Γράφει η Ειρήνη Ταχατάκη
Πληροφορίες Άρτεμη Ουσταμανωλάκη-Σταυρακάκη από Ανώγεια
Μέρος 3ο
Πάντα η καλλιεργήσιμη γη αποτελούσε αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των γεωργών κατοίκων γεωργικών περιοχών. Πόσο μάλλον όταν κατοικούσαν σε άγονες περιοχές ή τα χωράφια τους ήταν ελάχιστα, όσα τους επέτρεπαν να έχουν οι κατακτητές, ειδικά στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Άρχιζαν τότε ατέλειωτους “νταβάδες” -συνορισές και διεκδικήσεις αμφισβητούμενων γεωργικών εκτάσεων. Ένα τέτοιο “νταβά” μας περιγράφει ένα παλιό Ανωγειανό ποίημα που γράφτηκε το 1770 με αφορμή τη διεκδίκηση του οροπεδίου της Νίδας στον Ψηλορείτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο τόπος ήταν ζωτικής σημασίας για τους Ανωγειανούς απ’όπου εξαρτιόταν αποκλειστικά η συντήρηση και η ζωή των ίδιων αλ΄λα και των ζωντανών τους.
Έξυπνοι και ευρηματικοί πάντα οι Ανωγειανοί όπως έχουν πλαστεί μέσα στην αγριάδα της γης που κατοικούν ήξεραν ότι το οροπέδιο ήταν γι’αυτούς η μόνη ελπίδα για τη διαβίωσή τους. Οταν όμως κάποτε οι γειτονικοί κάτοικοι των Βοριζίων θέλησαν να γυρέψουν μια “πάρτη” ένα μερίδιο- οι κάτοικοι των Ανωγείων εξεγέρθηκαν για να διεκδικήσουν τα κεκτημένα τους σαν πηγή της ζωής τους. Εξάλλου όπως αναφέρει το στιχούργημα τα σύνορα είχαν οριστεί από παλιά κι είχαν κατοχυρωθεί σε προηγούμενους “νταβάδες” παρ’όλα αυτά οι Βοριζανοί πίστευαν πως είχαν δικαίωμα μερίδας στο χώρο του οροπεδίου .
Ένας Ανωγειανός παπάς όμως έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στα δικαιώματα του τόπου. Όταν έμαθε την κίνηση των Βοριζανών ειδοποίησε τους Ανωγειανούς να τρέξουν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Σαν τόπο συνάντησης όρισαν τη Νίδα για να συναντηθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι και να ζητήσουν από την επιτροπή την μερίδα τους. Φυσικά τους Ανωγειανούς δεν τους κάλεσαν αλλά ειδοποιημένοι από τον παπά τους τρέχουν κι εκείνοι: “Ξυπνάτε οι Ανωγειανοί κι αφήσετε τον ύπνο
κι η Νίδα παραδίνεται τώρα τω Μεσαρίτω...”.
Σαν έφτασαν οι Βοριζανοί όμως οι Ανωγειανοί τους υποχρέωσαν να φύγουν και να’ρθουν την επομένη για τον ορισμό των συνόρων.
Ετοιμάστηκαν οι αντίπαλοι για να’ρθουν την άλλη μέρα με πολλά ραέθια για να καλοπιάσουν την επιτροπή. Υποχώρησαν όμως μετά το κυνήγι των Ανωγειανών.
“... Κι απίτις τσοι πογύρανε εις τ’Αμιρά τσοι δέτες:
Γιαγύρετε να πάρετε τη Νίδα σαν τη θέτε.
- Δε θέμε από τη Νίδα σας και να τηνε χαρήτε
κι αφήσετε τσι χαρακιές να μη μασε βαρήτε...”.
Ας δούμε όμως ολόκληρο το ποίημα κι όπως περιγράφεται σ’αυτό η διαμάχη μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων αντιπάλων.
(Σημ. Η καταγραφή του ποιήματος έγινε πριν πολλά χρόνια (1978). Το ποίημα μας έδωσε η Ανωγειανή, αείμνηστη Άρτεμη Ουσταμανωλάκη-Σταυρακάκη που είχε παντρεφτεί και ζούσε στις Αρχάνες).
Ο νταβας* τση Νίδας Ανωγειανό ποίημα-1870-
(Σημ. νταβάς =συνορισιά, διεκδίκηση).
Στα χίλια οκτακόσια έτος το εβδομήντα έκαμαν οι Βοριζανοί η το νταβά τση Νίδας έγραψανε στη Μεσαρά όλοι να μαζωχτούνε Τούρκοι, Ρωμιοί, καλοί κακοί, στην Κρήτη να μιλούνε.
Οσοι κι ακλουθήσετε στην κρίση να μιλείτε
κι αν πάρομε τον τόπο μας στο μοιρατό δα μπήτε
Οσοι κι αν ακλουθήσετε να σύρνετε καβάλα
γιατί χουν οι Ανωγειανοί η του λαγού τα ζάλα
Βγαίνουν στα “Δρακολάγκαδα” στη Νίδα σοπατήσα (ν)
Εγραψ‘ο Καστρινός πασάς, του Ρεθυμνιώτη γράμμα¨
Στη Νίδα να ξημερωθείς χωρίς κανένα πράμα
Το γράμμα διαβασ’ο παπάς σελώνει τ’άλογό του
στη Νίδα ξημερώνεται με το συμβούλιο του.
Ο γεις πασάς εις “του Χριστού” κι άλλος στου “Καλοκύρη” και στέκουνε και κάνουνε η τα βουνά σεΐρι.
Καβαλικένε τ’άλογα στη Νίδα συναντίζουν (=συναντώνται) κι ο γεις του άλλου τεμενά κάνουνε και καθίζου (ν).
Εκάτσανε και συντηρού τση Νίδας το χορτάρι
που το μαζεύουν οι γιατροί και κάνουνε βοτάνι.
Λένε των οι Βοριζανοί με τάξη και με τρόπο:
“Να μασε δώσετε και μας από τη Νίδα τόπο.
Δώστε μας αφεντάδες μου μοιράσι από τη Νίδα που κάνει μάρωπα παχειά και λεύτερα πιτίδια,
τότες εμίλησ’ ο παπάς με το γλυκό ντου στόμα
“Δεν τωσε δίδομε κλαδί από τση Νίδας χώμα
Πάλι τωνε ξαναμιλεί με πλια καλό τερτίπι
καλιά θα τους ξορίσομε τελείως απ’την Κρήτη
αυτα’ναι τα αμπέλια μας, τούτα ν’τα λιόφυτα μας
και ζούμε μερικό γκαιρό εμείς και τα παιδιά μας
Πουν’οι αντραγαθίες τους που έχουν καμωμένες μιτατοκαθίσματα με μάντρες γυρισμένες,
ωσάν εμάς που έχομε πηγάδια καμωμένα τα μιτατοκαθίσματα με σπίτια γυρισμένα
Σ’εφτά νταβάδες σήμερα είναι ξεμπερδεμένο στην πόλη στο Πατριαρχείο στην πλάκα’ναι γραμμένο.
Πληρώνομε και το τζαρέ (φάρο) εννιά σταμνιά το λάδι
που πάει στο Βαλτέ Τζαμί και αύριο ναρθήτε να βάλομε τα σύνορα και να φχαριστηθήτε (είπε η επιτροπή).
Μισεύγουν οι Βοριζανοί με μια χαρά μεγάλη και στα Βορίζα πήγανε οπούσανε κι οι άλλοι (ετοιμαστήκανε να φέρουνε ραέτια να καλοπιάσουνε την επιτροπή):
Παίρνουνε τράγους και κριγιούς και μέλι κι αθοτύρους να πα να ραεκλίσουνε τσοι σύμβουλους εκείνους.
Την ταχυνή σηκώνονται στη Νίδα για να πάνε να πιούνε δροσερό νερό, κριας παχύ να φάνε.
Μα εφυγενε κι ο παπάς περάσματα του δείπνου στ’Ανώγεια εκατέβηκε ώρα του μεσονύχτου.
Σα χελιδόνι πήγαινε πετά σαν περιστέρι και κατεβαίνει στο χωριό και φέρνει το χαμπέρι.
-Ξυπνάτ’ Ανωγειανοί απο’κει κι αφήσετε τον ύπνο κι η Νίδα παραδίνεται τώρα τω Μεσαρίτω
Σηκώνοντ’οι Ανωγειανοί με μάνιτα μεγάλη κι αποδιαφωτιστήκανε στου κάμπου το κεφάλι
Κι όταν εκατεβαίνανε εις το “Μαγερεψώνα”
εδιν’ ο Καστρινός πασάς η τον απολυσώνα
Και όταν επρωτόδενε ο ήλιος εις τη Δύση εβάνανε τα σύνορα να τελειώσει η κρίση.’
“Ορθόλαγγο” εβάνανε και “χαλασοκεφάλα”
απού τυροκομούσανε οι Σμπώκηδες το γάλα
Εβάλαν και τον “πίπερο σύνορο καταπότη να μη ξαναχαλάσει μπλιο ελέγαν οι αθρώποι.
Και όταν εκατέβαινε ο ήλιος στο κεφάλι
επιάναν οι Ανωγειανοί “στ’Αρκάλου το κεφάλι”.
Σαν τα γεράκια χύνονται σαν τα πουλιά γλακούνε οπίσω τους ζυγωνουνε στη γιούργια τους λαλούνε.
Επέψανε το Γιούμπαση και η το Μουλαξίνη και τον Αξεντιανό αγά να πα να τους γιαγύρι.
Οταν εξεκινούσανε εις “του Χριστού” τη βρύση τους καταγλοπατούσανε στο μνήμα του Δερβίση”.
Και μια γυναίκα Ανωγειανή με μάνιτα μεγάλη
επιασ’ένα Βοριζανό και κάτω τονε βάνει.
Μα’τυχε νας Ανωγειανός και να’χε μην τη πιάσει
σε μια λουτσά τον έριξε και θελα τονε σφάξει.
Μ’απίτις τσοι πογύρανε εις τ’Αρμιρά τσι δέτες
-Γιαγύρετε να πάρετε τη Νίδα σαν τη θέτε.
- Δεν θέμε απου τη Νίδα σας και να την εχαρήτε κι αφήσετε τσι χαρακιές να μη μασε βαρήτε.
Δεν θέμε από τη Νίδα σας και δεν ξαναπερνούμε
μόνο αλεύρι και κουκιά θαρθούμε να πουλούμε.
-Εις το “μασκάλι του Σταυρού” κανείς να μη προβάλλει γιατί θα στέσομεν εκειά καμπάνα να σημάνει.
“Μαύρη κορφή” “Χελιδονιές” και “καυκαλοσπηλιάρα” και “Μαύρος Κούμος” κι άσπρο Αρμί και του “Σκινάτου η σκάλα”.
Στ’άσπρο Αρμί ανατολικά εκεί ν’ο κερχανές μας στση Γριάς τ’Αναβολέματα” θέτουν οι εγκαλές μας
Στ’ασπρο Αρμί ανατολικά Ανωγειανό μιτάτο ειν’τω (ν) κι ακόμη παρακάτω “βρωμόνερο” και “Γωνιανή” “Σείσαρχα”, “Καμαριώτη, Λιβάδα, Αξό και Ζωνιανά ετσι το λεν οι πρώτοι
Εβάλανε το σύνορο να βγει τα “Κορατσίνια”
απού αξιζ’η μουζουριά μια χαχαλιά τσιτσίνια.
Δεν ξαναγίνεται νταβάς στση Μεσαράς το φάλι
γιατί στη Νίδα κερχανε χτίζει ο πασάς Μιχάλης.
Κι ανε ρωτήξει και κανείς ποιος ειν’όπου το βγάνει μιαν εβδομηνταριά χρονώ ένας Κεφαλογιάννης.

