Της Ειρήνης Ταχατάκη

α) Η δράση του ηρωικού Ανυφαντή του Βυζαριανού (από το Βυζαρι) και

β) Οι πολέμαρχοι Κων/νος Λεράτος και Φραγκιός από τα Βορίζα Καινουρίου


MEΡΟΣ 4ο

α) Ανυφαντής ο Βυζαριανός

Τη μνήμη και τα ηρωικά κατορθώματα του Ανυφαντή Βυζαριανού διέσωσε ο Μιχ. Λέκκας ή Λεκκομιχελής από το Φουρφουρά που πέθανε στη Μαθουσάλειο ηλικία των 127 ετών.

Ο ήρωας δεν ανεχόταν τις βδελυρότητες των Αμπαδιωτών Τούρκων που σκότωναν ακόμα και αλλόθρησκους και μέλη της οικογένειάς τους. Εκπατρίστηκε στη Γαλλία τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Κατετάγη σαν εθελοντής στον αγγλικό στρατό και όταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου τον ακολούθησε και διακρίθηκε σε πολλές μάχες, μετά αποβιβάστηκε στην Κρήτη με πολεμικές γνώσεις και πείρα. Κάποια μέρα εμφανίστηκε ξαφνικά στους δικούς τους και γνωστούς στο χωριό Βυζάρι με πλήρη πολεμική στολή. Εκεί έμαθε τις νέες βδελυρές πράξεις των Αμπαδιωτών και την ερήμωση που είχαν δημιουργήσει. Οι παλιές αρχοντικές οικογένειες του Βυζαρίου είχαν σχεδόν εξοντωθεί. Οι Βλαστοί, οι Βαρούχοι, οι Σιλιγάρδοι, οι Δετοράκηδες, οι Σαουγάτσοι, οι Σιγανοι.

Οι επαύλες τους ήταν κατερειπωμένες γιατί εγκατέλειπαν τον τόπο τους, άλλοι λόγω των δεινών και άλλοι γιατί κατακρεουργήθηκαν από τους Τούρκους. Πήγε λοιπόν ο Ανυφαντής στο πατρικό του σπίτι και ορκίηστηκε όρκο βαρύ και μεγάλο. Κατέφυγε μετά στα γνωστά του από τα παιδικά του χρόνια όρη και δημιούργησε αρματολικό σώμα και άρχισε τις επιθέσεις κατά των αιμοσταγών τυράννων που καταλήφθηκαν από δέος ανέκφραστο, διότι ο τρομερός εκδικητής εμφανιζόταν εκεί που δεν περίμεναν και σκορπουσε το θάνατο. Οι αγριότεροι Αμπαδιώτες πλήρωσαν με την κεφαλή τους τα φοβερά τους κακουργήματα. Οι Χριστιανοί πήραν θάρρος και άρχισαν να αναπτύσσουν θαρραλέα αντίσταση. Οι Αγάδες του Ρεθύμνου μα και της άλλης Κρήτης τον θεωρούσαν πια σα μυθικό Δράκο. Από το κρησφύγετο του Ψηλορείτη έκανε με τους θαρραλέους οπαδούς του γενναίες επιδρομές κατά των εχθρών. Μια απρονοησία του όμως και παράτολμη πράξη του στοίχισε τη ζωή.

Ηταν νύχτα του Πάσχα. Ο Ανυφαντής με σιγανές κώδωνοκρουσίες καλούσε τους κατοίκους στη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Παγωμένος άνεμος ερχόταν από το χιονισμένο Ψηλορείτη και φυσούσε τις κορφές των δασών του Αμαρίου. Οι κάτοικοι όμως άρχισαν να σιγοφτάνουν στο ναό. Η ψυχή του ήρωα ζητούσε τη γαλήνη ύστερα από τους αγώνες χρόνων ολόκληρων. Κανείς εχθρός δεν υποπτεύτηκε την εκεί παρουσία του.

Πάνοπλος λοιπόν εμφανίστηκε στη μέση των συγχωριανών του χωρίς οπαδούς. Και όλοι με φωνές έκπληξης και χαράς τον υποδέχτηκαν. Εκείνος ευθυτενής και σοβαρός προχώρησε προς την Ωραία Πύλη και γονάτισε στο πέτρινο σκαλοπάτι. Ο σεβάσμιος ιερέας με δάκρυα ευλόγησε το άξιο τεκνο της πατρίδας και της εκκλησίας.

Ξαφνικά και ενώ εψάλλοντο τα αναστάσιμα μελωδικά τροπάρια, ένας πυροβολισμός ακούστηκε και μετά δεύτερος και τρίτος με βλασφημιές και απειλές. Ολοι τρομαγμένοι κοίταζαν τον γενναίο αρματολό που αμέσως από τον πρώτο πυροβολισμό εννόησε το θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε μόνος του μεταξύ άοπλων και κατάλαβε ότι μεσολάβησε προδοσία. Ηταν όμως όχι μόνο αδύνατον να φύγει αλλά και ανάρμοστο για τη γνωστή γενναιοψυχία του. Φώναξε όμως προστατευτικά με θάρρος στους ομοχώριούς του. “Παιδά από σας κανείς σας δεν μπορεί να με υπερασπιστεί. Φύγετε και σώσετε τις οικογένειές σας. Ψυχή να μη μείνει εδώ... ακούτε..;”.

Ολοι τότε όρμησαν έξω ενώ οι πυροβολισμοί δονούσαν τα παλιά παράθυρα του ναού και φωνές πόνου ακολούθησαν...

Ο Λεκκομιχελής λοιπόν διηγείται πως ήταν απερίγραπτες εκείνες οι στιγμές. Εξήντα (60) θηριώδεις Αμπαδιώτες με λύσσα για εκδίκηση, πολιορκούσαν τον μικρό ναό της Παναγίας και πυροβολούσαν ομαδικά.

Εκαναν εξορμήσεις μα στη συνέχεια οπισθοδρομούσαν μ’ ένα ή δύο λιγότερους. Ο ήλιος προχωρούσε στο μεσουράνημα και ο αγώνας συνεχιζόταν. Επτά εχθροί είχαν πέσει γύρω από το ναό δίχως τους Χριστιανούς που έπεσαν κατά τη νυχτερινή από το ναό εξόρμηση.

Η άμυνα πια ήταν αδύνατη διότι ο ήρωας άυπνος, αποκαμωμένος, δίχως εφόδια, θα έπεφτε στα χέρια των εχθρών εντος ολίγου. Κι όταν μανιώδης με τα μαχαίρα ετόλμησε να βγει, αλαλαγμός φρκτός ακούστηκε και όλοι οι εχθροί έπεσαν πάνω του με πυροβολισμούς και μαχαίρια. Ετσι ο ήρωας έπεσε καταπονημένος από πολλά βόλια... Και πριν ξεψυχήσει οι καννίβαλοι εκείνοι έσχισαν τα ευρέα στήθη του και ξερίζωσαν την πάλλουσα ακόμη καρδιά του, το σώμα του το τεμάχισαν και το άφησαν να γίνει βορρά στα σκυλιά και τα όρνια και τούτο ήταν το ηρωικό τέλος του γενναίου Ανυφαντή του Βυζαριανού.

β) Οι πολέμαρχοι Κωνσταντίνος Λεράτος και Φραγκιός από τα Βορίζα Καινουργίου

Από το 1815 έως το 1820 οι δύο ήρωες ζούσαν κλέφτικη ζωή στον Ψηλορείτη. Κατάγονταν από τα Βορίζα Καινουρίου.

Ο μέν Λεράτος μοναδικός στην τόλμη και ανδρεία, έχαιρε μεγάλου σεβασμού όχι μόνο από τους ομόθρησκούς του, αλλά και από πολλούς αγάδες της Μεσαράς. Ο δε Φραγκιός ωραίος και γενναίος άνδρας, καθόταν σαν καρφί στα μάτια των Αμπαδιωτών της Μεσαράς μα και άλλων εσπέχηδων γενίτσαρων. Τότε ζούσε ο αχαλίνωτος και επιβόητος Δερβίς Αγάς ο Αμπαδιώτης που δεν άφηνε απείραχτο εύπορο Χριστιανό, ή όμορφη Χριστιανή η νέα.

Κάποια μέρα σε ενέδρα, επιτέθη κατά του Φραγκιού και του έκοψε σχεδόν το λαιμό. Νομίζοντας ότι τον θανάτωσε, έφυγε ξένοιαστος. Αλλά ο Φραγκιός που ο λάρυγγάς του δεν είχε βλάβη, κατάφερε στάζοντας το αίμα, να συρθεί τη νύχτα και να πάει σε κάποιο εμπειρικο χειρουργείο που τον θεράπευσε εντελώς σε κάμποσο καιρό. Μετά, γεμάτος μίσος κατά του δολόφονου, βγήκε στα βουνά και συνεταιρίστηκε με τον Λεράτο και έκαναν μαζί εφόδους κατά του εχθρού είτε μόνοι, είτε με ηρωικούς συντοπίτες τους και Ανωγειανούς. Ορμούσαν από τα πλάγια του Ψηλορείτη και έκαναν στους αγάδες τρομερή εκδίκηση. Σκοπός τους ήταν να πετύχουν τον Δερβίς Αγά που του έστελναν χαιρετισμούς και τον καλούσαν στα ειδυλλιακά κρησφύγετα του Ψηλορείτη για να τον ... φιλοξενήσουν. Και ω του θαύματος, μια μέρα το θήραμά τους βρέθηκε στα χέρια τους.

Ο θρασύς και ακόλαστος Δερβίς Αγάς είχε μάθει πως στ’ Ανώγεια υπήρχε μια ωραιότατη κόρη, θυγατέρα του Γεωργ. Σκουλά ιερέα από τους πρώτους του τόπου.

Τόλμησε λοιπόν να την κλέψει σαν άλλος Πάρης, αλλά δίχως καράβια, μόνο με πορεία μεγάλη πάνω από τα ψηλά βουνά. Οι δύο του φίλοι όμως Λεράτος και Φραγκιός μάθανε τις προθέσεις του για απαγωγή της κόρης και του έφραξαν τον δρόμο. Ετσι ο ερωτύλος Αγάς, ρεμβάζοντας, τραγουδούσε ερωτικούς στίχους και περνούσε κατά “τις Σκάλες” του Αμιρά τα πολυδαίδαλα περάσματα και τις ατραπούς του όρους. Κι αφού οι δύο φίλοι συνεννοήθηκαν ο μεν Λεράτος έπιασε μπροστά τη θέση “πουσούνι”, ο δε Φραγκιός τοποθετήθηκε στη θέση “Σταυρός” και έτσι έβαλαν στη μέση τον οδοιπόρο, με τρόπο που ήταν αδύνατον να διαφύγει ακόμη κι αν γινόταν υψιπέτης αετός.

Μόλις λοιπόν ο Φραγκιός άκουσε το ποδοβολητό του αλόγου, σηκώθηκε αμέσως και παρατηρούσε τον τόπο. Είδε τον Δερβίς αγά να προχωρεί προς το μέρος που είχε την ενέδρα ο Λεράτος. Δόθηκε σύνθημα, αναπήδησε ο Λεράτος από τη θέση “Λεκάνη της Μηλιάς” πάνω από μια πηγή που έτρεχε και βρέθηκε μπροστά στον αναμενόμενο οδοιπόρο ενώ από τα πίσω πλησίαζε και ο Φραγκιός. Αρχισε λοιπόν μεταξύ των αντιπάλων ένας ομηρικός διάλογος που μας διέσωσε το δημοτικό τραγούδι.

“Πέζεψε δα Δερβίς αγά για να λογαριαστούμε

κι ήρθε η ώρα η καλή που δα ξεχωριστούμε.

Ηκουσα ‘γω Δερβίς αγά πως δε σε πιάνει μπάλα

και θέλω να σου παίξω μια εις τη ζερβη κουτάλα.

- Αυτά τα λόγια Κωνσταντή τα’ λεγα γω στη Χώρα

ποιον άντρα μπάλα δεν περνά ετούτηνέ την ώρα.

Μη τα πιστεύεις Κωνσταντή τα λόγια των ανθρώπω

μα σένα η μπάλα σου περνά σε τουτονέ τον τόπο...”.

Ετσι άρχισε μια μονομαχία μεταξύ Λεράτου και Δερβίς αγά ενώ ο Φραγκιός ερχόταν οπισθοφυλακή. Ο Γενίτσαρος ήταν ικανότατος και ευστροφότατος πολεμιστής. Μα και ο Λεράτος που είχε ανατραφεί με άξιους πολεμιστές του τόπου του, αλλά και με Ανωγειανούς και Σφακιανούς, δεν ήταν καθόλου κατώτερος και υπερτερούσε σε θάρρος και δύναμη. Μετά τους πρώτους πυροβολισμούς λοιπόν, ο Λεράτος πετυχαίνει τον γενίτσαρο στο στήθος μα χωρίς το τραύμα να είναι καίριο. Ετσι, μ’ ένα πήδημα πιάνει ένα βράχο σαν οχυρό κι άρχισε να σφαιροβολεί τον αντίπαλο, μάταια όμως. Οταν λοιπόν εξαντλήθηκαν οι σφαίρες του Δερβίς αγά, έβγαλε από τη βούργια του τα “εξάρια” δηλαδή νομίσματα χρυσά που κρατούσε για να φιλοδωρήσει τη νύφη μετά την απαγωγή. Αυτά λοιπόν ο Δερβίς Αγάς με μεγάλη επιδεξιότητα τα δάγκωνε και τα συνέθλιβε σαν σφαίρες. Τα έβαζε στο όπλο και πυροβολούσε μα πάλι δίχως αποτέλεσμα. Στο τέλος ο Δερβίς Αγάς αποκαμωμένος, ρίχνει μακριά το όπλο και τρέπεται σε φυγή. Τρυπώνει σε μια χαράδρα. Τότε ο Λεράτος ρίχνει από πάνω του πολλά αναμμένα κλαδιά και τον επυρπόλησε.

Ετσι τον έπνιξε στους καπνούς, και γλίτωσε η επαρχία Αμαρίου από τον φοβερό κακούργο.

Ετσι πέρασαν οι δύο Βοριζανοί φίλοι και ηρωικοί αγωνιστές τη ζωή τους, μαχόμενοι γενναία κατά του αδίστακτου κατακτητή. Το τέλος τους όμως δυστυχώς δεν διασώθηκε σε κάποιο άσμα ή σε κάποια παράδοση.

Πηγές: Ιστορία Κρήτης

Βασ. Ψιλάκη

κ.α. μαρτυρίες

Στο επόμενο 5ο και τελευταίο μέρος με αναφορές για τους πολεμάρχους της Κρήτης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, θα αναφέρουμε τη δράση του ηρωικού Εμμανουήλ Αναγνώστη Λόγιου.

Η χορεία των ηρωικών αγωνιστών επί Τουρκοκρατίας είναι απέραντη κι εμείς μόνο λίγα δείγματα παραθέσαμε ενδεικτικά του ηρωισμού τους στις πέντε συνέχειες των δημοσιεύματών μας.