Της Σοφίας Τσεντελιέρου

Η έγκαιρη διάγνωση αναπτυξιακών και μαθησιακών προβλημάτων στα βρέφη και τα νήπια, σηματοδοτεί και την επιτυχή αντιμετώπισή τους. Γονείς και εκπαιδευτικοί μπορεί να μην εντοπίζουν κανένα πρόβλημα στο παιδί και έτσι να χάνεται πολύτιμος χρόνος, αφού αν υπάρξει παρέμβαση μετά από αρκετά χρόνια μπορεί να είναι ήδη αργά.

Με αυτά τα δεδομένα διεξάγεται από το Μάρτιο του 2006 και θα ολοκληρωθεί τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, πανελλήνια έρευνα πρόληψης αναπτυξιακών και μαθησιακών προβλημάτων, στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής και πρόνοιας του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΕΕΚ) και διοργανώνεται από τα Τμήματα Προσχολικής Αγωγής, Εκφρασης και Δημιουργίας των δημοσίων ΙΕΚ σε συνεργασία με το Κέντρο Αναπτυξιακής Παιδιατρικής “Α. Φωκάς” του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) ενώ τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Η έρευνα γίνεται σε βρέφη (από ενός μηνός) και σε νήπια (μέχρι τεσσάρων ετών), τα οποία δεν έχουν εμφανίσει κανένα ορατό πρόβλημα. Μέχρι στιγμής έχουν συμμετάσχει είκοσι έξι δήμοι απ’ όλη τη χώρα και έχει γίνει το ανιχνευτικό αναπτυξιακό τεστ DENVER II από εξειδικευμένο προσωπικό σε 8.227 παιδιά. Το τεστ βασίζεται σε συνέντευξη του γονέα και του ίδιου του παιδιού, καθώς και στην παρατήρηση των δεξιοτήτων βρεφών και παιδιών.

Το Σαββατοκύριακο η έρευνα διεξήχθη και στο Ηράκλειο με τη συμμετοχή αρκετών παιδιών, καθώς το ενδιαφέρον των γονιών ήταν μεγάλο. Η έρευνα έγινε σε αίθουσες του Πιτσουλάκειου, που παραχώρησε η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης γι’ αυτό το σκοπό.



Ο στόχος της έρευνας



Στόχος της έρευνας είναι η πρώιμη αναγνώριση βρεφών (από ενός μηνός) και παιδιών προσχολικής ηλικίας (έως 4 χρονών) που είναι υποψήφια για να εμφανίσουν ένα πρόβλημα, πριν όμως το εμφανίσουν.

Έτσι, οι γονείς έχουν τη δυνατότητα ν’ αναγνωρίσουν και ν’ αντιμετωπίσουν έγκαιρα μαθησιακά και αναπτυξιακά προβλήματα, αφού η ανίχνευση και διάγνωση των προβλημάτων στην προσχολική ηλικία δίνει τη δυνατότητα της πρώιμης παρέμβασης.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, διάγνωση πριν το σχολείο σημαίνει: δυνατότητες παρέμβασης και αποκατάστασης του προβλήματος σε σημαντικό βαθμό, διότι σ’ αυτή την ηλικία ο παιδικός εγκέφαλος χαρακτηρίζεται από μεγάλη «πλαστικότητα». Αυτό καθιστά τον εγκέφαλο στην προσχολική ηλικία ικανό να αλλάζει κάποιες λάθος κωδικοποιημένες καταγραφές πριν αυτές αυτοματοποιηθούν.

«Ο σκοπός της έρευνας είναι καθαρά προληπτικός» λέει η υπεύθυνη της έρευνας για το Ηράκλειο, νοσηλεύτρια msc Ουρανία Πεδιαδιτάκη, η οποία προσθέτει «Δουλεύουμε στο Κέντρο Αναπτυξιακής Παιδιατρικής. Επειδή εκεί έχουμε παιδιά με προβλήματα, καταλάβαμε τη μεγάλη σημασία της πρόληψης. Ο παιδικός εγκέφαλος μέχρι έξι ετών έχει πολύ μεγάλη πλαστικότητα, οπότε μπορούμε να παρέμβουμε για να διορθώσουμε λάθος καταγραφές. Το συγκεκριμένο τεστ χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στο πλαίσιο της Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης και ελέγχει τέσσερις τομείς δεξιοτήτων. Αν ανακαλύψουμε κάποια καθυστέρηση στην εξέλιξη λόγου, κάποιο πρόβλημα υποτονίας, υπερκινητικότητας, μπορούμε πραγματικά να παρέμβουμε έγκαιρα και να τα διορθώσουμε, έτσι βοηθάμε στην καλύτερη εξέλιξη των παιδιών». Όπως λέει η ίδια, τα τεστ είναι ανιχνευτικά και είναι πολύ χρήσιμο να γίνονται στα παιδιά, αφού οι γονείς και γενικά το συγγενικό περιβάλλον μπορεί να μη διακρίνουν κάποιο πρόβλημα, να θεωρούν φυσιολογική την εξέλιξη του παιδιού ή και να θεωρούν ότι είναι θέμα χρόνου η βελτίωση της εικόνας του και δίνουν πολλές φορές πολύ περισσότερο χρόνο απ’ αυτόν που λογικά θα έπρεπε να περιμένει κάποιος, με αποτέλεσμα να χάνονται ευκαιρίες που μπορούν να κατακτηθούν δεξιότητες. «Γιατί υπάρχουν συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια που ο εγκέφαλος μπορεί να κατακτήσει δεξιότητες. Για παράδειγμα, μετά τα 5 χρόνια είναι δύσκολο να εξελιχθεί η ομιλία. Αν περιμένουμε μέχρι τα 5 χρόνια για να μιλήσει κάποιο παιδάκι, έχουμε χάσει πολλά πράγματα» καταλήγει η κυρία Πεδιαδιτάκη.



Αναγκαία η έγκαιρη αναγνώριση αναπτυξιακών διαταραχών



Η υπεύθυνη συντονισμού της πανελλαδικής έρευνας, γιατρός Ελένη Δουλιανάκη αναφέρει ότι το τεστ που γίνεται αποτελεί έναν προληπτικό έλεγχο στους τέσσερις τομείς της Ψυχοκινητικής Ανάπτυξης του παιδιού, οι οποίοι είναι η κοινωνική συμπεριφορά και αυτοεξυπηρέτηση, η λεπτή κινητικότητα, η αδρή κινητικότητα και η ομιλία.

Συγκεκριμένα, ελέγχονται οι αναπτυξιακοί σταθμοί, σύμφωνα με τη χρονολογική ηλικία του κάθε παιδιού και εντοπίζεται τι έχει κατακτήσει ο εγκέφαλος και τι θα κατακτήσει. «Όλο αυτό το κομμάτι το αναπτυξιολογικό σχετίζεται άμεσα στη συνέχεια με το τι θα παρουσιάσουν τα παιδιά ως μαθησιακή επίδοση» λέει η κυρία Δουλιανάκη και συνεχίζει «Τα μαθησιακά προβλήματα ή θέματα είναι ένα υποσύνολο όλων αυτών των αναπτυξιακών προβλημάτων, που στην προσχολική ηλικία πιθανώς να περνούν απαρατήρητα, όμως μ’ αυτό το τεστ φαίνονται και είναι σημαντικό να τα εντοπίσουμε έγκαιρα, γιατί η έγκαιρη διάγνωσή τους, σηματοδοτεί και την έγκαιρη αποκατάσταση ή διόρθωση του προβλήματος. Ανάλογα με το πρόβλημα, άλλα προβλήματα διορθώνονται στο 100%, άλλα απλώς βελτιώνονται. Αργότερα όμως δύο τρία χρόνια μετά, δεν επιδέχεται ο εγκέφαλος καμία αλλαγή, γιατί αυτές οι κωδικοποιήσεις έχουν αυτοματοποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι οι εγκεφαλικές δομές, δηλαδή οι νευρικές συνάψεις στον εγκέφαλο τώρα αλλάζουν. Αυτό λέγεται πλαστικότητα του εγκεφάλου στην προσχολική ηλικία. Στη συνέχεια σε δύο τρία χρόνια, δεν αλλάζουν οι δομές, γιατί έχουν αυτοματοποιηθεί. Αυτό το έγκαιρο της παρέμβασης είναι που μας κάνει να κάνουμε τον έλεγχο της πρόληψης στη βρεφική και την προσχολική ηλικία ακόμη περισσότερο στη βρεφική ηλικία είναι σημαντικό, γιατί εκεί και η μέρα μετράει».

Η κυρία Δουλιανάκη υπογραμμίζει ότι οι αναπτυξιακές διαταραχές μπορεί να είναι κάτι πολύ απλό, όμως μπορεί να είναι και κάτι σύνθετο. Έτσι, η έγκαιρη αναγνώρισή τους έχει πολύ μεγάλη σημασία στο πόσο θ’ αποκατασταθεί το πρόβλημα, είτε είναι διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, είτε είναι άλλη μαθησιακή δυσκολία, είτε μια διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή ή ακόμη και τα πιο απλά προβλήματα λόγου, τραυλισμού, διαταραχής προφορικού λόγου, που «ενώ πριν 20 χρόνια, όταν δεν υπήρχε σωστή παρέμβαση, έμεναν, τώρα μπορούν να εξαλειφθούν και ν’ αποκατασταθούν πλήρως».

Όταν ολοκληρωθεί η έρευνα και γίνει στατιστική ανάλυση όλων των δεδομένων θ’ ανακοινωθούν τ’ αποτελέσματα τον προσεχή Οκτώβριο. Ουσιαστικά θα προκύψει ένας πίνακας και όπως λέει η κυρία Δουλιανάκη «όλοι οι φορείς που σχετίζονται με τις παροχές υγείας του παιδιού, θα τον έχουν σαν οδηγό σημείο για να γνωρίζουν τι πρέπει να κάνει το παιδί σε κάθε ηλικία. Είναι σημαντικό γιατί όλοι οι φορείς υγείας-παιδείας θα ξέρουν στη συγκεκριμένη ηλικία ποιες είναι οι δεξιότητες που περιμένουμε. Αυτό θα είναι ένα εργαλείο ώστε να έχει κανείς ένα οδηγό σημείο του πού θα πρέπει να κινηθεί». Η ίδια τονίζει ότι δεν πρόκειται για μια μελέτη που προσπαθεί να δει ποια παιδιά έχουν μαθησιακά προβλήματα ή αναπτυξιακά προβλήματα. Είναι έρευνα που γίνεται μόνο σε παιδιά που δεν έχουν παρουσιάσει κανένα πρόβλημα, με στόχο την ανίχνευση όταν δεν τα βλέπει κανείς. Αυτό είναι που κερδίζει ο γονέας, να βρεθεί μέσα από μια εξειδικευμένη αναπτυξιολογική εκτίμηση αυτό που δε φαίνεται με γυμνό μάτι στον ίδιο ή στο νηπιαγωγό.

Σχετικά μ’ αυτό, η παιδίατρος Λίνα Αλεξάκη ανέφερε χαρακτηριστικά ότι για τους παιδίατρους είναι ό,τι πιο στρεσογόνο η ψυχοκινητική εξέλιξη των παιδιών και συγκεκριμένα είπε «Είναι κάτι μη μετρήσιμο με διάφορες εξετάσεις και δεν έχουμε απόλυτες τιμές. Γι’ αυτό μας είναι απόλυτα αναγκαία η αναπτυξιακή μελέτη από ειδικούς. Αυτό είναι το μέγιστο πρόβλημά μας, γιατί δε μπορείς με μια απλή εξέταση να εντοπίσεις το πρόβλημα. Είναι καθαρά θέμα αναπτυξιολόγου και μας είναι πολύ χρήσιμη η μελέτη».



Ο ρόλος των γονιών



Οι ειδικοί μέσα από την έρευνα θα μπορέσουν επίσης να ευαισθητοποιήσουν και να συμβουλεύσουν τους γονείς για το τι πρέπει να κάνουν. Η κυρία Δουλιανάκη υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα οι μητέρες δεν αφήνουν τα παιδιά τους να αυτοεξυπηρετηθούν (να ντυθούν, να φάνε, να πλύνουν τα δόντια τους κ.ά.). Χωρίς να το γνωρίζουν, μέσα απ’ αυτές τις διαδικασίες δεν αφήνουν τον εγκέφαλο του παιδιού να ωριμάσει. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σημαντικό οι ειδικοί να καθοδηγήσουν και να συμβουλεύσουν τους γονείς.

Ωστόσο, πέρα από τα προβλήματα που εντοπίζονται σε παιδιά, από την έρευνα αναδεικνύονται και τα ταλέντα, δηλαδή παιδιά που προηγούνται πολύ ψυχοκινητικά, σε σχέση με τους συνομηλίκους τους. «Υπάρχουν παιδιά που είναι πολύ προχωρημένα και είναι ένα 3% στο γενικό πληθυσμό. Είναι αυτά που αργότερα θα παρουσιάσουν το ειδικό χάρισμα. Ένας γονιός πρέπει να το ξέρει αυτό, γιατί αν ένα παιδί τριών ετών μπορεί αναπτυξιακά να φθάσει ένα εξάχρονο ή ένα πεντάχρονο, τότε ο γονιός και ο νηπιαγωγός πρέπει να το γνωρίζει για να του δίνει ερεθίσματα πιο πάνω από την ηλικία του, γιατί αλλιώς θα βαρεθεί και στη συνέχεια θα έχουμε σχολική αποτυχία» λέει η κυρία Δουλιανάκη.



Η έρευνα



Επιστημονικός επικεφαλής της έρευνας είναι ο διευθυντής του Κέντρου «Απ. Φωκάς» Ιωάννης Τσίκουλας. Η έρευνας διεξάγεται υπό την αιγίδα του ΟΕΕΚ του υπουργείου Παιδείας με την καθοδήγηση του προέδρου Χ. Μπότσαρη και του αντιπροέδρου του οργανισμού Κ.Μαργαρίτη, μέσα από τα τμήματα Προσχολικής Αγωγής των δημόσιων ΙΕΚ της χώρας και συγκεκριμένα των τμημάτων Βρεφονηπιοκόμων.

Την επιστημονική ομάδα αποτελούν οι: καθηγητής Παιδονευρολογίας ΑΠΘ Ε.Κοντόπουλος, επίκουρος καθηγητής Νευροαναπτυξιολογίας ΑΠΘ Δ.Ζαφειρίου, γιατρός Ε. Δουλιανάκη, κλινικοί ψυχολόγοι Φ.Τζοβάρας και Αικ. Κορωνάκη, λογοπεδικός Ε. Παπαζολούδη, εργοθεραπευτής Δ.Τρύφωνος, νοσηλεύτριες Μ. Μοσχοπούλου και msc Ουρ.Πεδιαδιτάκη, φυσιοθεραπευτής Α.Χυτόπουλος, κοινωνική λειτουργός Γ.Δρόσου και φροντιστής Προσχολικής Αγωγής Θ.Χαρραρά.

Επιστημονικοί σύμβουλοι της έρευνας είναι η καθηγήτρια Παιδαγωγικών Προσχολικής Αγωγής ΤΕΙ Ευ.Βιδάλη-Λαλούμη και η ειδική παιδαγωγός λέκτορας Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ Ε.Μπόντη.

Επιστημονικοί συνεργάτες είναι οι γιατροί Α. Γιακουστίδης και Ι.Πετρακάκης και οι φροντιστές προσχολικής αγωγής Μ.Αγγελίδου και Θ.Σύρμαλης.

Στη διεξαγωγή της έρευνας στο Ηράκλειο συνέβαλαν η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης προσφέροντας αίθουσες του Πιτσουλάκειου και η εταιρεία ΠΕΔΙΑΔΙΤΑΚΗΣ ΑΕ ως χορηγός.