Του κ. Μιχ. Γ. Καβουλάκη, φιλολόγου, πρ. λυκειάρχη

Η Τέα Ανεμογιάννη είχε γνωρίσει τον Καζαντζάκη λίγο πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο στην Αίγινα και έκτοτε συνδέθηκε μαζί του με στενούς δεσμούς φιλίας. Συνόδευσε μάλιστα τον μεγάλο συγγραφέα σε μια από τις επισκέψεις του στο Οροπέδιο Λασιθίου και στους Βαρβάρους. Εκτοτε αλληλογραφούσε τακτικά μαζί του και τις επιστολές αυτές τις διέσωσε η παραλήπτρια.

Οι επιστολές αυτές, που αναδημοσιεύονται παρακάτω, δεν είναι ακέραιες. Κάθε παράλειψη σημειώνεται με αποσιωπητικά. Είναι γραμμένες στο πολυτονικό σύστημα και τηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη των πρωτοτύπων.

Η αναδημοσίευση γίνεται χωρίς υπομνήματα. Είναι, άλλωστε, τόσο “αυτάγγελτες”, ώστε περιττεύουν τα υπομνήματα, τα οποία δεν είναι πάντοτε ακίνδυνα, όπως έδειξε η γνωστή άτυχη έκδοση μιας άλλης σειράς επιστολών του Καζαντζάκη.

Ιούνιος ‘46

Καμιά χαρά ως τώρα δεν μου δωκε το Λονδίνο κι έχω διαρκώς τα μάτια μου γυρισμένα κατά το ξερό, γαλάζιο ακρογιάλι της Αίγινας. Θα δω όλους τους συγγραφείς και ποιητές εδώ, μα ξέρω πως δεν έχουν τίποτα να μου πουν, που να κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει. Είδα μονάχα και χάρηκα μερικές γνωστές ζωγραφιές, μα σήμερα πια τέτοιες χαρές δεν αρκούν. Δεν έχω καιρό να χάνω· ο καιρός της σποράς πέρασε· βιάζουμε ν’ αποθερίσω, ν’ αποθέσω το δρεπάνι μου στη γης και να φύγω. Μερικά μονάχα μεγάλα θεάματα, η Αφρική, οι ποταμοί, τα μερμήγκια στη ζούγκλα, τα κοπάδια τα ψάρια στην Ισλανδία, η Μπενάρες, η Βαγδάτη, να μου διναν ακόμα χαρά· μα η Φραγκιά δεν μπορεί πια να ξαναγελάσει την καρδιά μου...

- Θα κατεβείτε στην Κρήτη; Η απόσταση μπήκε ανάμεσά μας και σας έχασα. Πότε θα μπορέσει η ψυχή του ανθρώπου να νικήσει και την απόσταση και ν’ αποχτήσει double vue; Αυτή η ατέλεια με γεμίζει πίκρα.

Εδώ οι intellectuels δεν μπορούν να δώσουν τίποτε σ’ έναν άνθρωπο, που πόνεσε και σκέφτηκε κι αγωνίστηκε πολύ. Φαντάζουν σαν πολύ απλοϊκοί, σαν πολύ ήσυχοι, μακάριοι και στις απελπισίες τους ακόμα. Τα μάτια τους, τα στόματά τους, οι καρδιές τους δεν πήραν φωτιά κι αν πήραν, καίγουνται ήσυχα, με κάποια πάντα αφελή βεβαιότητα αμοιβής...

Ιούλιος ‘46

...Η ανησυχία η δική μας έχει άλλη ποιότητα κι άλλη ορμή και η ψυχή η δική μας είναι πολύ πιο άπληστη και πολύ πιο κοντά στην άβυσσο από την εγγλέζικη. Εδώ κάποια κούραση και πολύς συγκρατημός, που δεν είναι αποτέλεσμα μεγάλης δύναμης, που συγκρατιέται, αλλά αδυναμίας, που εύκολα κοντρολέρνεται. Δεν έχουν εδώ μεγάλους κι αποτρόπαιους δαιμόνους να χαλινώσουν και τους είναι εύκολο να κρατούν τη γαλήνη τους. Καθετί που αγγίζει την άβυσσο τους ενοχλεί και θάθελαν όλα να κρατούν τη γαλήνια facade ενός πολιτισμού, που τρέμει να ξεσκαλίσει-κάτω από τη σχηματισμένη κρούστα της συνήθειας-τη φλόγα, που τινάζεται, και θέλει να σπάσει τη φλούδα και να κάψει τον κόσμο. Ελπίζουν πως όλα θα βολευτούν, πως η σημερινή ανησυχία ολοένα να κατασταλάζει και θα γίνει κι αυτή κρούστα και θα σκεπάσει με πιο παχύ και σίγουρο καπάκι τη φλόγα, που αγρίεψε τα σπλάχνα του ανθρώπου...

Ιούλιος ‘46

Στις ειδικότητες (οι Αγγλοι) έχουν μεγάλη αξία. Είδα το γέρο-Μάιρες, μισερό. Περπατάει σε δυο πατερίτσες, γέρος 80 χρονών, που δεν μπορεί πια να μιλήσει καλά και μάχεται μέρα-νύχτα να διαβάσει τη μινωική. Μου ‘δειξε τα χειρόγραφά του. Τι τεράστια, δύσκολη, πολύπλοκη εργασία! Πώς μάζεψε όλα τ’ άλφα-βήτα της εποχής, τι συνδυασμούς σοφίστηκε να βρει το κλειδί, χτύπησε την πατερίτσα του: “Δε θα πεθάνω· θα το βρω!”

..........

Χθες είχα μια ομιλία εξαίσια με μια Ρουμάνα· μια μέρα θα σας πω. Υποθέτω κι ελπίζω κατά τις 20 Ιουλίου ν’ αφήσω την Αγγλία χωρίς καμία θλίψη. Η Ευρώπη γέρασε, δεν πρέπει να την ακούμε. Η Ρουμάνα μου ‘λεγε πως μόνο η Ελλάδα μπορεί ακόμα να σώσει τον κόσμο· γιατί, λέει, είναι η μόνη χώρα σήμερα που έχει “Μοίρα”.

Μάρτης ‘47

Περίμενα μήπως είχα τίποτα να σας αναγγείλω. Τίποτα. Η πιο άθλια κι η πιο γόνιμη αρετή είναι η υπομονή.

Η τραγωδία: “Σόδομα και Γόμορα”. Είναι όλη έτοιμη στο νου μου. Πότε θα την αντιγράψω;

Θέλω ακόμα να γράψω ένα μυθιστόρημα παράξενο: “Jesus a guere0”. Και σχεδιάζω ένα άλλο: “Χαζάν Πιρούιτ” (Ρούσικη φράση, που θα πει: “Ο νοικούρης διασκεδάζει”).

Ηταν ένας ψωμάς στο Ιρκούτς, που κάποτε τον κυρίευσε η ανάγκη να διασκεδάσει· σφαλνούσε λοιπόν το μαγαζί του κι έγραφε απόξω: “Χαζάν Πιρούιτ”! Στο έργο αυτό θέλω ν’ αφήσω όλες τις ελευθερίες στο μυαλό μου, καταργώντας τόπο και χρόνο, χρησιμοποιώντας τα υλικά του ονείρου, της μέθης και της έκστασης.

Κι ακόμα ένα άλλο έργο: “En fumant” που θα κρατάει στο διάστημα μιας πίπας.

Κι ακόμα με πολιορκεί μια παλιά επιθυμία· να γράψω “Το ημερολόγιο του Χριστού”, όταν έμεινε τη νύχτα μόνος, κουρασμένος, αηδιασμένος από τους 12 Αποστόλους.

Και το “Κατά Ιούδα” Ευαγγέλιο, άλλο σχέδιο βιβλίου κι ακόμα άλλα...

Θα πάθω κι εγώ ό,τι οι καλογεννούσες όρνιθες. Οταν πεθάνω, αν ανοίξουν τα σπλάχνα μου, θα τα δουν γεμάτα κρόκους αυγών...

Οκτώβρης ‘52

... Ξαναγύρισα στο αγαπημένο ετούτο γραφείο και ξανάρχισε ο αγώνας· άλλα είχα πάρει απόφαση να γράψω κι άλλα αρχίνησα τώρα. Οσο πάει είμαι πιο σίγουρος πως ένας δαίμονας ή Θεός ή Θεοδαίμονας κατοικάει μέσα μας κι αυτός κάνει κουμάντο. Οταν βεβαιωθούμε γι’ αυτό, γαλήνη και σιγουράδα στερεώνει την ψυχή μας κι αφηνόμαστε πια μ’ εμπιστοσύνη στο θέλημά του. Κάθε ανταρσία είναι επιπολαιότητα, γιατί αυτός ξέρει καλύτερα από εμάς τι πρέπει και τι δεν πρέπει και ποιος είναι ο δρόμος· γιατί αυτός πιάνει και τα τρία πατώματα μέσα μας κι όχι μονάχα το συνειδητό, όπου κοκορεύεται ο νους. Δεν είναι πολλά χρόνια που το κατάλαβα κι από τότε πια δουλεύω με βεβαιότητα κάτω από την πίστη του· σαν ένας Ευαγγελιστής, που νιώθει να κάθεται στα πόδια του το λιοντάρι ή ο ταύρος ή ν’ ακουμπάει στον ώμο του και να του υπαγορεύει ο αητός ή ο άγγελος. Κι έτσι γροικώντας την προσταγή του, άρχισα ένα καινούργιο απροσδόκητο έργο. Πότε θα φτάσω στο τελευταίο μου έργο, που θα το λέω: “Εχετε γεια!”. Θα προλάβω;

..............

Μόνη χαρά, μα μεγάλη: η στιγμή που πήρα στα χέρια μου την Ιλιάδα. Τότε κατάλαβα πως μια μάνα μπορεί ν’ αγκαλιάσει το νεογέννητο παιδί της. Για κανένα έργο μου δεν ένιωσα τόση χαρά και υπερηφάνεια. Καλύτερο, πιο εθνικό έργο δεν μπορούσαμε να δώσουμε στην Ελλάδα. Πρέπει να διαβάσεις, έχοντας δίπλα το κείμενο και τη μετάφραση του Πάλλη. Αθλος μεγάλος, ας είναι καλά ο Κακριδής· χωρίς αυτόν τίποτα δε θα γινόταν. Τώρα έχει στα χέρια του τη μετάφρασή μου κι ολόκληρη της Οδύσσειας· αν έρθουν όλα βολικά, σε δυο χρόνια θάναι έτοιμη. Κι έτσι δε θα μπούμε μονοπόδαροι στην Παράδεισο...

Είμαι βυθισμένος σε μιαν αυστηρή ευδαιμονία, έχω αλλάξει, μιλώ πια πολύ λίγο, μα μέσα μου η φλόγα όλο ανεβαίνει. Ενα μονάχα ζητώ από τη μοίρα: Καιρό. Ολα τ’ άλλα τ’ αναλαβαίνω...

(Από το περιοδικό “Ηώς” 1964)