι επίσημοι εκπρόσωποί της (νομάρχες, περιφερειάρχες, υπουργοί), είχαν βρεθεί κατά καιρούς αντιμέτωποι παραβατικής συμπεριφοράς, και καταρράκωσης του κύρους της κρατικής εξουσίας και εκείνων που ήταν ταγμένοι να την περιφρουρούν.
Και είναι πραγματικά οδυνηρό ότι έπρεπε να τραυματιστεί σοβαρότατα ένας άνθρωπος, ένας νεαρός αστυνομικός, και να στραφούν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του για να δούμε σε όλο του το μέγεθος αυτό που αποτελούσε κοινό μυστικό.
Την ουσιαστική κατάργηση του κράτους και τα περίφημα “άβατα” που η Πολιτεία και η Αστυνομία μέχρι χθες- υποτίθεται- αγνοούσε.
Έστω και αργά πάντως, είναι παρήγορο που η Πολιτεία “ανακαλύπτει” επιτέλους το θεσμικό της ρόλο, στο θέμα της ασφάλειας των πολιτών.
Αρκεί βέβαια η αποφασιστικότητα που σήμερα επιδεικνύεται να μην είκαι πρόσκαιρη και συνυφασμένη με την επικαιρότητα του θέματος, αλλά να αποτελέσει την αιτία μιας αποφασιστικής στροφής της Πολιτείας και της τοπικής κοινωνίας στην δραστική καταπολέμηση της παραβατικότητας κάθε μορφής.
Αυτή η “στροφή” δεν αφορά βεβαίως μόνο την Αστυνομία. Δεν αρκεί δηλαδή μόνο η ενίσχυση, η αναδιάρθρωση, ο εκσυγχρονισμός και πιθανότατα η τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της για να υπάρξει αποτέλεσμα.
Πιο σημαντική είναι η ύπαρξη ξεκάθαρης πολιτικής βούλησης για την αυστηρή εφαρμογή του νόμου. Να περάσει προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι το κράτος υπάρχει, ισχύει σε όλη την επικράτεια και όποιος τολμήσει να το αμφισβητήσει θα βρεθεί αντιμέτωπος με το “σκληρό” πρόσωπο της Δημοκρατίας.
Γιατί, όπως έχει λεχθεί, “η Δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που έχει αδυναμίες, λιγότερες όμως από οποιοδήποτε άλλο και όταν προκαλείται έχει τον τρόπο και τα μέσα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτόν που την αμφισβητεί”.
Ίσως η ενίσχυση της παραβατικότητας των τελευταίων χρόνων να οφείλεται εν μέρει και στις αδυναμίες της Δημοκρατίας. Έστω και τώρα όμως, ας γίνει σαφές προς όλους ότι Δημοκρατία δε σημαίνει αναρχία, γιατί αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και όπως λέει ο Βρετανός ιστορικός Toynbee “οι σύγχρονες κοινωνίες δεν κινδυνεύουν από τους πολέμους, αλλά από τη διαφθορά και την αυξανόμενη τάση περιφρόνησης του Νόμου. Αυτά οδηγούν στον εκφυλισμό και τη διάλυση”.
Αυτή η υποχρέωση σεβασμού των νόμων πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους και να ισχύει χωρίς την παραμικρή εξαίρεση. Γιατί αν ως πολίτες έχουμε συνταγματική υποχρέωση να υπερασπιζόμαστε τα σύνορα της χώρας μας, δεν είναι καθόλου μικρότερη η υποχρέωση μας να υπερασπιζόμαστε την ησυχία, τη γαλήνη, τις ελευθερίες, τον τρόπο ζωής μας.
Τη ζωή τη δική μας, των φίλων μας, των συμπολιτών μας.
* “Εισήγηση του δημάρχου Ηρακλείου κ. Γιάννη Κουράκη στο Περιφερειακό Συμβούλιο με θέμα “Παραβατικότητα”

