
Θυμούνται και διατηρούν τα έθιμα και τις παραδόσεις
Οι Αρμένιοι του Ηρακλείου
Η σημερινή μέρα έχει σίγουρα να τους πει πολλά περισσότερα απ’ ό,τι στη συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας, τους προκαλεί έντονα συναισθήματα, τους συγκινεί.
Ζουν μια απόλυτα φυσιολογική ζωή εδώ και νιώθοντας την Ελλάδα και την Κρήτη τη νέα τους πατρίδα, οι Ελληνοαρμένιοι της τοπικής κοινότητας του Ηρακλείου αγωνίζονται για τη διατήρηση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς και την άμεση επαφή με τις ρίζες τους. Σήμερα, 92 χρόνια μετά την ημέρα της απαρχής της γενοκτονίας των Αρμενίων από τους Τούρκους, κανένας από αυτούς ή τους απογόνους τους που ζουν στην πόλη μας δε δείχνει ούτε να έχει, ούτε να είναι διατεθειμένος να ξεχάσει...
«Η 24η Απριλίου του 1915 αποτελεί μια από τις πιο μελανές σελίδες της αρμένικης ιστορίας», λέει μια από τις πλέον δραστήριες παρουσίες της τοπικής ελληνοαρμενικής κοινότητας, η κ. Σάντυ Αβεδισιάν, «μιας και τότε άρχισε να διαπράττεται από τους Τούρκους ένα αποτρόπαιο έγκλημα κατά το οποίο σφαγιάστηκαν πάνω από 1.500.000 αθώοι άνθρωποι». «Ποιό άλλο, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι το συναίσθημα που μια τέτοια θλιβερή επέτειος δημιουργεί», συνεχίζει η ίδια, «πέρα από την απέραντη θλίψη και οδύνη για το άδικο χαμό τόσων ψυχών και την τεράστια οργή για τους Τούρκους εκείνους φανατικούς που τον προκάλεσαν».
Για να δώσει, δε, τη διάσταση των καταστροφικών συνεπειών που τα εγκληματικά εκείνα ιστορικά γεγονότα επέφεραν στον αρμένικο λαό, η κ. Αβεδισιάν σημείωσε ότι «μέχρι αυτά να συμβούν η Αρμενία ήταν ένα πανίσχυρο κράτος με 3000 χρόνια ζωής», το οποίο «εξαιτίας και αυτών των φρικαλεοτήτων έχει φτάσει πλέον στο σημείο να του έχει απομείνει μόνο το 1/10 της έκτασης των 300.000 τ.μ. που κάποτε καταλάμβανε και οι υπήκοοι του να είναι διασκορπισμένοι ανά τον κόσμο». Συνεχίζοντας, και αναφερόμενη έπειτα στην αρμένικη κοινότητα, η κ. Αβεδισιάν τόνισε αρχικά ότι σκεφτόμαστε ακόμα και σήμερα την Αρμενία σαν πατρίδα μας, θέλουμε το καλό της και τη χρηματοδοτούμε σα διασπορά όπως και όσο μπορεί ο καθένας μας», ωστόσο «πλέον και η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας». Τόνισε, δε, ότι «προσπαθούμε, σαν αρμένικη κοινότητα να διατηρούμε τις ρίζες μας και την κληρονομία της γλώσσας και των ηθών και εθίμων μας», αφού «ξέρουμε ότι αν δεν το κάνουμε όσο περισσότερο, ειδικά εμείς οι νεότεροι, θα φτάσουμε κάποια στιγμή αυτή να σταματήσει να διαιωνίζεται και να χαθεί».
Ο κ. Ρούπεν Ζακαριάν από την πλευρά του, σημείωσε αρχικά ότι «οι δικές μου μνήμες όταν κάθε χρόνο έρχεται η σημερινή μέρα πηγαίνουν αμέσως πίσω στις διηγήσεις της γιαγιάς και του παππού μου για τη γενοκτονία των Αρμενίων και κυρίως για το κομμάτι της εκείνο που διαπράχθηκε κατά τη Μικρασιατική καταστροφή». Ο ίδιος θυμάται «ιστορίες πολύ θλιβερές, πολύ αιματοβαμμένες και περιστατικά μαζικών και γεμάτων μίσους σφαγών Αρμενίους από Τούρκους», ενώ ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «η προγιαγιά η δικιά μου μάλιστα γλίτωσε κυριολεκτικά μέσα από του Χάρου τα δόντια, όταν στην πορεία της προς την Ελλάδα και σε επίμονες ερωτήσεις των Τούρκων για την ταυτότητα της, κατάφερε να παραστήσει την Ελληνίδα και να τους ξεγελάσει».
Ο κ. Ζακαριάν επικεντρώνει, έπειτα, στο έγκλημα της γενοκτονίας και τη στάση του Τουρκικού λαού απέναντι σε αυτό, και αφού σημειώνει αρχικά ότι «μου προκαλεί μεγάλη θλίψη και πόνο όταν, με την οποιαδήποτε ευκαιρία που δίνει η επικαιρότητα, φέρνω στο μυαλό μου το ειδεχθές αυτό έγκλημα που οι Τούρκοι διέπραξαν εναντίον του αρμένικου λαού», υπογραμμίζει ότι «ειλικρινά αυτό που διαπιστώνω είναι πώς και η σημερινή του φύση σα λαός δε διαφέρει σε πολλά από εκείνη που διέπραξε εκείνο το έγκλημα». Στη συνέχεια, δε, ο ίδιος τόνισε χαρακτηριστικά ότι «μπορεί να είναι πλέον αργά για να μπορέσει ο αρμένικος λαός να πάρει πίσω τις εκατοντάδες χιλιάδες αθώους ανθρώπους του», ωστόσο «νομίζω πως το ελάχιστο που θα μπορούσε να γίνει γι’ αυτόν θα ήταν η αναγνώριση των εγκληματικών αυτών ιστορικών γεγονότων από την πλευρά εκείνων που τα διέπραξαν». Κλείνοντας, ο κ. Ζακαριάν αναφέρθηκε και στη διαμονή των Αρμενίων στην πόλη μας, και αφού σημείωσε ότι «μιλώντας προσωπικά, αυτό που μπορώ να πω είναι πώς, πέρα από την αρμένικη καταγωγή μου, νιώθω σαν τον οποιοδήποτε άλλο Έλληνα που εργάζεται και έχει μια φυσιολογικότατη ζωή εδώ», πράγμα που «συμβαίνει νομίζω και με όλους τους Αρμενίους τους οποίους ο λαός αυτής εδώ της χώρας ο οποίος ποτέ δεν έκανε να αισθανθούν άσχημα για την καταγωγή τους».
Ο κ. Αντώνης Μπεναρδής, επίσης αρμενικής καταγωγής, παρουσιάστηκε ακόμα πιο ευαισθητοποιημένος με το θέμα και αφού σημείωσε ότι «η γενοκτονία των 1.500.000 αθώων Αρμενίων από τους Τούρκους διεκδικεί την παγκόσμια πρωτιά σαν υπόδειγμα συνέχισης γενοκτονιών όπως αυτές εις βάρος των Ποντίων, των Κυπρίων, των Βουλγάρων και των Κούρδων», συμπλήρωσε ότι «σήμερα, 92 χρόνια μετά, η Τουρκία με τη διαστρέβλωση της αλήθειας προκειμένου να μην παραδεχθεί το έγκλημα της, διεκδικεί μια ακόμα πρωτιά, αυτή της πρωτοφανούς ανοχής της παγκόσμιας κοινότητας». Αναφερόμενος στα συναισθήματα που αυτή η επέτειος προκαλεί στους Αρμενίους, ο κ. Μπεναρδής σημείωσε ότι «αυτές τις μέρες σε όλο τον κόσμο όπου υπάρχει αρμενικό στοιχείο, αυτό θυμάται, θλίβεται και υπόσχεται να μην εγκαταλείψει τον αγώνα», αφού ξέρει, όπως εξήγησε, πώς «αργά ή γρήγορα, θα έρθει η στιγμή που η μη αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων θα είναι κάτι εντελώς αδιανόητο». Αναφερόμενος, τέλος, στην αρμένικη κοινότητα του Ηράκλειου ο κ. Μπεναρδής σημείωσε πως «αυτή τη στιγμή ζουν και δραστηριοποιούνται στο Ηράκλειο 15 οικογένειες γηγενών Αρμενίων και 20 περίπου οικογένειες μεταναστών που αγωνίζονται να συνεχίσουν την παράδοση και να μείνουν κοντά στις ρίζες τους», κάτι που, όπως ανέφερε, «αποτελεί μια ακόμα απόδειξη πως μετά από όλα αυτά τα χρόνια, η τουρκική πλευρά όχι μόνο δεν κατάφερε να μας αφανίσει, αλλά πέτυχε να μας συσπειρώσει και να μας δυναμώσει για να αγωνιστούμε ακόμα περισσότερο για την κατοχύρωση της ταυτότητας μας ως έθνος».

