Της Μάγδας Φραγκούλη*

Βαδίζουμε πια στον τρίτο αιώνα, από τότε που ο λόρδος Ελγιν με πλαστό τουρκικό φιρμάνι, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πήρε την άδεια ν’ ανέβει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης Αθηνών για αρχαιολογική έρευνα.

Τότε την Ελλάδα τη σκέπαζε ο σκοταδισμός, η υποταγή, η άγνοια.

Αυτήν ακριβώς την κατάσταση εκμεταλλεύτηκε ο λόρδος Ελγιν για να πάρει ό,τι ωραιότερο μπορούσε από τον ιερό βράχο και το ναό της Αθηνάς. Την ίδια ώρα, ο πιστός του φίλος λόρδος Κλαρκ (ClarΚ), “γυμνώνει” τα ράφια της Πατμιάδας Βιβλιοθήκης, από τα χειρόγραφα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, για να γεμίσει τα ράφια της Οξφόρδης. Ο λόρδος Ελγιν αμέσως αφού εκτίμησε την μοναδικότητα των γλυπτών, τ’ αφαίρεσε με ανεκδιήγητη σκληρότητα, τα κατακρίμνησε από τον ιερό βράχο, για να τα μεταφέρει ευκολότερα στην πατρίδα του. Τα γλυπτά του Φειδία, του Ικτίνου και του Καλλικράτη, έφευγαν από τη γη τους, για ένα μακρινό ταξίδι και για σκοπούς καθαρά ιδιοτελείς. Είχε τελεστεί διπλό έγκλημα! Κλοπή και βεβήλωση ταυτόχρονα.

Τα γλυπτά αυτά εξέφραζαν έναν πολιτισμό, αποτύπωναν την ελευθερία του κλασικού πνεύματος, είχαν δημιουργηθεί με απαράμιλλη τέχνη και μοναδική ομορφιά.

Μετά από χρόνια, οι Βρετανοί θα δημιουργήσουν ένα μουσείο που θα στεγάσει το Βρετανικό Μουσείο. Ενα μουσείο που μ’ έπαρση και ύβρη δηλώνει ότι του ανήκουν, ότι σταθερά και αμετάκλητα είναι δικά του τα γλυπτά και ότι φιλοξενούνται στον καταλληλότερο τόπο και χώρο!

Ενα μουσείο που “χωρίς καμία αιδώ” διοργάνωνε συμπόσια και οι επιφανείς Αγγλοι ακουμπούσαν πάνω στα γλυπτά τα ποτά τους.

Ενα μουσείο παγερό, ψυχρό, ανήλιο που αγνοεί ότι το χρώμα των γλυπτών δεν είναι λευκό και τα τραυμάτισε ανεπανόρθωτα κατά την συντήρησή τους.

Ενα μουσείο που ζει και αναπνέει με κλεμμένα, ξένα γλυπτά.

Ενα μουσείο που παντού δηλώνει και τιτλοφορεί τα μάρμαρα αυτά, ως Ελγίνεια. Ηταν, είναι και θα είναι τα ελληνικά μάρμαρα του Παρθενώνα. Από πότε αυτός που αρπάζει μετονομάζεται σε κτήτορας; Είναι ντροπή και αδικία συνάμα. Χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις και βερμπαλισμούς, οφείλουμε ν’ αγωνιστούμε για την επιστροφή των βίαια διωγμένων προγόνων μας. Το χρωστάμε στη γη μας, στον πολιτισμό μας, στα παιδιά μας.

Αν μπορούσε ο Κ.Π. Καβάφης ν’ απευθυνθεί στους Βρετανούς σήμερα, ίσως να τους έλεγε:

“Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,

γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,

διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι Θεοί...”.

Δυστυχώς τα συμφέροντα πολιτικά, οικονομικά, κ.α. είναι πάμπολλα.

Οι Βρετανοί αρνούνται να τα επιστρέψουν για πολλούς λόγους, όπως οικονομικούς, γοήτρου και αίγλης που τόσο πολύ καλλιεργούν.

Στις 14-10-2007 γίναμε θεατές της μεταφοράς των εδώ γλυπτών του παλαιού μουσείου της Ακρόπολης, στο νέο. Σ’ ένα μουσείο στολίδι για την Ελλάδα, τον κόσμο, τον οικουμενικό πολιτισμό.

Ενας χώρος νέος, υπερσύγχρονος, με τεχνογνωσία και αρμονία. Ενας χώρος που από μόνος του, μαζί με την Πολιτεία και την αρωγή της, μπορούν ν’ αποτελέσουν μοχλό πίεσης επαναπατρισμού των μοναδικών αυτών γλυπτών. Εξάλλου, η τοποθέτησή τους, θα’ ναι τέτοια ώστε θα περιμένουν τον ερχομό των μακρινών μας προγόνων, γιατί αυτά δημιουργήθηκαν εδώ και πρέπει να ζήσουν εδώ. Τα γλυπτά του Παρθενώνα γεννήθηκαν σ’ αυτή τη γη και προορίζονται να λούζονται από τον ελληνικό ήλιο, σε μια χώρα που 2.500 χρόνια πριν έχτιζε ναούς αφιερωμένους στη Σοφία.

Ας γνωρίσουν όλοι λοιπόν ότι πόλεις εκπορθούνται, σύνορα αλλάζουν, αλλά μνήμες, ο πολιτισμός και οι ιδέες δημιουργούνται, δεν κατακτούνται. Στον επίλογο των σκέψεών μου, θα κλείσω μ’ ένα ποίημα σχετικό της Ελληνίδας ποιήτριας Κικής Δημουλά, που αποτυπώνει όλα τα παραπάνω και με την ελπίδα, και ευχή για τον επαναπατρισμό αυτών των γλυπτών.

Βρετανικό Μουσείο (Ελγίνου μάρμαρα)

Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα

την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ μοναχή Καρυάτιδα.

Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα

επίμονα εστραμμένο έχει

στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα

(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)

που δύο βήματα μόνον απέχει.

Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει

στη δυνατή της κόρης μέση.

Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι

τους δύο αυτούς να’ χει ενώσει.

Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει

απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,

τον Διόνυσο φαντάζομαι

προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται

των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων

την υποψία μην κινήσει,

κι όλος παλμό να σύρεται

τη συστολή της Καρυάτιδας

με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ‘χω πέσει.

Μια άλλη σχέση ίσως να τους δένει

πιο δυνατή, πιο πονεμένη.

Τις χειμωνιάτικες βραδιές

και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες τους βλέπω,

απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,

της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,

με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα

τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν

στη μνήμη τους με πάθος ν’ ανεγείρουν.

Κική Δημουλά “Ερεβος”