Ένας Aμερικάνος καθηγητής, ο Michael Herzfeld, σχολιάζει σήμερα στην «Π», τα γεγονότα στον Ορεινό Μυλοπόταμο, και τονίζει ότι τα προβλήματα δεν πρόκειται να λυθούν με τη χρήση βίας , καθώς μια τέτοια προσέγγιση ισοδυναμεί με πρόκληση.

Ο κ. Herzfeld , είναι διεθνούς φήμης καθηγητής της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Χάρβαρντ, έχει μελετήσει την ελληνική κοινωνία και κουλτούρα και έχει συνεργαστεί με ελληνικά πανεπιστήμια .

Τη δεκαετία του ’90, επισκέφτηκε πολλές φορές ένα από τα μεγάλα χωριά του Ορεινού Μυλοποτάμου, πήρε συνεντεύξεις από τους κατοίκους και έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ποιητική του ανδρισμού στα ορεινά χωριά της Κρήτης». Το σχόλιο που μας έστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, έχει ως εξής:

«Η κατάσταση που έχει επισημανθεί στον Άνω Μυλοπόταμο δεν είναι καινούργια, μολονότι επιδεικνύει νέα και ανησυχητικά χαρακτηριστικά. Ούτε αφορά ένα συγκεκριμένο χωριό, αλλά αφορά όλη την περιοχή. Πρόκειται προφανώς για κάποια τυχοδιωχτικά στοιχεία τα οποία, επικαλούμενα παραδοσιακές μορφές αμοιβαιότητας και επίδειξης ανδρειοσύνης, εκμεταλλεύονται κάποιους πολιτικούς παράγοντες που ήδη απέκτησαν φήμη για τη μακροχρόνια δράση τους στο χώρο της καλλιέργειας των πελατειακών σχέσεων και που συγχρόνως εκμεταλλεύονται τους «πελάτες» τους για τους γνωστούς συμφεροντολογικούς σκοπούς.

Τέτοια κρούσματα πατρονείας υπονομεύουν την επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των αθώων κατοίκων να επιτευχθεί η οριστική πάταξη των κρουσμάτων βίας και παρανομίας.

Αυτοί οι κάτοικοι θα προτιμούσαν ν’αναθέσουν στις αρμόδιες αρχές τις απαιτούμενες ευθύνες για το συγκεκριμένο έργο αποκατάστασης δημόσιας τάξης, χωρίς, ωστόσο, να τρέφουν ελπίδες δυσανάλογα αισιόδοξες, ενόψει των μέχρι τώρα εμπειριών τους – όπως τις θεωρούν -- σχετικά με την αμοιβαία κάλυψη και προστασία των ενδιαφερόμενων παραγόντων.

Με άλλα λόγια, το ενδεχόμενο μιας εφικτής λύσης δεν εξαρτάται απ’ τους κατοίκους αποκλειστικά, αλλά επίσης, και προπαντός, από τους όποιους καλοπροαίρετους παράγοντες του πολιτικού κόσμου και των δημόσιων υπηρεσιών.

Ενόψει των τοπικών ηθικών αξιών, εξάλλου, η χρήση βίας δεν προσφέρει παρά μόνο μια επικίνδυνη πρόκληση, της οποίας οι προεκτάσεις δεν θα μπορούσαν παρά να επιδεινώσουν την ήδη εύφλεκτη κατάσταση. Εδώ χρειάζεται μια καλά πληροφορημένη και ανθρωπολογικά ευαισθητοποιημένη επίγνωση των τοπικών αξιών, κάτι που δε μου φαίνεται να επιδεικνύουν όσοι ίσως εξακολουθούν να ευνοούν την εφαρμογή βιαίων προσεγγίσεων και χωρίς διαπραγμάτευση μετωπικών αναμετρήσεων.»