Του Γιώργου Καλογεράκη*

δάσκαλου-ιστορικού-ερευνητή

Μέρος 2ο

Τον σώζει από τις φλόγες ο Καστελλιανός Πολεμαρχάκης Νικόλαος όπου για την πράξη του αυτή του απενεμήθη μετάλλιο ανδρείας. Βλ. εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, 21 Σεπτεμβρίου 2004, σελ. 18).

Στην Μικρασιατική εκστρατεία ο Αντώνης Μπετεινάκης ήταν παρών με τον βαθμό του υπολοχαγού.

Ακολούθησε η σταδιοδρομία του στον στρατό και η συμμετοχή του στην μάχη της Κρήτης. Μετά την κατάληψη του νησιού ο Αντώνης Μπετεινάκης μετέχει στην Εθνική Αντίσταση Κρήτης. Το 1943 ανέλαβε την Στρατιωτική Διοίκηση του Νομού Ηρακλείου. Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Μετά τα γεγονότα της Βιάννου τον Σεπτέμβρη του 1943, συλλαμβάνεται, δικάζεται στην Αγυιά Χανίων, στην δίκη ,των αξιωματικών στις 25 Οκτωβρίου 1943, και καταδικάζεται σε θάνατο μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς.

Εκτελείται στις 27 Οκτωβρίου 1943.

(Νίκου Χριστινίδη, Αντώνιος Μπετεινάκης 1886-1943, Αρχάνες 2000)

ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ

Α Ν Τ Ω Ν Ι Ο Σ

Μ Π Ε Τ Ε Ι Ν Α Κ Η Σ

του συνεργάτη μας κ. Γ. Κρητικού

Με τον ημίθεο του Μπιζανιού και των άλλων μαχών του Ελληνοβουλγαρικού, του Ελληνοτουρκικού, του μεγάλου πολέμου και τέλος της «Μάχης την Κρήτης», τον αείμνηστο συν/χη Αντώνη Μπετεινάκη, είχαμε μια απλή γνωριμία πριν από τα χρόνια της σκλαβιάς. Ύστερα συνδεθήκαμε μερικοί ανθρώποι πολύ στενά μαζί του. Τα ίδια μεγάλα ιδανικά και οι ίδιοι τρανοί πόθοι, τα πικρά βάσανα και οι αφάνταστοι πόνοι, οι ανίκητες λαχτάρες και οι άσβεστες ελπίδες και πάνω απ’όλα η αμέτρητη αγάπη και η βαθιά πίστη για ένα ιδεώδες, μας έκαμε όλους να ενωθούμε σαν μια ζύμη γύρω και κάτω από ένα σύμβολο, που το κρατούσε γερά και ψηλά ένας άνθρωπος. Ένας μόνο άνθρωπος. Όχι μόνο μέσα στην Κρήτη μα και σ’όλη την άλλη Ελλάδα και σ’εποχή που κάθε κίνηση γύρω σ’αυτό το σύμβολο θεωρούντανε το λιγότερο μια σωστή παραφρόνηση. Ένας άνθρωπος. Τ’όνοιμά του το ψιθυρίζανε χιλιάδες στόματα και, χιλιάδες καρδιές χτυπούσανε στο άκουσμά του. Ένα όνομα για το οποίο χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπων γονατίζανε μπρος στα εικονίσματα για χάρη του. Πετούσε από τη Σητεία ως το Ακρωτήρι, κι από τα Λασιθιώτικα, τ’Αστερούσια και τις απάτητες κορφές του γέρο Ψηλορείτη ως τις ιστορικές Μαδάρες των Σφακιών φέρνοντας τις ελπίδες της Εθνικής μας Ανάστασης. Από το Λασίθι, τη Βιάνο, τη Πεδιάδα ως τ’Αμάρι και πέρα ακόμα στα Χανιορεθεμνιώτικα. Σε κάθε λόγγο και πλαγιά, σε κάθε κορφή και ράχη, σε κάθε φτωχοκάλυβο και πλουσιόσπιτο μόνο τ’όνομα αυτό προφερόντανε. Κι ακόμα, από την Κρήτη ως την άλλη Ελλάδα κι από κει σ’όλο τον άλλο κόσμο. Ένα όνομα, ένα μόνο που’χε γίνει θρύλος κι ένα έπος, κι ακόμα πιο πάνω ένα σύμβολο:

Ο Μ π α ν τ ο υ βά ς.

Γύρω απ’το μαγικό αυτό όνομα είχαν μαζευτεί αμέσως στην αρχή μερικοί πιστοί. Ύστερα πιο πολλοί κι ακόμα πιο ύστερα ένας ολόκληρος κόσμος. Και πρώτος απ’τους πρώτους, ο μεγάλος πατριώτης, κι ο αγνός ιδεολόγος, ο αθάνατος Αντώνης Μπετεινάκης. Όλη του η ζωή υπήρξε ένας μεγάλος, ένας σκληρός μα ευγενικός αγώνας. Για χάρη της πατρίδας και των μεγάλων ιδανικών του Έθνους μας έδωσε όλες του τις δυνάμεις του πνεύματος και του κορμιού. Στο τέλος κι αυτή τη ζωή του. Η θυσία του αυτή τον καθηγίασε και τον έκαμε ημίθεο. Όλη του η ψυχή ξεχύνεται στην πρώτη Γενική Διαταγή που εξέδωκε σαν ανέλαβε Στρατιωτικός Διοικητής του Νομού Ηρακλείου και που θα διαβάσει παρακάτω ο αναγνώστης. Η δημοσίευσή της είναι από τα καλύτερα μνημόσυνα για το θρυλικό στρατιώτη και τον υπέροχο πατριώτη τον αθάνατο συν/χη Αντώνη Μπετεινάκη. Και μόνο αυτή κάνει κι αυτούς που δεν τον γνωρίσανε προσωπικά στα χρόνια της σκλαβιάς και του μεγάλου αγώνα, να νοιώσουν κατάβαθα την ψυχή του Μεγάλου μας Νεκρού. Στην πάνω μεριά είχε το μυστικό σημάδι της οργανώσεως. Το σταυρό μέσα σ’ένα κύκλο και πάνω απ’αυτό το ιδιαίτερο τρίγωνο.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ

Αριθ. Πρωτ. 1

Αναλαβών την Στρατιωτικήν Διοίκησιν ολοκλήρου του Νομού Ηρακλείου κατόπιν διαταγής της Κυβερνήσεως και του Βασιλέως των Ελλήνων κατά τας χαλεπάς ταύτας στιγμάς της μαύρης σκλαβιάς, πέμπω προς άπαντας τους πιστούς Έλληνας συμπατριώτας και συνεργάτας μου αδελφικόν και εγκάρδιον χαιρετισμόν.

Αγαπητοί συνεργάται

Ο αγώνας μας είναι σκληρός, το έργον μας βαρύ και αι απαιτούμεναι θυσίαι μεγάλαι. Αλλά εν γνώσει όλων των δεινών και των θυσιών του πολέμου ανελάβομεν τον αγώνα με την πεποίθησιν ότι βαίνομεν ολοταχώς προς την θεάν ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ της οποίας η λεωφόρος είναι στρωμένη με δάφνες.

Έλληνες συναγωνισταί

Εγέρθητε. Η φωνή της Πατρίδος μας καλεί εις τα όπλα. Είναι η υστάτη βραχνή φωνή της Μάνας που στενάζοντας σέρνεται αιμόφυρτος και ψυχορραγούσα στη μαύρη σκλαβιά και στην ατιμία και ζητεί από σας τα παιδιά της να την σώσετε.

Αι οιμωγαί των σφαζομένων αδίκως αδελφών, αι κραυγαί των μητέρων, οι κλαυθμηρισμοιί πειναλέων ορφανών σας φωνάζουν εκδίκησιν.

Κρήτες λεβέντες και πρόσκοποι των Εθνικών αγώνων. Δείξατε ότι η Κρήτη ζει, δεν απέθανε. Οι αθάνατοι ήρωες του 1821, 1912-1913 και 1916-1922 σας αναμένουν εις την αθανασίαν. Τα κόκαλα των πεσόντων υπέρ πατρίδος τρίζοντας ζητούν εκδίκησιν. Τα βουνά, τα λαγκάδια, οι ποταμοί, τα δάση, τα χωριά και οι κάμποι ζητούν εκδίκησιν.

Κρήτες παλικάρια.

Ενωθείτε και αδελφωμένοι προχωρήσετε εμπρός προς την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ προς την δόξαν. Η ώρα πλησιάζει. Οπλισθείτε με θάρρος και αποφασιστικότητα. Σκεφθήτε ότι ο πόλεμος δεν ετελείωσε και ότι άλλοι πατριώται μάχονται αλλού υπέρ της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ από τριετίας ήδη. Ο εχθρός κλονιζόμενος από τα κτυπήματα παραπατεί, λίγο ακόμα και πίπτει νεκρός. Πέρασαν ήδη δυο χρόνια σκλαβιάς και το μαχαίρι του βαρβάρου κατακτητού έφθασε πλέον στο κόκαλο. Φθάνει πλειά. Δεν ανεχόμεθα να σφαγιαζώμεθα κάθε μέρα ως πρόβατα.

Το Σύνθημά μας ας είναι : ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ.

Ας αντηχήσουν και πάλιν από τας κορυφάς των ηρωικών μας ορέων η κλαγγή των όπλων και ο πολεμικός μας θούριος (από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη τα βαρειά της τα σίδερα σπα) και ας αποδείξωμεν εις ολόκληρον τον κόσμον ότι οι Κρήτες γνωρίζουν ν’αποθνήσκουν υπέρ της ελευθερίας.

7 – 4 - 1943

Ο Στρατιωτικός Διοικητής

ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Αυτή είναι η πρώτη Γενική Διαταγή του αείμνηστου Μπετεινάκη. Όπως βλέπετε υπογράφει με τ’όνομα «Πατρίκιος». Αυτό ήταν το όνομα το οποίο χρησιμοποιούσε για ευνόητους λόγους.

Γ. ΚΡΗΤΙΚΟΣ

(Εφημερίδα «Η ΔΡΑΣΙΣ», Ηράκλειο 24 Ιουνίου 1945)

ΜΠΕΡΚΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού

Εγεννήθη εις Κακό Χωριό (Μεταξοχώρι) Επαρχίας Μονοφατσίου τω 1914.

Κλάσεως 1935 τυχών αναβολής λόγω σπουδών (πολιτικάς Επιστήμας) υπηρετήσας την Στρατιωτικήν του θητείαν τω 1938 προαχθείς τότε εις Λοχίαν Πεζικού.

Κατά τον Ελληνοϊταλικόν πόλεμον υπηρέτει εις τα οχυρά της Μακεδονίας.

Μετά την εισβολήν των Γερμανών, κατήλθεν εις Πελοπόννησον και εκείθεν δέκα ημέρας περίπου προ της πτώσεως των αλεξιπτωτιστών Γερμανών εν Κρήτη, κατήλθεν εις Ρέθυμνον και επολέμησε κατ’αυτών εκεί, αιχμαλωτισθείς υπό των Γερμανών ενεκλείσθη εις Στρατόπεδον Χανίων Ελλήνων αιχμαλώτων από όπου εδραπέτευσεν μετ’ολίγας ημέρας και μετέβη εις την περιοχήν Μονοφατσίου όπου η καταγωγή του.

Κατεδιώκετο καταζητούμενος υπό των Γερμανών, αλλ’υπήχθη εις την πρώτην χορηγηθείσαν υπό των Γερμανών αμνηστείαν.

Εχρημάτισε πρόεδρος Κοινότητος Κακού Χωριού του κατά την διάρκειαν της σκλαβιάς επί έν έτος περίπου.

Εξυπηρέτησε τον αγώνα Εθνικής Αντιστάσεως ως πραγματικός Έλλην.

Εσχάτως είχε προαχθεί εις Έφεδρον Ανθυπολοχαγόν Πεζικού.

Ανεμίχθη ενεργώς εις τον αγώνα ειδικώς εις τα επεισόδια της Βιάννου, μεθ’ό συνελήφθη εις Κακό Χωριό υπό των Γερμανών, ενεκλείσθη εις τας φυλακάς Αγυιάς Χανίων, διήλθεν από Γερμανικόν Στρατοδικείον Χανίων και κατεδικάσθη εις θάνατον μετά του Αντισυνταγματάρχου Πεζικού κ. Μπετεινάκη Αντωνίου μεθ’ου και συνεργάζετο προηγουμένως και την 27ην Οκτωβρίου 1943 εξετελέσθη υπό των Γερμανών κατακτητών.

(Β.Δ.Β. Ηρακλείου, φάκελος 17, έγγραφο 211).



Mιχάλης

Πατεριανάκης



Ο Μιχάλης Πατεργιανάκης, έφεδρος Ανθυπολοχαγός, ήταν από το χωριό Βόνη. Είχε σπουδάσει πριν τον πόλεμο στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (Α.Σ.Ο.Ε.Ε.). Γιος του Γιώργη και της Παπαδιώ Πατεριανάκη, ένα από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Ο αδερφός του Νικόλαος πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας. Από ένα βλήμα πυροβόλου έμεινε ανάπηρος (ο Νικόλαος είχε ένα χέρι και ένα μάτι). Ο άλλος αδερφός Μανόλης πολέμησε στη μάχη της Κρήτης και από έκρηξη οβίδας είχε χάσει την ακοή του. Και ο Μιχάλης πολέμησε στη μάχη της Κρήτης. Είχε πιαστεί αιχμάλωτος και κατάφερε να δραπετεύσει από τα Χανιά. Από τις τρεις αδερφές του η Ανίκα και η Αβρακόμη σκοτώθηκαν από βόμβα συμμαχικού αεροπλάνου, (το θέρος του 1943), που είχε πέσει στο αλώνι τους την ώρα που αλώνευαν τα σπαρτά. Για τον Μιχάλη Πατεργιανάκη που καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Χανίων και εκτελέστηκε στην Αγυιά στις 27 Οκτωβρίου 1943 διηγείται ο ανιψιός του Μιχάλης Πατεργιανάκης, συνταξιούχος δάσκαλος από τη Βόνη : …κατά κάποιο τρόπο έγινε γνωστό στις γερμανικές αρχές και στην Γκεστάπο ότι ένας από την ομάδα των αξιωματικών ήταν από την Βόνη, ο Μιχάλης Πατεργιανάκης, και έτσι άρχισαν να προσανατολίζονται στη σύλληψή του. Ταυτόχρονα παρακολουθούσαν και τις κινήσεις του. Ένας Αυστριακός στρατιώτης, που ήταν στις γερμανικές δυνάμεις του Θραψανού, ο οποίος τον είχε συμπαθήσει και ήθελε να τον προστατεύσει, του λέει ότι κάτι γίνεται για σένα. Πρόσεξε, φύγε, γιατί αύριο ή μεθαύριο θα σε συλλάβουν. Ο Αυστριακός στρατιώτης του τα είπε αυτά μη μπορώντας να πιστέψει ότι ο Μιχάλης Πατεργιανάκης δεν θα δεχόταν να φύγει. Κι αυτό έγινε γιατί σύμφωνα με την γερμανική πρακτική, αν ο Μιχάλης έφευγε, θα έπιαναν κάποιο στενά συγγενικό του πρόσωπο για να το αναγκάσουν να αποκαλύψει τα άλλα ονόματα που ήταν στην ομάδα ή και τους άλλους που τους είχαν βοηθήσει. Αρκετοί απ’εδώ απ’ τη Βόνη βοηθούσαν τον Μιχάλη και τα ονόματά τους θα αποκαλύπτονταν και πάρα πολλοί χωριανοί θα βρισκόταν στα χέρια των Γερμανών. Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό και να πάρει όλη την ευθύνη πάνω του αποφάσισε ο Μιχάλης να πάει μόνος του και να παρουσιαστεί στην Κομαντατούρ στο Θραψανό. Τον συνέλαβαν αμέσως και τον έφεραν εδώ στο σπίτι του να πάρει τα πράγματά του και να τον οδηγήσουν κατόπιν στο Ηράκλειο. Δεν τον άφησαν να μιλήσει στους γονείς του παρά τον άφησαν να πάρει μόνο τα πράγματά του. Τι πράγματα τώρα, σ’ένα σεντόνι τυλιγμένα λίγα ρούχα. Απ’ότι διηγούνται εδώ στη Βόνη οι άνθρωποι, όταν περνούσε τους δρόμους του χωριού, ήταν πάνω σ’ένα ανοιχτό τζιπ και χαιρετούσε με χαμόγελο όλους τους χωριανούς που συναντούσε. Μάλιστα κάποιοι ήταν κρυμμένοι στου «Χαλκιά τη σκιά», μια συκιά που υπάρχει ακόμη και σήμερα, και όταν περνούσε από κοντά τους σήκωσε το χέρι του και έκαμε το σήμα της γροθιάς. Δεν τους έβλεπε αλλά ήξερε ότι οι φίλοι του βρισκόταν εκεί κοντά. Αυτό ήταν το σκηνικό της σύλληψης του Μιχάλη Πατεργιανάκη, του θείου μου. Τον πήγαν μαζί με τους άλλους αξιωματικούς στα Χανιά και μετά από σύντομη διαδικασία στο στρατοδικείο της Αγυιάς καταδικάστηκε σε θάνατο. Τον Οκτώβρη του 1943. Δεν άφησε κάποιο σημείωμα πριν την εκτέλεση.

Οι αδερφές του Μιχάλη είχαν σκοτωθεί τον ίδιο χρόνο το καλοκαίρι του 1943 στο αλώνι τους. Ήταν στο αλώνι και οι τρεις αδερφές. Και ο πατέρας τους ο παπάς, όλη η οικογένεια στο αλώνι. Και έπεσε η βόμβα λίγα μέτρα πιο πέρα από το αλώνι. Όλοι καθόντανε κάτω από μια καρυδιά, στη σκιά. Οι δυο αδερφές του Μιχάλη με τον δικό μου αδερφό που ήταν μωρό. Μόλις είδαν το αεροπλάνο και αντιλήφθηκαν ότι πέφτει βόμβα πετάξανε τον αδερφό μου όσο μπορούσανε πιο πέρα πέντε έξι μέτρα. Και έπεσε η βόμβα και σκότωσε τις δυο αδερφές του Μιχάλη. Ο αδερφός μου δεν έπαθε τίποτα. Κανείς άλλος δεν έπαθε τίποτα. Η βόμβα ήταν συμμαχική, έπεσε από Αγγλικό αεροπλάνο. Εδώ στην Βόνη, το παλιό Δημοτικό Σχολείο, οι Γερμανοί το είχαν μετατρέψει σε αποθήκη πυρομαχικών. Και στο Θραψανό είχαν οι Γερμανοί μεγάλες αποθήκες πυρομαχικών. Λένε ότι ο στόχος του βομβαρδισμού ήταν τα πυρομαχικά ή της Βόνης ή του Θραψανού. Το πιο πιθανό ήταν να είχε στόχο το Θραψανό. Όχι όπως λένε μερικοί το αεροδρόμιο του Καστελλίου, αυτό ήταν μακριά. Δεν πιστεύω ότι το Αγγλικό αεροπλάνο ήθελε να βομβαρδίσει το αεροδρόμιο του Καστελλίου και οι βόμβες να έπεσαν στην Βόνη, τόσο μακριά.

Τα εναπομείναντα αδέρφια του Μιχάλη περάσανε την πιο φριχτή περίοδο της ζωής τους μετά την εκτέλεση του αδερφού τους. Γιατί δεν μπορούσαν να κλάψουν, δεν μπορούσαν να φωνάξουν, δεν μπορούσαν να ζήσουν να εκδηλώσουν τον πόνο τους.

Τον κρύψαν μέσα στην ψυχή τους. Κλαίγανε στα σπίτια τους μέσα στα δωμάτια κλεισμένα κλαίγανε τον πόνο τους. Έμπαιναν στις αποθήκες, κλείνανε τις πόρτες και έκλαιγαν. Ο οποίος πόνος κράτησε πολλά χρόνια. Η γιαγιά μου η Παπαδιά από τότε δεν ήθελε να ξαναδεί ανθρώπους, είχε απομονωθεί στον κόσμο της.

Αυτό που έμεινε στην σκέψη των ανθρώπων που γνώριζαν τον Μιχάλη είναι ότι ήταν ένα παλικάρι. Έκανε ότι έκανε χωρίς καμιά ιδιοτέλεια. Δεν σκέφτηκε καθόλου τον εαυτό του.

Ο Μιχάλης ήταν ένας ωραίος άντρας, ο ωραιότερος της Βόνης, γύρω στο 1.85 μέτρα στο ύψος, ήταν ένα παλικάρι που χαιρόσουν να τον βλέπεις, έλεγαν οι πιο παλιοί χωριανοί μας.

Κι ο πατέρας μου όταν γεννήθηκα με έβγαλε κι εμένα Μιχάλη, το όνομα του αδικοσκοτωμένου αδερφού του…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ