Του Ρούσου Μαγαράκη

Πιασμένες «αγκαζέ», προχωρούσαν βήμα βήμα στο φαρδύ πεζοδρόμιο, απολαμβάνοντας τον απογευματινό ήλιο. Δεν τον είχαν προγραμματίσει για σήμερα αυτόν τον περίπατο. Η πρωινή μπόρα, που σα μπουρίνι ξέσπασε ξαφνικά και πλημμύρισαν όλοι οι δρόμοι, δημιούργησε σ΄ αυτές σχετικό πρόβλημα για την έξοδό τους.

Φυσικά, φαινόταν από νωρίς το πρωί, όταν σκέπαζαν βαριά σύννεφα τον ουρανό και μαύριζε ο βοριάς, ότι δε θα αργούσε να ξεκινήσει κάποια βροχούλα.

Αλλά, μόνο βροχούλα που δεν ήταν. Λες και άνοιξαν οι ουρανοί. Αυτός δεν έβρεξε, παρά έτρεξε! Σε λιγότερο από μισή ώρα, το ύψος του νερού ανέβηκε στους είκοσι πόντους. Τα φρεάτια δεν πρόλαβαν να απορροφήσουν τέτοια μεγάλη ποσότητα, με αποτέλεσμα να γεμίσουν οι δρόμοι και να γίνουν αδιάβατοι.

Βέβαια, τώρα τελευταία και συγκεκριμένα μόλις μπήκε το φθινόπωρο, ο καιρός έγινε εντελώς απρόβλεπτος. Εκεί, που τη μια ώρα ο ήλιος καίει και νομίζεις ότι το καλοκαίρι θα κρατήσει πολύ ακόμη, την επόμενη ώρα βρέχει, έτσι χωρίς λόγο. Άλλαξαν και ψεύτηναν φαίνεται όλα! Ακόμη και οι προβλέψεις της Μετεωρολογικής υπηρεσίας πέφτουν έξω! Τρελάθηκε η φύση μαζί με τους ανθρώπους!

Παρά την πρωινή βροχή, η ατμόσφαιρα δεν ήταν κρύα. Ο νοτιάς, που φύσηξε σχεδόν αμέσως, ξέρανε τον αέρα και δεν ένιωθε κανείς καθόλου υγρασία. Τα φύλλα των δέντρων ξεπλυμένα λαμποκοπούσαν, καθώς έπεφταν πάνω τους οι ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου. Τα λουλούδια, ξανανιωμένα και δροσισμένα, μοσχομύριζαν. Ακόμη και τα έντομα ξεθάρρεψαν και βγήκαν από τους κρυψώνες τους. Τα μαυροπούλια, που επιμένουν να παραμένουν κι άλλο εδώ, πετούσαν από τη μια άκρη του ουρανού στην άλλη, σε διάφορους θαυμαστούς σχεδιασμούς, και χαιρετούσαν το Δημιουργό.

Μόλις είδαν τον ήλιο να ξανακάνει την εμφάνισή του, οι δύο αδελφές πήραν την απόφαση να βγουν και σήμερα και να περπατήσουν. Τους άρεσε να σεργιανίζουν και να ανταλλάσσουν κάποιο χαιρετισμό και, γιατί όχι, κάποια κουτσομπολιά με τους γνωστούς που συναντούσαν. Περνούσε η ώρα τους, λέγανε. Ήταν μια διέξοδος γι΄ αυτές, σ΄ αυτή την ηλικία.

Μετά τον απογευματινό τους καφέ, ξεκρέμασαν προσεχτικά από την ντουλάπα τα δυο καλά τους ταγιέρ, διάλεξαν από μια χρωματιστή φθινοπωρινή μπλούζα που να ταιριάζει με το σύνολο και στολίστηκαν. Είχαν σχεδόν το ίδιο σώμα, έτσι, πολλές φορές, δανείζονταν η μια τις μπλούζες της άλλης για ποικιλία και διαφορετικούς συνδυασμούς. Αφού έκαναν και το απαραίτητο κατάλληλο μακιγιάζ, για να κρύψουν κάτι δεκαετίες που όργωναν τις παρειές και τα μέτωπά τους, πήραν τις τσαντούλες τους στο χέρι. Ήταν πια πανέτοιμες για τον σημερινό περίπατο.

-Έφτιαξες τη Μιμή για το βραδινό της; ρώτησε η Κατερίνα την αδελφή της, την Ερασμία, που είχε αναλάβει να περιποιείται και τη γατούλα τους και τη μικρή σκυλίτσα, που είχαν αποκτήσει τελευταία. Εκείνη είχε την έγνοια τους, τα αγαπούσε και τα δυο, ήθελε τη συντροφιά τους, αλλά άλλος τα φρόντιζε.

Από τότε που έμειναν μόνες, μετά το θάνατο της μακαρίτισσας της μητέρας τους, δεν τις χωρούσε το σπίτι. Ένιωθαν πολλή μοναξιά. Κάτι σα να τους έλειπε. Όσο καιρό είχαν μαζί τους τη γριά Πηνελόπη, κι ας ήταν συνέχεια στο κρεβάτι κατάκοιτη, τη φρόντιζαν, κουβέντιαζαν μαζί της, έτσι γέμιζαν οι ώρες τους και δεν καταλάβαιναν πως περνούσε ο καιρός. Όταν όμως την έχασαν, έχασαν και τη σειρά τους. Το καθημερινό τους πρόγραμμα, κάπου, άλλαξε.

-Να πάρετε ένα γατάκι να σας κάνει συντροφιά, τις συμβούλευσε η κυρα – Μαρία, μια καλή γειτόνισσα που ζούσε από κοντά το πρόβλημά τους.

Στην αρχή μέσα τους την αποπήραν. Δεν ξέρει τι λέει η καημένη η κυρα – Μαρία! Τι παρέα μπορεί να κάνει ένα ζωάκι! Και, ύστερα, είναι δυνατόν να βάλουν μέσα στο σπίτι γάτα; Να τρέχει πέρα δώθε και να βρομίζει τον κόσμο; Α! Πα, πα!

Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισαν να συνηθίζουν στην ιδέα. Λες, να ΄χει δίκιο η καλή τους η γειτόνισσα; Δε μπορεί να τους το πρότεινε για πλάκα! Μια μέρα, λοιπόν, ανοίγοντας την πόρτα τους, είδαν με έκπληξη ένα γατάκι, πορτοκαλί με άσπρες βούλες, να κάθεται στην άκρη στο σκαλοπάτι και να κοιτάζει με ύφος παρακλητικό, χωρίς να νιαουρίζει. Το λυπήθηκαν. Θα πεινάει το κακόμοιρο, σκέφτηκαν. Και του έβαλαν σε ένα μικρό γαβαθάκι λίγο γάλα, κλείνοντας αμέσως την πόρτα τους.

Δεν απομακρύνθηκαν, όμως. Στάθηκαν και οι δυο πίσω από το κρύσταλλο της πόρτας και παρατηρούσαν. Το μικρό γατί όρμησε κυριολεκτικά και άρχισε να ρουφάει ασταμάτητα με τη γλώσσα του το γάλα. Σε λίγα λεπτά, το γαβαθάκι άδειασε και το χορτασμένο πια γατάκι σύρθηκε στη γωνία του πλατύσκαλου και κούμιασε, κρύβοντας τα ποδαράκια του κάτω από το σώμα του.

Στο ίδιο ακριβώς σημείο το βρήκαν και την επομένη το πρωί. Του γέμισαν ξανά το γαβαθάκι και πλούτισαν το γάλα με μικρά κομματάκια φρυγανιάς. Τούτη τη φορά, δεν έκλεισαν την πόρτα. Κι εκείνο, άφοβο, λες και τις είχε εμπιστευθεί, επανέλαβε την ίδια κίνηση. Μετά το γεύμα του, ξεθαρρεμένο πια, ανέβηκε το σκαλοπάτι και την άραξε πάνω στο εσωτερικό χαλάκι.

Αυτό ήταν! Από την ημέρα εκείνη δεν το αποχωρίστηκαν. Στο φωταγωγό, του ετοίμασαν το διαμέρισμά του. Του έφτιαξαν μια κούτα με μικρά κουρελάκια για να κοιμάται, του έβαλαν σε ένα βαθύ δίσκο άμμο θαλάσσης για τουαλέτα και του βρήκαν ακόμη ένα ανάβαθο πιατάκι, ώστε μαζί με το γαβαθάκι να έχει πλήρες σερβίτσιο. Έτσι, έγιναν αχώριστοι φίλοι το γατάκι και οι δυο αδελφές. Δε μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους πια χωρίς το χαριτωμένο ζωάκι, που όσο μεγάλωνε γινόταν και πιο όμορφο και πιο παιχνιδιάρικο. Το αγάπησαν σα μέλος της οικογένειας. Ο νους και ο λογισμός και των δύο ήταν η φροντίδα του.

Μόλις μεγάλωσε λίγο, σκέφτηκαν να του δώσουν ένα όνομα. Τι όνομα, όμως, να έδιναν, αφού δε γνώριζαν αν ήταν αρσενικό ή θηλυκό; Και σε ποιον να έλεγαν το πρόβλημά τους, που αφενός να μην τις κοροϊδέψει αφετέρου να ξέρει από τέτοια; Το μυαλό τους πήγε κατευθείαν στην κυρα – Μαρία, που τις είχε συμβουλέψει και για το γατάκι και που ήταν έμπιστος άνθρωπος, δικός τους.

-Και βέβαια θηλυκό είναι, «απεφάνθη ο ειδήμων»!

-Ε, τότε θα το πούμε Μιμή, είπε η Κατερίνα και προφανώς συμφώνησε, χωρίς αντίρρηση, και η Ερασμία. Μπορούσε να κάνει και αλλιώς;

Από τότε, η Μιμή ήταν το παν γι΄ αυτές. Άλλαξε πραγματικά η ατμόσφαιρα του σπιτιού τους. Απέκτησε νόημα και σκοπό η ζωή τους. Ξανά, όλα μπήκαν σε ένα πρόγραμμα.

Μετά την ενημέρωση της Κατερίνας από την Ερασμία ότι όλα «έβαιναν καλώς» σχετικά με τη Μιμή, ξεκίνησαν τον περίπατό τους. Η πορεία ήταν πάντα σχεδόν η ίδια. Έβγαιναν από το στενό τους και έπιαναν το φαρδύ δρόμο, περνούσαν από τη μικρή πλατεία με τα σιντριβάνια και κατέληγαν στον κήπο με τα πολλά ζαχαροπλαστεία και τις καφετέριες, γύρω από αυτόν.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, όλο και κάποιους γνωστούς συναντούσαν και αντάλλασσαν τους σχετικούς χαιρετισμούς και τις επίκαιρες ειδήσεις ή τα τοπικά νέα.

-Ξεθαρρέψατε και σήμερα, δεσποινίς Κατερίνα, και βγήκατε! Καλά το κάνατε! τους είπε με πολλή συμπάθεια η κυρα – Βασιλική, που τις είδε από το απέναντι πεζοδρόμιο.

Το «δεσποινίς», έτσι την αποκαλούσαν πάντα, ήταν απαίτηση της ίδιας της Κατερίνας. Αφού δεν είχαν παντρευτεί, ούτε είχαν γνωρίσει άντρα στη ζωή τους, γιατί να τις φωνάζουν κυρίες; Δεσποινίδες θα είναι μέχρι να αναπνέουν!

-Καλησπερίζω τις κομψές δεσποινίδες. Τι κάνει η Μιμή; ρώτησε ευγενικά ο κυρ – Θοδωρής, ο υφασματοπώλης, καθώς περνούσαν εκείνες μπροστά από το κατάστημά του. Τακτικότατα, ψώνιζαν από κει και ήταν από τις καλές του πελάτισσες. Φυσικά, γνώριζε και για τη Μιμή και για πολλά άλλα ο κυρ – Θοδωρής.

-Μια που περνούμε από τη Βαγγελιώ, δεν παίρνουμε και λίγο φρέσκο καφέ; Δεν έχει πολύ από τον προχθεσινό το καφεδοκούτι! πρότεινε η Ερασμία στην αδελφή της. Μπορεί, στο γυρισμό μας να έχει κλείσει το καφεκοπτείο!

-Καλώς τις! Ελάτε! Περάστε! τις καλωσόρισε εκείνη και προθυμοποιήθηκε να τις κεράσει σοκολατάκια, που τα είχε πρόχειρα πάνω στον πάγκο. Είναι για τα γενέθλια της μικρής μου, συνέχισε. Πώς πάει η παρέα σας; ρώτησε και εννοούσε προφανώς, τι άλλο, τη Μιμή.

Αυτή η Μιμή είχε γίνει πια θρύλος σε όλη τη γειτονιά αλλά και στο εγγύς περιβάλλον. Όχι, πως ενδιέφερε τον κόσμο η υγεία και η ανατροφή του γλυκύτατου γατιού. Αλλά, γνώριζαν όλοι, ότι άρεσε πολύ στις δυο αδελφές να ρωτάνε για το ζωάκι τους. Και, για να μη χαλάσουν τη ζαχαρένια τους από τη μια και να μην τις χάσουν από πελάτισσες από την άλλη, ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν, όταν τις συναντούσαν, παίζοντας και λίγο θέατρο!

Σε όλους, βέβαια, απαντούσαν με ευγένεια και σοβαρότητα, γι΄ αυτό το θέμα. Ό,τι ξεχνούσε η Κατερίνα το συμπλήρωνε η Ερασμία. Έτσι, ενημερώνονταν τακτικότατα όλοι οι γνωστοί τους. Αυτό είναι το καλό στις μικρές πόλεις, έλεγε και ξανάλεγε η Κατερίνα. Στο δρόμο οι άνθρωποι καλημερίζονται ακόμη και ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλο. Ανταλλάσσουν και καμιά κουβέντα! Δεν προχωρούνε βιαστικοί, βουβοί και αμίλητοι σα ρομπότ!

Δεν είχαν φτάσει ακόμη στην πλατεία με τα σιντριβάνια, όταν πέρασε από δίπλα τους ο απρόσεχτος νεαρός με το Ι. Χ. του. Οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να το αντιληφθεί, πάτησε τη λακκούβα του δρόμου με τα βρόχινα νερά. Σαν ομπρέλα τινάχτηκαν τα λασπόνερα τριγύρω και έλουσαν το πεζοδρόμιο, μαζί και τις δυο αδελφές!!

Τα φρεσκοσιδερωμένα και πεντακάθαρα ταγιεράκια τους έγιναν ολοπιτσίλιστα! Ξίνισαν και αναψοκοκκίνησαν δικαιολογημένα οι δυο δεσποινίδες, που δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν και να προφυλαχθούν.

-Πρόσεχε και λιγάκι, παιδί μου, τόλμησαν και φώναξαν. Ωστόσο, εκείνος είχε απομακρυνθεί και δεν άκουσε τίποτα.

Με χαρτομαντιλάκια, που πάντα έπαιρναν μαζί τους σαν απαραίτητο περιεχόμενο στις τσάντες τους, σκούπισαν τις πιτσιλιές. Προσπάθησαν να τις καθαρίσουν, αλλά οι στάμπες είχαν μείνει πάνω στο ύφασμα, το είχαν ποτίσει και δεν έβγαιναν με τίποτα. Αλληλοκοιτάχτηκαν και χωρίς να μιλήσουν πήραν την απόφασή τους. Ξαναγύρισαν στο σπίτι.

Ο σημερινός περίπατος δεν ολοκληρώθηκε! Πού να πάνε με τέτοια χάλια, σκέφτηκαν. Τι θα πει ο κόσμος, που θα τις δει έτσι, χωρίς να ξέρει την αιτία του κακού; Βέβαια, δεν έφταιγε μόνο ο απρόσεχτος νεαρός για το συμβάν. Ευθύνη μεγάλη είχε και ο Δήμος, που δε φρόντισε εγκαίρως να επισκευάσει τις λακκούβες του δρόμου!