
Η λεγόμενη «Χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου» φαντάζει στα μάτια όλων μας, ειδικά των νεότερων, ονειρική, μία ιδανική περίοδος, όπου ο κάθε ηθοποιός είχε την ευκαιρία να αναδειχθεί και να αξιοποιήσει με το καλύτερο τρόπο το ταλέντο του.
«Ήταν αγριευτική», λέει σήμερα ο Γιάννης Βόγλής, ένας ηθοποιός που σίγουρα δε χρειάζεται συστάσεις, που, όπως αναφέρει είναι επιλογή του κάθε ηθοποιού να βάλει κερί στα αυτιά του ή να δεθεί στο κατάρτι και να μην παρασυρθεί από τις Σειρήνες… να μην κάνει εκπτώσεις στη δουλειά του, όπως δεν έκανε κι ο ίδιος.
Ο Γιάννης Βόγλης βρέθηκε στο Ηράκλειο για να πρωταγωνιστήσει και να σκηνοθετήσει το έργο του Ν. Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» που επιλέχθηκε από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης για να τιμήσει τη συμπλήρωση 50 χρόνων από το θάνατο του κορυφαίου Κρήτα λογοτέχνη. Ο καταξιωμένος ηθοποιός μίλησε στον «Π» για την 45χρονη πορεία του στο χώρο, τους στόχους που και σήμερα εξακολουθεί να έχει αλλά και τα όνειρά του για την πραγματοποίηση σημαντικών πραγμάτων στο ελληνικό Θέατρο και αναβάθμιση του θεσμού του ΔΗΠΕΘΕ.
Πώς αντιμετωπίσατε το κείμενο του Καζαντζάκη ως ηθοποιός αλλά και ως σκηνοθέτης;
«Το κείμενο είναι ο οδηγός και η βάση. Θεωρώ ότι είναι πιο τα πιο μεστά και πιο ελληνικά, το υπογραμμίζω αυτό γιατί τα τελευταία χρόνια και η λογοτεχνία έχει επηρεαστεί από την εύκολη, ξένη λογοτεχνία της μικρής φράσης, της ευκολοκατανόητης και της απλοποίησης σε βαθμό που να χάνει τη σημαντικότητά της. Τα τελευταία χρόνια, σπανίως βγαίνει μυθιστόρημα και συνήθως είναι νουβέλες. Τα έργα ή τα βιβλία δεν έχουν τον όγκο και το βάθος που είχε η γενιά του Μεσοπολέμου και η μεταπολεμική αμέσως. Η ελληνική γλώσσα είναι γνωστό ότι είναι από τις πιο πλούσιες και η συρρίκνωση της είναι δυστύχημα και έγκλημα. Αυτό το θεωρώ και το πιστεύω. Από κει και πέρα, ένα κείμενο τόσο μεστό, τόσο πυκνό, τόσο περιεκτικό και με ουσιαστικό, χωρίς περιττές φιοριτούρες, κείμενο είναι ένας πολύ βασικός οδηγός. Η προσέγγιση και του ηθοποιού και του σκηνοθέτη είναι πώς θα βγουν μέσα από το κείμενο ανάγλυφα οι χαρακτήρες, οι συγκρούσεις τους και η δομή των σχέσεων ανάμεσα στους ήρωες. Αυτό που διδάσκω στους νέους ηθοποιούς είναι ότι το θεατρικό λόγο πρέπει να τον εννοούμε, διαφορετικά δεν γίνεται κατανοητός ούτε στο θεατή, ούτε τον ενδιαφέρει και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό διότι, τα τελευταία χρόνια, υπήρχαν διάφορες τάσεις περί ενστίκτου και άλλα, δεν υπάρχει αυτό. Υπάρχει μυαλό, το οποίο ερεθίζει το συναίσθημα και τότε βγαίνει σωστό, δεν μπορεί να υπάρξει Θέατρο χωρίς τη σκέψη γιατί από αυτό που ακούς βγαίνει ο λόγος και ο αντίλογος, δηλαδή ο διάλογος. Είναι κάτι ζωντανό και πρέπει να είναι σα να γίνεται εκείνη τη στιγμή. Επίσης, παρόλο που είναι πεζός ο λόγος του Καζαντζάκη, στον καπετάν Μιχάλη ιδιαίτερα, αν προσέξουμε θα δούμε ότι έχει έναν εσωτερικό ρυθμό πάρα πολύ στέρεο και σχεδόν είναι 15σύλλαβος που σημαίνει ότι έχει καθαρή γνώση του αρχαίου δράματος, από το οποίο έχει δανειστεί τη δραματουργική δομή την οποία ακολούθησε και ως διασκευαστής ο Κωστής Κολώτας και έτσι το έργο έχει δομή αρχαίου δράματος».
Έχετε συγκρίνει τους ήρωες του Καζαντζάκη με πρόσωπα αρχαίας τραγωδίας;
«Βεβαίως, γιατί είναι ήρωες που ξεπερνούν το μέσα ανθρώπινο μέτρο, δεν είναι κοινοί άνθρωποι. Άλλωστε, στο βιβλίο υπάρχουν τα ηθογραφικά στοιχεία του περιβάλλοντος για να φανεί το μέγεθος των ηρώων του συγκριτικά. Εμείς στο θέατρο θα χάναμε πολύ χρόνο για να το δείξουμε αυτό, το περνάμε με νύξεις αλλά, ουσιαστικά, κρατάμε μόνο τους ήρωες και τις συγκρούσεις τους και βλέπουμε ότι οι ήρωες αυτοί ξεπερνάνε το μέσο ανθρώπινο στοιχείο. Για αυτό η πτώση τους είναι το τραγικό στοιχείο κι έτσι έρχεται η κάθαρση και οι δύο θάνατοι και του Νουρήμπεη και του Καπετάν Μιχάλη είναι μέσα από μία κάθαρση».
Πόσο επίκαιρο είναι το έργο;
«Νομίζω ότι τα κλασικά έργα είναι, ακριβώς, διαχρονικά. Σαφώς λέγονται πράγματα, τα οποία αφορούν και το σήμερα και βγαίνουν πιο έντονα τα μηνύματα. Όταν λέγεται ότι για να ησυχάσει η Κρήτη πρέπει όλοι οι Κρητικοί να πάρουν από μια πέτρα και να μολώσουν τη Σούδα γιατί αυτοί ζηλεύουν, είναι εναντίον του κόσμου, το ζούμε σήμερα. Αν μολώσει η Σούδα, που είναι βάση πολεμική, η οποία εκθέτει το νησί ολόκληρο σε ένα συνεχή κίνδυνο, τότε θα γλιτώσει η Κρήτη. Αυτή είναι και σημερινή αλήθεια και όχι μονάχα αυτό. Στις σχέσεις των λαών των Τούρκων με τους Έλληνες που βάζει το Νουρήμπεη με τον Καπετάν Μιχάλη να γίνονται αδελφοκτοί, αυτός είναι ένα συμβολισμός που εννοεί ότι μπορούν οι δύο λαοί να συνυπάρξουν ειρηνικά χωρίς να είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος κατακτητής και μπορούν να συνυπάρξουν γιατί δεν έχουν διαφορές οι λαοί να ξεχωρίσουν, τις τάσεις και τις αντιθέσεις τις δημιουργούν πάντα οι πολιτικές αντιπαραθέσεις».
Έχετε αναπτύξει ιδιαίτερο δέσιμο με το νησί μας, έπειτα από τη σειρά στην οποία πρωταγωνιστούσατε δύο χρόνια -«Της Αγάπης Μαχαιριά;
«Η σχέση μου με το νησί έχει αρχίσει από το ’82, όταν πρωτοαποφάσισα να κάνω τον καπετάν Μιχάλη και πρωτοκατέβηκα στην Κρήτη να μελετήσω την ψυχή, τη συμπεριφορά και τις σκέψεις των Κρητικών. Από τότε έχω γοητευτεί και είμαι φανατικός, σχεδόν αισθάνομαι ότι έχω βρει πατρίδα. Εξάλλου, ο παππούς μου και ο πατέρας ήρθαν πρόσφυγες από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας και εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη. Έτσι, έχω βρει πάρα πολλούς συγγενείς που με ανακαλύπτουν και νιώθω ότι έχω οικογένεια εδώ».
Θεωρείτε πως σήμερα είναι πιο εύκολο να αναδειχθεί ένας νέος ηθοποιός;
«Οι όροι του παιχνιδιού είναι πάντα οι ίδιοι. Τότε ήταν σε μικρότερη κλίμακα σήμερα σε μεγαλύτερη, περισσότερος και σκληρότερος ο ανταγωνισμός. Αυτό που πιστεύω ακράδαντα είναι ότι όταν υπάρχουν νέα παιδιά με ταλέντο και που αγαπούν αυτό που κάνουν, δουλεύουν και προσηλώνονται σε αυτό χωρίς να πολυενδιαφέρονται για την προβολή, το πώς θα φανούν μέσα από αυτή τη δουλειά, τότε προοδεύουν. Το θέμα είναι τι στόχο βάζεις, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τα πανεπιστήμια: βγαίνουν εκατοντάδες επιστήμονες κάθε χρόνο, το θέμα είναι ποιοι προοδεύουν από αυτούς, αυτοί που ουσιαστικά έχουν ερωτική σχέση με τη δουλειά τους και αφοσιώνονται και βελτιώνονται καθημερινά. Το Θέατρο ιδιαίτερα δε σταματά ποτέ, μετά από 45 χρόνια εγώ μαθαίνω ακόμα. Αλίμονο σε αυτόν που θα πει ότι έφτασα και τα ξέρω όλα, τότε έχει τελειώσει, έχει πεθάνει.. επομένως, και τα νέα παιδιά, τα οποία έχουν αυτή τη διάθεση και τη δύναμη να παλέψουν, γιατί είναι μια πάλη αυτή η δουλειά, για να βγουν νικητές στο τέλος, αυτά τα παιδιά στηρίζουμε και αναγνωρίζουμε γιατί μόνο έτσι μπορούν να προωθηθούν, να πατήσουν στα πόδια τους και να αναπτυχθούν. Χρειαζόμαστε νέους ανθρώπους ταλαντούχους».
Είναι εύκολο ένας ηθοποιός να ακολουθήσει μία πορεία χωρίς εκπτώσεις;
«Αυτό είναι θέμα επιλογής δικής του. Οι Σειρήνες υπάρχουν πάντα πολλές γύρω- γύρω, το θέμα είναι αν θα πρέπει να βάλεις το κερί στα αυτιά σου ή να δεθείς στο κατάρτι να τις ακούς χωρίς να σε παρασύρουν και να συνεχίσεις το ταξίδι, το οποίο είναι επίπονο και δύσκολο και μακρύ και Ιθάκη δεν υπάρχει στο τέλος, η μαγεία και ομορφιά είναι το ταξίδι».
Υπάρχουν στιγμές που αναπολείτε περισσότερο από τη δική σας πορεία;
«Όχι, η κάθε στιγμή είναι σημαντική, επιτυχίες και αποτυχίες. Αλίμονο αν ήταν όλα εύκολα, ρομαντικά και ωραία, δεν είναι. Υπάρχουν χαρές, ευτυχισμένες στιγμές, δύσκολες και όλα αυτά αποτελούν μια ζωή και μία πορεία. Αυτό είναι στο τέλος ουσιαστικά το σακί που κουβαλάμε στους ώμους μας ή το αυλάκι που αφήνουμε πίσω μας κι έχουμε χαράξει».
Στα μάτια των θεατών η «Χρυσή Εποχή του Ελληνικού Κινηματογράφου» φαντάζει ονειρική…
Αγριευτική ήταν, τώρα το βλέπει ο κόσμος ρομαντικά, την εποχή που γινόταν υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία, δύσκολος ανταγωνισμός και περισσότερο μια έντονη νοοτροπία, και αυτό είναι το χειρότερο από όλα, των μισών Ελλήνων που δηλώνανε περήφανα ότι δε βλέπανε ελληνικές ταινίες. Το «χρυσό ελληνικό κινηματογράφο» τον ανακάλυψαν με την τηλεόραση, τότε ανακάλυψαν τι είχαν χάσει. Το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι η νέα γενιά, τα νέα παιδιά είναι αυτοί που το παρακολουθούν κι αυτό γιατί τουλάχιστον τότε ο κινηματογράφος είχε μια αγνότητα και μια αλήθεια και ήταν μέσα από την πραγματικότητα μιας ζωής, όπως και ο καλός ιταλικός κινηματογράφος της ίδιας εποχής. Η δεκαετία αυτή έκανε σημαντικά τα πράγματα και όχι οι δημιουργοί, οι οποίοι ζούσαν μέσα σε αυτό κι αυτό εξέφραζαν».
Υπάρχει κάποιος στόχος που δεν έχει ακόμα επιτευχθεί έπειτα από 45 χρόνια πορείας στο χώρο;
«Πάντα υπάρχουν στόχοι, μόλις τελειώσει ο ένας αρχίζει ο άλλος. Δεν είναι μόνο σα ρόλους, σα δημιουργία. Με ενδιαφέρουν πια, γενικότερα στον πολιτισμό, να γίνουν πράγματα που να ανοίξουν καινούργιους δρόμους. Δυστυχώς, έχουμε κουραστεί πολύ, οι θεσμοί θέλουν ανανέωση, αναθεώρηση, να κοιταχτούν με καινούργιο μάτι. Πρέπει να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας, γιατί υπάρχει μια τάση στους Έλληνες να κλείνουν τα τείχη μόνοι τους, με μια εσωστρέφεια. Αυτό πρέπει να ανοίξει, να έχουμε ανταλλαγές με άλλους ευρωπαϊκούς λαούς πια, χωρίς όμως να ενδίδουμε στη δήθεν μεταμοντέρνα αντίληψη, η οποία για μένα είναι ο,τι χειρότερο έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια γιατί ισοπεδώνει την ουσία του πολιτισμού και της τέχνης και με εντυπωσιακά εξωτερικά στοιχεία, χωρίς να μπαίνει στο βάθος της ουσίας. Εδώ είναι ένας κίνδυνος».
Τα ΔΗΠΕΘΕ τι ρόλο μπορούν να παίξουν;
«Τα ΔΗΠΕΘΕ είναι ένας θεσμός, ο οποίος ξεκίνησε πριν 25 χρόνια στην Καλαμάτα, εκεί ήμουν από αυτούς που έβαλαν το χέρι τους στη διαμόρφωση του θεσμού. Σήμερα διαπιστώνουμε ότι ο θεσμός έχει κουραστεί και πάντα κάθε θεσμός μετά από ένα τέταρτο του αιώνα κουράζεται, θέλει αναθεώρηση. Η τάση του κατακερματισμού, το, κάθε πόλη και ΔΗΠΕΘΕ, διαπιστώσαμε ότι είναι λανθασμένη, αφενός δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα να στηριχτούν, με τα λίγα χρήματα γίνονται μιζέρικες δουλειές και αντί να βοηθήσουν στην πολιτιστική ανάπτυξη τη θεατρική πολλές φορές έχουν φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα, παρόλο τις φιλότιμες προσπάθειες. Τώρα, βλέπουμε ότι το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης είναι ένα μοντέλο ανανέωσης του θεσμού που είναι μιας περιφέρειας και όχι μιας πόλης. Το ίδιο πρέπει να γίνει και με τα υπόλοιπα, να μπορέσει να πάρει περισσότερα χρήματα να ενισχυθεί, να πάρει περισσοτέρους και καλύτερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες ούτως ώστε το αποτέλεσμα το καλλιτεχνικό να είναι σημαντικό, να μην είναι ευκαιριακό. Για αυτό και το ΔΗΠΕΘΕΚ επειδή οδηγήθηκε πολύ σωστά από τον Αεράκη σε αυτή την κατεύθυνση καταφέρνει και φέρνει σημαντικούς καλλιτέχνες που σημαίνει μια εγγύηση μιας ποιοτικής δουλειάς υψηλού επιπέδου, κάτι που αναγνωρίζεται και από την υπόλοιπη Ελλάδα. Δεν έχει σημασία αν η σημαία είναι της Κρήτης ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα γιατί χρηματοδοτείται από όλους τους Έλληνες, αυτό συμβαίνει και στην Ευρώπη. Το μεγάλο θετικό βήμα που έκανε ο Αεράκης με το ΔΗΠΕΘΕ ήταν η προσπάθεια του να ενοποιήσει τους νομούς και να συμμετέχουν όλοι».

