“Μπαϊρακτάρης, πολιτικοί και Κουτσαβάκηδες” είναι ο τίτλος του βιβλίου του δημοσιογράφου Τάσου Κοντογιαννίδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αγκυρα». Μέσα από το βιβλίο δίνονται απαντήσεις για τον Μπαϊρακτάρη, που «έκοβε στους μάγκες το ένα το μανίκι και το … μισό μουστάκι!», που με πρωτότυπες μεθόδους καθάρισε την Αθήνα από τα εγκληματικά στοιχεία που είχαν μετατρέψει το Ψυρρή σε άντρο τους και που ανδραγάθησε στην Κρητική Επανάσταση του 1866!

Το τραγούδι που συνέθεσε ο Μητσάκης για τον Μπαϊρακτάρη και τραγούδησε στη δεκαετία του ΄70 ο Γιώργος Νταλάρας, παρέπεμπε στον Διευθυντή της Αστυνομίας της εποχής του Τρικούπη, που δεν χωράτευε :

«…Κι ο Μπαϊρακτάρης ο σκληρός, δεν σήκωνε ζοριλίκι,

έκοβε στους μάγκες, το ένα το μανίκι…»

Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο Μπαϊρακτάρης που δεν σήκωνε ζοριλίκι και έκοβε το μανίκι από το σακάκι των κουτσαβάκηδων που κρεμόταν; Την απάντηση τη δίνει το βιβλίο «Μπαϊρακτάρης, πολιτικοί και Κουτσαβάκηδες».

Ο Κοντογιαννίδης φωτίζει την προσωπικότητα του αξιωματικού που έδρασε και στην Κρήτη, στην Επανάσταση του 1866. Είχε έρθει τότε εθελοντής με το βαθμό του ανθυπασπιστού και πήρε μέρος στη Μάχη του Σελίνου. Οι Κρήτες, για την μοναδική του τόλμη τον ονόμασαν κουζουλό ! Κι αυτό, γιατί, χωρίς ίχνος φόβου, μαζί με άλλους δύο στρατιώτες ξεπάστρεψε την φρουρά των Τούρκων για να απελευθερώσει τρία παλικάρια που κρατούσαν στα μπουντρούμια τους. Λένε πως με τα χέρια του έπνιξε τον ένα φρουρό και με μια γροθιά έσπασε το κεφάλι του άλλου. Πολέμησε γενναία επί δυο χρόνια κατά των Τούρκων στην Kρητική Επανάσταση και διακρίθηκε ιδιαιτέρως στη σκληρή μάχη της επαρχίας Σελίνου, στις 20 -11-1866, όπου τραυματίσθηκε ο αντισυνταγματάρχης Φρουδάκης.

Ο Μπαϊρακτάρης, που αγωνίστηκε για την έξωση του Όθωνα και κυνήγησε λήσταρχους στα βουνά, ανάμεσα τους και τον Νταβέλη, διορίστηκε από τον Τρικούπη διευθυντής της Αστυνομίας για να καθαρίσει την πρωτεύουσα από τα εγκληματικά στοιχεία και να διοργανώσει ασφαλείς Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896.



Το άντρο των Κουτσαβάκηδων στου Ψυρρή



Η συνοικία του Ψυρρή, για πολλά χρόνια ήταν απόρθητο φρούριο των κακοποιών και των κουτσαβάκηδων που παρίσταναν τους προστάτες σε πόρνες και χαρτοπαικτικές λέσχες. Η αστυνομία δεν τολμούσε να πλησιάσει και να διασχίσει τους δρόμους, ούτε επιχειρούσε να συλλάβει κακοποιούς ή φονιάδες που έβρισκαν άσυλο εκεί μετά τις πράξεις τους. Χαρακτηριστικό είναι το δίστιχο :

«Μες στα σοκάκια του Ψυρρή μες στην παρανομία, φοβάται να εμφανισθεί Στρατός και Αστυνομία…»

Αυτά όλα σταμάτησαν όταν ανέλαβε ο Μπαϊρακτάρης που τους έκανε «αρνάκια του…γαλάτου!» Όσους μάγκες, ψευτόμαγκες, μαχαιροβγάλτες και κουτσαβάκια συνελάμβαναν οι αστυνομικοί του, τους οδηγούσαν στο κτίριο της Αστυνομίας στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Εκεί, πάνω σ’ έναν μεγάλο πάγκο τους υποχρέωναν να καταστρέψουν με τη βαριοπούλα πάνω στο αμόνι τα μαχαίρια (σκανταλιάρες, στη γλώσσα των κουτσαβάκηδων) και τα πιστόλια τους που είχαν κατασχέσει. Η τελετή εξευτελισμού γινόταν μπροστά σε πλήθος περίεργων που φώναζε για το χτύπημα ρυθμικά, «πιο δυνατά, πιο δυνατά».

Μετά, ο Μπαϊρακτάρης προχωρούσε σε άλλους εξευτελισμούς. Τους έκοβε το μανίκι που κρεμόταν και δεν φορούσαν γιατί τους διευκόλυνε να χειρίζονται με ευκολία το μαχαίρι για να επιτεθούν, τους έκοβε τις μύτες των παπουτσιών, τις αφέλειες των μαλλιών που έπεφταν στο μέτωπο και τέλος το μισό μουστάκι! Αυτό ήταν το μεγαλύτερο ρεζίλεμα! Που να κυκλοφορήσουν οι δύστυχοι κουτσαβάκηδες με μισό μουστάκι στην πιάτσα! θα τους κορόιδευε ο κόσμος! Έτσι αναγκάζονταν να κόβουν και το άλλο μισό μουστάκι και να εξαφανίζονται για μεγάλο διάστημα έως ότου μεγαλώσει και εμφανιστούν και πάλι με μουστάκι.



Χαστούκι

στον Αττικάρχη



Ένα πρωινό, ο Μπαϊρακτάρης δέχτηκε μια ασυνήθιστη επίσκεψη στο γραφείο του. Ήταν ο αττικάρχης – κομματάρχης του Χαριλάου Τρικούπη, που μπήκε αναιδέστατα με υπεροπτικό ύφος και ζήτησε επιτακτικότατα να αποφυλακίσει αμέσως τους ταραξίες μαχαιροβγάλτες – τα άνεργα κομματικά παράσιτα- που είχε συλλάβει την προηγούμενη νύχτα σ’ ένα καφέ αμάν.

«Δεν γίνεται αυτό που ζητάς. Δεν μπορώ να τους αφήσω ελεύθερους. Αύριο θα ξανακάνουν τα ίδια…» είπε ο Μπαϊρακτάρης.

«Δεν μ’ ενδιαφέρει, εγώ είμαι του κόμματος και αυτοί οι άνθρωποι είναι φίλοι μου… Είμαστε εξουσία και γι αυτό πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι», απάντησε ο κομματάρχης

«Για μένα αυτή τη στιγμή, δεν είσθε παρά ένας φίλος δύο παλιανθρώπων!» είπε αυστηρά ο Μπαϊρακτάρης.

«Αυτή τη συμπεριφορά σου δεν μπορώ να την ανεχθώ! Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Θα σου δείξω !» είπε ο Αττικάρχης υψώνοντας μάλιστα απειλητικά το δάκτυλό του.

Ο Μπαϊρακτάρης άρχισε να χάνει την υπομονή του. Τον έπιασε από το γιακά, τον τράβηξε προς την πόρτα, του έδωσε δυο ηχηρά χαστούκια και με μια κλωτσιά στα πισινά τον πέταξε στο δρόμο! Ύστερα, με το χαρτί της παραίτησης στο χέρι, μετέβη στο γραφείο του πρωθυπουργού, το οποίο επισκέφθηκε νωρίτερα ο κομματάρχης και ενημέρωσε τον Τρικούπη για το τι είχε συμβεί. Ο πρωθυπουργός μόλις είδε τον Μπαϊρακτάρη με την αίτηση παραιτήσεως στο χέρι, έσπευσε, την παρέλαβε και χωρίς να την διαβάσει την έσχισε!



Εξιχνίαση εγκλημάτων



Από το βιβλίο του Τάσου Κοντογιαννίδη μαθαίνουμε για πρώτη φορά, ότι τα πνευματικά δικαιώματα θεσμοθετήθηκαν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, κατόπιν υποδείξεως και προτροπής του Μπαϊρακτάρη. Διαμαρτύρονταν οι συγγραφείς ότι γράφουν έργα, παίζονται στα θέατρα και δεν παίρνουν δεκάρα.

Σ΄ αυτόν οφείλεται η εξιχνίαση μια σειράς μεγάλων εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στην Αθήνα. Όπως εκείνο στο ξενοδοχείο «Μπάγκειον», της Ομονοίας, όπου μία νεαρή Γαλλίδα ελευθερίων ηθών κατέσφαξε την συμπατριώτισσα και φίλη της γιατί νόμιζε πως είχε διαδώσει στους πελάτες ότι είχε προσβληθεί από σύφιλη και δεν πήγαινε κανείς μαζί της.

Στον Μπαϊρακτάρη οφείλεται η ασφαλής διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 φέρνοντας στο φιλότιμο τους πορτοφολάδες που όλες τις μέρες των αγώνων κυνηγούσαν άλλους κλέφτες, με αποτέλεσμα να μην σημειωθεί ούτε μία κλοπή στην Αθήνα.

Αλλά μόλις τέλειωσαν οι αγώνες, οι πορτοφολάδες επιδόθηκαν με υπερωρίες στο προσφιλές τους άθλημα, κάτω από τη μύτη της Αστυνομίας!

Στις 255 σελίδες του βιβλίου θα βρείτε επίσης και άλλες δραστηριότητες του Μπαϊρακτάρη, στον ατυχή πόλεμο του 1897, στα μεγάλα φοιτητικά γεγονότα που είχαμε νεκρούς, τραυματίες και πολλές συλλήψεις και ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάλυση συγκέντρωσης οι αντλίες νερού. Υπάρχουν επίσης και πολλά άλλα σπουδαία γεγονότα που καταγράφονται με γλαφυρό τρόπο.