Του Κώστα Μπογδανίδη

Στις 30 Μαΐου 1917 οι σύμμαχοι της Ελλάδας (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) εξαναγκάζουν τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον διάδοχο Γεώργιο να παραιτηθούν και να εγκαταλείψουν την χώρα.

Στον θρόνο ανέρχεται ο δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Αλέξανδρος και λίγες ημέρες μετά ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση ολόκληρης πια της Ελλάδος που για δύο περίπου χρόνια ήταν διχασμένη. Ο Βενιζέλος αποφασίζει να αναβιώσει η Bουλή που είχε προέλθει από τις εκλογές της

31ης Μαρτίου 1915 ! Επειδή η βουλή αυτή έμοιαζε να....αναστήνεται ξανά ονομάστηκε ειρωνικά ως η Βουλή των Λαζάρων! Ήταν μία από τις αποφάσεις για τις οποίες ο Βενιζέλος επικρίθηκε από τους αντιπάλους του που θεώρησαν ότι η παρουσία του επιβλήθηκε από τις κάννες των όπλων των συμμάχων και ταυτόχρονα ο ίδιος έβαλε το δικτατορικό μανδύα! Ήταν όμως έτσι τα πράγματα ή πραγματικά κινδύνευε η ακεραιότητα της χώρας με τα παιγνίδια που έπαιζε ο Κωνσταντίνος; Οι ιστορικοί ακόμη δεν έχουν συμφωνήσει, αλλά η ‘βουλή των Λαζάρων’ παραμένει ένα μεγάλο πολιτικό παράδοξο. Προέκυψε είναι αλήθεια από μια συνταγματικά αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία του Ελευθέριου Βενιζέλου και ήταν απότοκος των δραματικών γεγονότων του Διχασμού της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα.

Το 1916 ήταν για την Ελλάδα μία πολύ δύσκολη χρονιά. Οι θρίαμβοι των Βαλκανικών Πολέμων, συνοδευόμενοι από την πανηγυρική προσάρτηση των «Νέων Χωρών» στον ηπειρωτικό κορμό της χώρας, είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε ένα σοβαρό όσο και σκληρό εθνικό δίλημμα με φόντο τις κλιμακούμενες εχθροπραξίες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου: έπρεπε η Ελλάδα να γίνει σύμμαχος των Δυνάμεων της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), όπως πρέσβευε η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και η ανερχόμενη αστική τάξη, ή σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, με επικεφαλής τη Γερμανία, με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος επεδείκνυε σε κάθε ευκαιρία τα φιλογερμανικά του αισθήματα; Ο προαναγγελθείς διχασμός άρχισε να ταλανίζει τη χώρα.

Τι είχε προηγηθεί

Τα πράγματα ήταν όμως πολύ δυσκολότερα από ότι περιγράφονται στις ιστορικές σελίδες. Στη φιλο-αντατική πολιτική του Βενιζέλου θα εναντιωθεί το Παλάτι, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων.

Ο Βασιλιάς διαφώνησε, επηρεασμένος από την ιδέα της στρατιωτικής υπεροχής της Γερμανίας, από τη Γερμανίδα σύζυγο του βασίλισσα Σοφία και από το φιλογερμανικό αυλικό περιβάλλον του. Επιδίωκε μία ευμενή για την Γερμανία και την Αυστρία ουδετερότητα.

Η διαφωνία μεταξύ βασιλιά και πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου η λαϊκή ετυμηγορία επανεκλέγει τον Βενιζέλο, ο οποίος με τη νέα εκλογή του επαναλαμβάνει τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν δεχθεί εκείνη επίθεση της Βουλγαρίας. Τα Ανάκτορα ανένδοτα εμμένουν στις θέσεις τους, πράγμα που οδηγεί τον Έλληνα Πρωθυπουργό σε νέα παραίτηση και αποχή του κόμματός του από τις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915.

Οι κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια από τον Βασιλιά το μόνο που θα επιτύχουν είναι να δημιουργήσουν κλίμα πόλωσης διαιρώντας την Ελλάδα σε δύο παρατάξεις,-φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών - κάτι που θα συντελέσει στη γένεση και άνδρωση του εθνικού διχασμού μ' όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθα του. Στις 16 Αυγούστου 1916 εξερράγη το κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ο Βενιζέλος έπειτα από τους αρχικούς δισταγμούς του τάσσεται με το κίνημα και στις 26 Σεπτεμβρίου μεταβαίνει στα Χανιά, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, το ναύαρχο Κουντουριώτη και το στρατηγό Δαγκλή και από εκεί μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Στην απόφαση του Βενιζέλου συνετέλεσε και η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και η αιχμαλωσία και μεταφορά στη Γερμανία του Δ΄ Σώματος Στρατού με την ανοχή της φιλοβασιλικής κυβέρνησης.

Ακολούθησαν μέρες αναρχίας, παρεμβάσεων των ξένων στο εσωτερικό της χώρας, εναλλαγών κυβερνητικών σχημάτων και πολιτικών διώξεων και ρχικά σε βάρος των οπαδών του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η Ελλάδα το 1916 είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, απεφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε την μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευσίμους ("επιστράτους") που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες. Στην προσπάθεια των Συμμάχων να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα.

Η επέμβαση των γαλλικών δυνάμεων εξαγρίωσε τους αντιβενιζελικούς που κατηγορούσαν τους αντιπάλους των ως προδότες και ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του. "Ο φονεύων βενιζελικόν δεν φονεύει άνθρωπον", διακηρύτταν.

Τελικά η αγγλογαλλική συμμαχία που δραστηριοποιείτο έντονα στα ελληνικά πράγματα κατάφερε τον Μάιο- Ιούνιο του 1917 να διώξει από το ελληνικό έδαφος τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Όταν κάτω από την πίεση των τραγικών γεγονότων του Διχασμού ο Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από το θρόνο, Βασιλιάς ορκίσθηκε ο νεώτερος γιος του Αλέξανδρος(που τρία χρόνια αργότερα πέθανε-επισήμως από μόλυνση που του προκάλεσε μαϊμού).

Ο Βενιζέλος, που είχε δημιουργήσει το χωριστικό κράτος της Θεσσαλονίκης φθάνει στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου και στις 13 του ίδιου μήνα, σχηματίζει κυβέρνηση υπό την προεδρία του. Δυο μέρες αργότερα, κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, όπως είχε αποφασίσει από το Νοέμβριο του 1916, όταν διοικούσε το κράτος της Θεσσαλονίκης.

Ο Βενιζέλος επιθυμούσε εκλογές για την ανάδειξη Αναθεωρητικής Βουλής, η εμπλοκή όμως της Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επέτρεπε τη διεξαγωγή εκλογών. Από την άλλη όμως πλευρά αντιλαμβάνονταν, ότι δεν μπορούσε να κυβερνήσει τη χώρα με τη μονομερή και σαφώς αντιβενιζελική Βουλή, που είχαν αναδείξει οι εκλογές του 1915. Έτσι κατέφυγε σε μια λύση συνταγματικά αμφιλεγόμενη.

Με Βασιλικό Διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1917, ανακάλεσε το προγενέστερο Βασιλικό Διάταγμα 29ης Οκτωβρίου 1915 περί διαλύσεως της προηγούμενης Βουλής και προκηρύξεως νέων εκλογών, γιατί θεωρήθηκε, ότι το Διάταγμα του 1915 για τη διάλυση της Βουλής εκείνης, εκδόθηκε παρά το Σύνταγμα. Ταυτόχρονα καλούσε σε δεύτερη τακτική σύνοδο την … αναστηθείσα Βουλή του 1915, για τις 12 Ιουλίου του 1917.

Αυτή ακριβώς η Βουλή, έμεινε στην Ιστορία ως Βουλή των Λαζάρων. Παρά την συνταγματικά ασυνήθιστη νεκρανάστασή της η Βουλή εκείνη πρόσφερε σημαντικό νομοθετικό έργο υπό την προεδρία του Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος με 180 ψήφους επί συνόλου 194 ψηφισάντων. Ένα από τα μεγάλα νομοθετήματα που ψήφισε τότε ήταν και η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών της Θεσσαλίας και η ουσιαστική απελευθέρωση των κολίγων.

Η Βουλή των Λαζάρων ως συνέχεια της Βουλής του 1915 συμπλήρωσε τετραετία στις 31 Μαΐου 1919, αλλά τελικά η θητεία της παρατάθηκε με τέσσερα διαδοχικά Αναγκαστικά Διατάγματα έως τις 20 Σεπτεμβρίου 1920, οπότε και διαλύθηκε ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου του ίδιου έτους, οι οποίες όπως είναι γνωστό, αποδείχτηκαν μοιραίες για τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις εκλογές αυτές ο Ελ. Βενιζέλος γνώρισε την πρώτη και κρισιμότερη εκλογική του ήττα, λόγω της σημαντικής μεταστροφής του εκλογικού σώματος, κυρίως στην Παλαιά Ελλάδα. Το Κόμμα Φιλελευθέρων απέσπασε όλες σχεδόν τις έδρες στην Ήπειρο, την Κρήτη και το Ανατολικό Αιγαίο (όπως και τον Μάιο του 1915) καθώς και στην, πρόσφατα απελευθερωμένη, Θράκη (όπου οι αντιβενιζελικοί διέθεταν ισχνή ή μηδενική παρουσία). Ηττήθηκε όμως στη Μακεδονία (όπως και το 1915) και κυρίως καταποντίστηκε στην Παλαιά Ελλάδα, όπου περιορίστηκε σε 6 μόνο έδρες (σε σύνολο 184). Ο Αλ. Παπαναστασίου υποστηρίζει ότι, σε αριθμό ψήφων στο σύνολο της χώρας, οι φιλελεύθεροι διέθεταν ένα ελαφρύ προβάδισμα…

Η μεταστροφή της Παλαιάς Ελλάδας, που καταγράφηκε στις εκλογές του 1920 και η μετατροπή της σε προνομιούχο εκλογικό ακροατήριο του αντιβενιζελισμού, θα διατηρηθεί για πολλές δεκαετίες, συνιστώντας την κυριότερη σταθερά τής εκλογικής γεωγραφίας μέχρι τη δεκαετία του '50. Όμως η Ελλάδα που θα διαμορφωθεί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή θα είναι μια χώρα ριζικά διαφορετική από αυτήν του 1920, όχι μόνον πληθυσμικά αλλά και πολιτικά.

Η μικρασιατική χρεοκοπία του αντιβενιζελισμού και η μαζική εγκατάσταση των προσφύγων (οι οποίοι ταυτίστηκαν αρχικά με τον βενιζελισμό σε ποσοστό που ξεπερνούσε το 90%), ανέδειξαν τη βενιζελική παράταξη σε κυρίαρχο της πολιτικής ζωής επί μία δεκαετία. Κορυφαία στιγμή αυτής της κυριαρχίας ήταν η επιστροφή του Ελ. Βενιζέλου στην ενεργό πολιτική και η σαρωτική του νίκη στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928…

ΠΗΓΕΣ

• Ηλίας Νικολακόπουλος

• ΕΛΙΑΜΕΠ

• Βερέμης Θ. ? Γουλιμή Γ., Ελευθέριος Βενιζέλος: Κοινωνία–Oικονομία–Πολιτική στην εποχή του

• ΤΟ ΒΗΜΑ

• Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης, Αλέξανδρος και Ασπασία, 1915-1920

• ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ

Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας (1821-1941)