Ρεπορτάζ Κατερίνα Μυλωνά

Νέο ρεκόρ σημειώνει καθημερινά η τιμή του πετρελαίου με τους καταναλωτές να παρακολουθούν τις εξελίξεις στις διεθνείς και την ελληνική αγορά κάνοντας έκκληση στους κυβερνώντες για χορήγηση του επιδόματος θέρμανσης.

Εν τω μεταξύ, αρκετοί είναι εκείνοι που δεν έχουν μέχρι σήμερα, πρώτες ημέρες του Δεκέμβρη, προμηθευτεί πετρέλαιο θέρμανσης αφού ήταν αναγκασμένοι να επιλέξουν ανάμεσα στη ζέστη και την οικονομία.

Η παραπάνω κίνηση, όμως, δε θα ήταν απαραίτητη αν οι καταναλωτές γνώριζαν και αξιοποιούσαν άλλες δυνατότητες για τη θέρμανση του χώρου τους ή προχωρούσαν σε ενέργειες και επεμβάσεις που θα μείωναν την κατανάλωση ενέργειας.

Ο μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος μηχανικός, επίκουρος καθηγητής του τμήματος Μηχανολογίας του ΤΕΙ Κρήτης, Μιχάλης Κτενιαδάκης, μιλάει στην «Π» για τις λύσεις που προσφέρονται με βάση τα σημερινά δεδομένα και εξηγεί κατά πόσο οι λύσεις αυτές είναι πιο οικονομικές από την πλέον διαδεδομένη, το πετρέλαιο.

«Με τις σημερινές, και μάλλον και αυριανές, υψηλές τιμές πετρελαίου, η διάθεση χρημάτων για να πραγματοποιηθούν επεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας στη θέρμανση, έχει γίνει αρκετά συμφέρουσα, με μικρό χρόνο αποπληρωμής της σχετικής δαπάνης», σημειώνει ο ίδιος.

Εναλλακτικά καύσιμα και Α.Π.Ε.

Κατ’ αρχάς, ο κ. Κτενιαδάκης παρουσιάζει τα καύσιμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά, όπως είναι η βιομάζα, το φυσικό αέριο ή το υγραέριο, ενώ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τη θέρμανση με υποβοήθηση ηλιακού συστήματος και την εκμετάλλευση της αβαθούς γεωθερμίας.

Όσον αφορά στη χρήση βιομάζας (ελαιοπυρήνας, καυσόξυλα, πριονίδια κλπ) είναι, όπως εξηγεί, οπωσδήποτε μια εναλλακτική δυνατότητα, που είναι “λίγο ή πολύ” οικονομικά συμφέρουσα. «Οι σημερινοί καυστήρες/λέβητες βιομάζας δεν παρουσιάζουν τα προβλήματα του παρελθόντος (βλάβες, απορρύθμιση λειτουργίας, δυσκολίες στον αυτοματισμό, αποκομιδή υπολειμμάτων της καύσης κλπ). Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μονοκατοικίες αξίζει να εξετασθεί μια τέτοια δυνατότητα», τονίζει.

Στη συνέχεια, ο κ. Κτενιαδάκης αναφέρει πως οι εγκαταστάσεις με φυσικό αέριο ή υγραέριο έχουν “ με τα σημερινά δεδομένα” μια οικονομικότερη λειτουργία, περίπου κατά 15%-20% σε σχέση με αντίστοιχες εγκαταστάσεις που λειτουργούν με πετρέλαιο. Αλλά εδώ, σημειώνει πως πρέπει να ληφθεί υπόψη η όχι αμελητέα δαπάνη εγκατάστασης, σύνδεσης, μετατροπών κλπ. Στην Κρήτη, ωστόσο, έχει ενδιαφέρον - προς το παρόν - μόνο το υγραέριο, σε μεγάλες εγκαταστάσεις (επιχειρήσεων, ξενοδοχείων κλπ).

Ακόμα, σχετικά με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τη θέρμανση με υποβοήθηση ηλιακού συστήματος, εξηγεί ότι «στην Κρήτη, με την μεγάλη ηλιοφάνεια, η εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας και το χειμώνα για θέρμανση χώρων, αποκτά ενδιαφέρον πάλι λόγω της αυξημένης τιμής των καυσίμων τα τελευταία χρόνια. Ενώ πριν 15-20 χρόνια, αυτές οι εγκαταστάσεις ήταν παντελώς ασύμφορες, σήμερα μπορεί να γίνουν οικονομικά ελκυστικές.» Η τεχνογνωσία υπάρχει “αν και δεν είναι ευρέως διαδεδομένη” τα υλικά έχουν γίνει πιο αξιόπιστα, οι αυτοματισμοί φθηνότεροι και έτσι εκτιμάται ότι τέτοιες εγκαταστάσεις μπορούν να αποπληρωθούν σε σχετικά λογικό χρόνο (γύρω στα 8-10 χρόνια).

Λιγότερο γνωστή είναι η εκμετάλλευση της αβαθούς γεωθερμίας : «Σε βάθος από 3 m έως 100 m, η θερμοκρασία του εδάφους δεν μεταβάλλεται σημαντικά κατά τη διάρκεια του χρόνου (κυμαίνεται από 14ΓC έως 18ΓC). Έτσι, με κατάλληλη εγκατάσταση, είναι δυνατό να "αντλήσουμε" θερμότητα από το έδαφος και να την εκμεταλλευτούμε για θέρμανση χώρων (όπως γίνεται και με τις αντλίες θερμότητας). Παράλληλα, μπορούμε με την ίδια εγκατάσταση, να υποβοηθήσουμε σημαντικά το δροσισμό των χώρων το καλοκαίρι», περιγράφει. Αν, επομένως υπάρχουν οι προϋποθέσεις, μια τέτοια λύση θα ήταν εξεταστέα, εκτιμάται όμως ότι ο χρόνος αποπληρωμής της σχετικής επένδυσης προσεγγίζει τα δέκα χρόνια.



Άλλες επεμβάσεις



Στη συνέχεια, ο κ. Κτενιαδάκης παρουσιάζει ορισμένες επεμβάσεις που παίζουν με τη σειρά τους σημαντικό ρόλο στην εξοικονόμηση ενέργειας, όπως είναι η συστηματική συντήρηση του καυστήρα και η σωστή ρύθμιση του ελέγχου λειτουργίας της εγκατάστασης.

Όπως σημειώνει, η σωστή ρύθμιση-μέτρηση του καυστήρα και ο καθαρισμός του λέβητα πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο. «Σκοπός είναι να παραμένει όσο είναι δυνατόν μεγάλος ο βαθμός απόδοσης της εγκατάστασης. Αν π.χ. με τον κατάλληλο καθαρισμό, ρύθμιση κλπ αυξηθεί ο βαθμός απόδοσης από 80% σε 86%, τότε η κατανάλωση καυσίμου θα μειωθεί κατά 7%».

Παράλληλα, οι υπάρχοντες αυτοματισμοί της εγκατάστασης πρέπει να ελέγχονται και για λόγους σωστής λειτουργίας αλλά και για λόγους οικονομίας. Λάθος ρυθμισμένοι αυτοματισμοί οδηγούν σε σπατάλη ενέργειας.

Ακόμα, «οι θερμοστάτες χώρου δεν πρέπει να ρυθμίζονται σε υψηλή θερμοκρασία. Θερμοκρασίες μεταξύ 20ΓC και 22ΓC είναι πολύ ικανοποιητικές για το χειμώνα. Αν είναι μόνιμα ελαττωμένη τη θερμοκρασία χώρου κατά 1ΓC, (π.χ. από 21ΓC σε 20ΓC) εξοικονομείται περίπου 2% έως 4% ενέργεια (καύσιμο ή ηλεκτρισμός)».

Σημειώνεται, επίσης, πως η προσθήκη ενός απλού οργάνου ή συστήματος αυτοματισμού ή η βελτίωση ενός υπάρχοντος ενδέχεται να οδηγήσει σε αξιόλογη εξοικονόμηση ενέργειας.

Ο καταναλωτής πρέπει να μεριμνά και για τη βελτίωση της θερμομόνωσης σωληνώσεων – αεραγωγών – θερμοδοχείων (μπόϊλερ). Οι φθαρμένες μονώσεις σημαίνουν άσκοπη δαπάνη ενέργειας, εκτός του ότι μπορεί να δημιουργούν και λειτουργικά προβλήματα στην εγκατάσταση. Άρα, επιβάλλεται η άμεση επιδιόρθωσή τους.

«Για τους ίδιους λόγους, οι πολύ φθαρμένες μονώσεις μάλλον συμφέρει να αντικατασταθούν εξολοκλήρου. Για παράδειγμα, δέκα μέτρα αμόνωτου σωλήνα κεντρικής θέρμανσης, διαμέτρου 1,5 ίντσας, επιβαρύνει την κατανάλωση καυσίμου κατά 100 λίτρα περίπου το χρόνο».

Παράλληλα, κρίνεται σκόπιμη η εγκατάσταση θερμοστατικού ελέγχου. Το σύστημα αντιστάθμισης εξωτερικής θερμοκρασίας εφαρμόζεται σε εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης. Πρόκειται για σύστημα αυτοματισμού που ρυθμίζει τη θερμοκρασία νερού που πηγαίνει στα σώματα, σε σχέση με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Έτσι, τις σχετικά «ζεστές» χειμωνιάτικες ώρες αποφεύγεται η υπερθέρμανση των χώρων, με συνέπεια την εξοικονόμηση καυσίμου.

Ακόμα, οι θερμοστατικές βαλβίδες αποτελούν εξαρτήματα που τοποθετούνται στα θερμαντικά σώματα και ρυθμίζουν αυτόματα την κυκλοφορία του νερού μέσα σ’ αυτά, ανεξάρτητα στο κάθε σώμα, έτσι ώστε να δίνει την επιθυμητή θερμοκρασία στον αντίστοιχο χώρο. Η σωστή εγκατάσταση και χρήση τους μπορεί να οδηγήσει σε αξιόλογη μείωση της κατανάλωσης καυσίμου (ρεαλιστικά, περίπου στο 8-12% της συνολικής κατανάλωσης).

Ο κ. Κτενιαδάκης τονίζει πως το σύστημα θέρμανσης είναι πιθανό να χρειάζεται αναβάθμιση και ο καυστήρας ή/και ο λέβητας να αντικαθίσταται. «Οι πολύ «γερασμένοι» λέβητες και καυστήρες, που ο βαθμός απόδοσής τους δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από 75%, πρέπει να αντικαθίστανται με νέους, σύγχρονης τεχνολογίας, υψηλού βαθμού απόδοσης, που μπορεί να είναι πάνω από 90%. Η εξοικονόμηση καυσίμου και χρημάτων θα είναι τέτοια που η αποπληρωμή της σχετικής δαπάνης θα γίνει σε 5-6 χρόνια.», σημειώνει.

Στη συνέχεια, αναφέρεται στις αντλίες θερμότητας (α/θ), τη θέρμανση απευθείας με α/θ αέρα-αέρα και τη θέρμανση νερού με α/θ αέρα-νερού. «Οι αντλίες θερμότητας, δηλ. τα κλιματιστικά συστήματα που μπορούν το χειμώνα να παρέχουν θέρμανση στους χώρους, αρχίζουν να γίνονται οικονομικά συμφέρουσες τα τελευταία χρόνια για δύο λόγους : (α) έχει αυξηθεί πολύ η αποδοτικότητά τους, χωρίς υπερβολική αύξηση στην τιμή αγοράς τους και (β) καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια, η τιμή της οποίας δεν έχει αυξηθεί υπερβολικά όπως η τιμή του πετρελαίου», σημειώνει.

Τονίζει, ακόμα, πως οι αντλίες θερμότητας αποδίδουν 2,5 έως και 4 φορές περισσότερη θερμότητα απ’ όση ηλεκτρική ενέργεια καταναλώνουν. Λειτουργούν με τελείως διαφορετικό τρόπο από τα ηλεκτρικά σώματα, σόμπες, αερόθερμα κλπ, που είναι θερμαντικές συσκευές πολύ ηλεκτροβόρες (και "ευρω-βόρες"…) και πρέπει να αποφεύγονται.

«Η Κρήτη, με τους ήπιους χειμώνες, ενδείκνυται για χρήση των α/θ. Έτσι, με τις σημερινές τιμές πετρελαίου και ηλεκτρισμού, μια μέση κατοικία στο Ηράκλειο θα πληρώσει για τη λειτουργία της θέρμανσης με α/θ περίπου το 60% των όσων θα πλήρωνε σε πετρέλαιο (με μια μέτριας ποιότητας εγκ/ση κεντρικής θέρμανσης)», υπογραμμίζει.

Για να έχει συμφέρον οικονομικό αποτέλεσμα η λειτουργία μιας α/θ, είναι απαραίτητο ο καταναλωτής να προμηθευτεί συσκευή με καλή ενεργειακή "επίδοση" : Για μικρές τοπικές συσκευές θα πρέπει να προτιμούνται εκείνες που έχουν ενεργειακή σήμανση Α ή Β, ενώ για μεγαλύτερα συστήματα μέχρι C ή D. Το αρχικά υψηλότερο κόστος τους θα αποσβεστεί 2 με 3 φορές στη διάρκεια ζωής της συσκευής.

«Επειδή η θέρμανση με αέρα (που κάνουν τα συνήθη συστήματα αντλιών θερμότητας) είναι κάπως ενοχλητική για κάποιους ανθρώπους, καλό είναι πριν προχωρήσει κανείς σε μια τέτοια εγκατάσταση να σιγουρευτεί ότι θα μπορεί να την αποδεχτεί. Βασικό ρόλο σ' αυτό παίζουν η κατάλληλη επιλογή του συστήματος, η σωστή εγκατάσταση και η ορθολογική λειτουργία της», προσθέτει.

Ακόμα, όσον αφορά στη θέρμανση νερού με α/θ αέρα-νερού, ο κ. Κτενιαδάκης εξηγεί ότι αντί να θερμαίνει αέρα, η α/θ μπορεί να θερμαίνει νερό μέχρι θερμοκρασία 45ΓC-50ΓC. Το νερό αυτό στη συνέχεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κεντρικές ή τοπικές μονάδες κλιματισμού (με σερπαντίνα και ανεμιστήρα) ή, πολύ συχνά, σε εγκαταστάσεις ενδοδαπέδιας θέρμανσης, στις οποίες είναι κατάλληλες οι χαμηλές θερμοκρασίες νερού. Οι ενδοδαπέδιες αυτές εγκαταστάσεις μπορούν - με περιορισμούς - να χρησιμοποιηθούν και για δροσισμό των χώρων το καλοκαίρι.

Το κτιριακό κέλυφος

«Η θερμική προστασία του κτιριακού κελύφους καθορίζει τις ανταλλαγές θερμότητας με το περιβάλλον (χειμώνα και καλοκαίρι), και συνδέεται άμεσα με το κόστος κατασκευής και τη δαπάνη λειτουργίας των κτιρίων», σημειώνει ο κ. Κτενιαδάκης. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει βελτίωση της θερμο-υγρομόνωσης δομικών στοιχείων, δηλαδή, μόνωση των εξωτερικών τοίχων, οροφών, δαπέδων κλπ καθώς και μείωση του αερισμού από τις χαραμάδες. Η μόνωση είναι αποδοτικότερη αν γίνεται κατά την αρχική κατασκευή. «Για το κλίμα της Κρήτης, δεν χρειάζεται πολύ βαριά μόνωση (δεν είναι ανταποδοτική). Αν χρησιμοποιείται και θερινός κλιματισμός, τότε γίνεται πιο συμφέρουσα», εξηγεί. Ακόμα, πρέπει να αποφεύγονται οι θερμογέφυρες (δηλαδή αμόνωτα ή ελλιπώς μονωμένα στοιχεία του κελύφους), οι οποίες «διευκολύνουν» τις απώλειες θερμότητας αλλά είναι πιθανό να προκαλέσουν και εμφάνιση υγρασίας εσωτερικά (μαυρίλα, μούχλα κλπ) ενώ κρίνεται σκόπιμη η προσθήκη θερμομονωτικού (ή έστω ανακλαστικού) υλικού πίσω από τα θερμαντικά σώματα.

Για τη μείωση του αερισμού από τις χαραμάδες χρησιμοποιούνται οι στεγανωτικές ταινίες ενώ πολύ αποτελεσματική είναι η επισκευή των κουφωμάτων. (Ο Μ. Κτενιαδάκης σημειώνει ότι η παραπάνω λύση δε συμφέρει, προφανώς, να γίνει μόνο για τη μείωση του αερισμού).

Ακόμα, πρέπει να γίνεται έλεγχος του τεχνητού εξαερισμού, αν υπάρχουν ανεμιστήρες που εισάγουν ή εξάγουν αέρα από το χώρο. «Για λόγους υγιεινής, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξασφαλίζεται μια ελάχιστη ανανέωση του αέρα του χώρου. Δεν είναι σωστή η πλήρης «στεγανοποίηση» του χώρου», προειδοποιεί.

Ακόμα, πρέπει να βελτιώνονται οι θερμικές ιδιότητες ανοιγμάτων – υαλοστασίων.

Η προσθήκη δεύτερου τζαμιού είναι πολύ αποδοτική θεωρητικά, αλλά δύσκολη ή προβληματική πρακτικά (για λόγους αισθητικής ή επειδή συνήθως συνοδεύεται και από άλλες παρεμβάσεις)

Η εγκατάσταση διπλού υαλοστασίου είναι πολύ συμφέρουσα, κυρίως στη θέρμανση και λιγότερο στη ψύξη, αρκεί να γίνει κατά την κατασκευή. Μεταγενέστερη εγκατάσταση ίσως είναι ασύμφορη (εκτός αν, για άλλους λόγους, πρόκειται να αντικατασταθούν οπωσδήποτε τα κουφώματα).

Ο κ. Κτενιαδάκης μιλάει, επίσης, για ένταξη παθητικών και βιοκλιματικών συστημάτων, την ανεμοπροστασία και τον ηλιασμό. «Οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί στην προστασία από Β, ΒΑ ή ΒΔ ανέμους ή που επιτρέπει ηλιασμό για περισσότερο χρόνο, εξοικονομεί ενέργεια. Ανοίγματα στο Νότο ή στο Βορρά είναι προτιμότερα», εξηγεί. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι ηλιακοί τοίχοι, τα θερμοσιφωνικά πανέλα, τα θερμοκήπια, η ηλιακή καμινάδα, το αεριζόμενο κέλυφος, τα υαλοστάσια προηγμένης τεχνολογίας, που «είναι μερικές τεχνολογίες που εντάσσονται στον εξαρχής βιοκλιματικό σχεδιασμό του κτιρίου», σημειώνει.

Σημειώνεται πως όλα τα παραπάνω είναι λύσεις για την εξοικονόμηση ενέργειας, κυρίως από οικονομική σκοπιά. Όμως, παράλληλα, σχεδόν όλες οι αναφερθείσες επεμβάσεις έχουν ευνοϊκές επιπτώσεις στην προστασία του περιβάλλοντος, ενώ αρκετές είναι – ή θα είναι στο άμεσο μέλλον – υποχρεωτικές για λόγους συμμόρφωσης με διεθνείς κανονισμούς.

Όσα ανέφερε ο κ. Κτενιαδάκης αφορούν κυρίως στη θέρμανση σε κατοικίες (ορισμένα συμπεράσματα μπορεί να είναι λίγο διαφορετικά σε κτίρια Γραφείων ή Καταστήματα κλπ). Τέλος, σημειώνεται πώς για τις περισσότερες από τις παραπάνω παρεμβάσεις είναι απαραίτητη η συμβουλή ή και μελέτη από κάποιον ειδικό προκειμένου να γίνουν σωστά και οικονομικά, άρα να αποβούν τελικά συμφέρουσες.