Του Ν. Τσαγκαράκη
Ταινίες που θέλουμε οπωσδήποτε να δούμε φέτος για να περάσουμε καλά.
FEAST OF LOVE
Ο Ρόμπερτ Μπέντον, ο σκηνοθέτης των πασίγνωστων «Κράμερ εναντίον Κράμερ» και «Το Ανθρώπινο Στίγμα», επιστρέφει με μια τρυφερή κομεντί που συγκεντρώνει πολύ καλούς ηθοποιούς σ’ ένα σενάριο από το βιβλίο του Τσαρλς Μπάξτερ. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Μόργκαν Φρήμαν ως ένας καθηγητής πανεπιστημίου που ζει από κοντά τις σχέσεις των φίλων του σ’ ένα συνοικιακό καφέ του Όρεγκον. Στιγμές γνωριμίας, έρωτα, χωρισμού, διαμάχης, και προσπαθεί να ανταπεξέλθει στην ανάγκη των γύρω του για συμβουλή και συμπαράσταση ή απλώς για συμμετοχή στη χαρά. Ολ’ αυτά παράλληλα με τη σχέση του με τη σύζυγό του, που περνάει τα δικά της σκαμπανεβάσματα.
Συμπρωταγωνιστεί ο Γκρεγκ Κινίαρ, η Σέλμα Μπλαιρ, η Ράντα Μίτσελ, η Αλέξα Ντάβαλος, και ο Μπίλυ Μπερκ. Το τρέηλερ υπόσχεται μια ρομαντική κομεντί λίγο πιο νηφάλια και προσγειωμένη από τις συνηθισμένες, που εχουν πια καταντήσει αδιάφορες. Το φιλμ βρήκε το προηγούμενο σαββατοκύριακο στις αμερικανικές αίθουσες κι ελπίζουμε ότι θα το δούμε κάποια στιγμή και στις δικές μας.
THE BUCKET LIST
Η προηγούμενη ταινία δεν είναι η μόνη κομεντί στην οποία πρωταγωνιστεί φέτος ο Μόργκαν Φρήμαν. Στο «Bucket List» συνεργάζεται με τον Τζακ Νίκολσον σε μια κωμωδία του Ρομπ Ράινερ, ο οποίος σημάδεψε ανεξίτηλα το είδος με το «Όταν ο Χάρυ Γνώρισε τη Σάλυ» το 1989.
Εδώ, οι δύο σπουδαίοι ηθοποιοί υποδύονται δυο ηλικιωμένους που πάσχουν από καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο και αποφασίζουν να ικανοποιήσουν όσες τρελές επιθυμίες προλαβαίνουν πριν πεθάνουν. Ανάμεσα σ’ αυτά που ξεκινούν να κάνουν είναι κάθε ακραίο και ριψοκίνδυνο εγχείρημα που δεν έκαναν νεότεροι, αλλά και κάτι ακόμη πιο τρομακτικό: η συμφιλίωση με τους εαυτούς και το παρελθόν τους.
Με τον εκπληκτικό Σων Χέηζ (ο Τζακ του τηλεοπτικού «Will and Grace») σε δεύτερο ρόλο και τον Μαρκ Σάιμαν στη μουσική, ελπίζουμε ότι αυτή θα είναι η ταινία που θα επαναφέρει τον Ράινερ στις επιτυχίες κι εμάς στο είδος της συγκίνησης που το Χόλυγουντ ξέρει να προσφέρει καλύτερα απ’ όλους. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι το φιλμ βγαίνει στην Αμερικη ανήμερα των Χριστουγέννων…
BEE MOVIE
Μια μέλισσα διάλεξε να υποδυθεί ο Τζέρυ Σάινφελντ, ένας από τους καλύτερους αμερικανούς κωμικούς, στην πρώτη του πρωταγωνιστική εμφάνιση στον κινηματογράφο. Ο Σάινφελντ συν-έγραφε και πρωταγωνιστούσε σε μία από τις πιο επιτυχημένες κωμικές τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του ’90 με το όνομά του στον τίτλο, η οποία προβαλλόταν από το 1990 ως το 1998. Με τη συνεργασία της DreamWorks, η ταινία αναμένεται να είναι η νέα μεγάλη επιτυχία στο είδος του κινουμένου σχεδίου για το στούντιο μετά τον υπερ-επιτυχημένο «Σρεκ».
Ο Σάινφελντ υποδύεται τον Μπάρυ Μπ. Μπένσον, μια μέλισσα που αποφοιτά από το κολέγιο και σε μια εξόρμησή της στη Νέα Υόρκη, γνωρίζει μια ανθοπώλη και παράλληλα ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι τρώνε το μέλι, γεγονός που τον ωθεί να μηνύσει το ανθρώπινο είδος.
Τις φωνές τους δανείζουν επίσης η Ρενέ Ζελβέγκερ, ο Μάθιου Μπρόντερικ, ο Κρις Ροκ κι ο Τζον Γκούντμαν, ενώ η αμερικανική ημερομηνία εξόδου είναι η 2α Νοεμβρίου.
THE GOLDEN AGE
Οι ταινίες με ιστορικό θέμα δε συνηθίζεται να αποκτούν συνέχειες, καθώς η έννοια του ‘sequel’ είναι συνυφασμένη με πολύ πιο ‘εμπορικά ‘ είδη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, το εγχείρημα όχι μόνο δεν προκαλεί ανησυχία, αλλά αναμένεται να είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις της σαιζόν που μόλις ξεκίνησε. Το «Golden Age» είναι η συνέχεια του «Elizabeth» που είχε σκηνοθετήσει ο Σεκάρ Καπούρ το 1998 με την Κέητ Μπλάνσετ στον ρόλο της βασίλισσας Ελισάβετ Α’. Οι δύο καλλιτέχνες συνεργάζονται τώρα για το δεύτερο μέρος που εξερευνά τη σχέση της βασίλισσας με τον τυχοδιώκτη Γουόλτερ Ράιλυ, τον οποίο ενσαρκώνει ο Κλάιβ Όουεν. Το σενάριο υπογράφει και πάλι ο Μάικλ Χερστ, αυτή τη φορά με τη βοήθεια του Γουίλιαμ Νίκολσον, ενώ το καστ συμπληρώνεται από τον Τζέφρι Ρας, τη Σαμάνθα Μόρτον και πολλούς άλλους. Στις 12 Οκτωβρίου κάνει πρεμιέρα στο εξωτερικό, ελπίζουμε σύντομα κι εδώ.
ΕΛΛΗΝΑΣ ΡΑΤΑΤΟΥΗΣ;
Άσχετο με τα προηγούμενα, αλλά πού ξανακούστηκε να παίζεται μια ταινία κινουμένων σχεδίων σε 5 αίθουσες, αλλά ούτε σε μία απ’ αυτές στην πρωτότυπη υποτιτλισμένη έκδοση; Δεν ξέρουμε αν είναι επιλογή των αιθουσαρχών ή της εταιρείας, αλλά κάποια στιγμή αυτή η τακτική που κρατάει χρόνια τώρα θα πρέπει να σταματήσει.

