Του Νίκου Μαρκάκη*
“Οι λέξεις είναι σαν τις μέλισσες: έχουν μέλι, έχουν και κεντρί” (Ταλμούδ).
“Δεν με νοιάζει τι λένε για μένα, αρκεί να μην είναι αλήθεια” (Τρούμαν Καπότε).
“Κουτσομπολιό είναι όταν ακούς κάτι, που δεν σ’ αρέσει για κάποιον που δεν σ’ αρέσει”. (Ερβιν Ουϊλσον).
Υπάρχουν μερικές συνήθειες, παγιωμένοι τρόποι επαφής και συμπεριφοράς που από τη φύση τους, αποπνέουν κάποια δυσαρέσκεια, ένα αίσθημα δυσφορίας. Αν, πάντως, αντιμετωπιστούν με καλοπροαίρετη διάθεση και καλό σκοπό, οι συνήθειες αυτές αποβαίνουν χρήσιμες και συνεισφέρουν, έστω και εκ του αφανούς, σε μια επιτυχία.
Και το “κουσομπολιό”, το αποκλειστικό αυτό προνόμιο των γυναικών και πανίσχυρο όπλο τους κατά του ανδρικού φύλου, από τη χαραυγή της Ιστορίας - συμβάλλει καμμιά φορά στη δημιουργία εποικοδομητικών καταστάσεων. Μεταξύ άλλων μπορεί να καταστεί ενημερωτική πηγή, να διαφωτίσει άγνωστα - σκοτεινά σημεία και να εξελιχθεί σε ιστορικό συντελεστή.
Πολλά πράγματα μπορεί να μάθει κανείς από το “κουτσομπολιό”, ακόμη και την Ελληνική γλώσσα, όταν βέβια του είναι άγνωστη! Έχω στο θέμα αυτό μια προσωπική διαπίστωση: στο πρώτο μου ταξίδι στην Αυστραλία, προ αμνημονεύτων χρόνων, γνώρισα στη Μελβούρνη μια οικογένεια της οποίας ο πατέρας καταγόταν από τη Λαμία και η σύζυγός του ήταν γνήσια Αυστραλέζα. Γνώριζε τα Ελληνικά φαρσί και όταν την ρώτησα πού τα έμαθε, απάντησε:
- Τα έμαθα στο “κουτσομπολιό”!
Αυθόρμητες σκέψεις που μου έρχονται καθώς ξεφυλλίζω την πρόσφατη εργασία του οτρηρού των Γραμμάτων μας Γιάννη Δ. Χρηστάκη: “Μια ζωή σε λίγες ώρες”. Πρόκειται για μια σειρά γυναικείων αφηγήσεων που συμπτωματικά κρυφάκουσε και κατέγραψε στους θαλάμους ενός νοσοκομείου. Και τις μετέφερε εδώ, όχι από κουτσομπόλικη διάθεση, αλλά από ανάγκη και χρέος να φέρει στην επιφάνεια, να δώσει ζωή σε άγνωστα γεγονότα χρήσιμα και διαφωτιστικά από ιστορικής και παραδοσιακής πλευράς.
Λαθρακουστής - αλίμονο αν τον μυρίζονταν - έστεινε “ευήκοον ώτα” στη λογοδιάρροια επτά γυναικών: Ισμήνη, Κατίνα, Ελένη, Μαρία, Σοφία, Ειρήνη και Αμαλία που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο αυτό για αφαίρεση καταρρακτών και αποκατάσταση της όρασής τους.
Πρωτοτυπία για ένα σύγγρμμα το γυναικείο κουτσομπολιό στο περιβάλλον μάλιστα ενός νοσοκομείου που ο Γ.Δ. Χρηστάκης μας μεταφέρει στις 100 περίπου σελίδες του βιβλίου με τη γνωστή του μαεστρία και έμπειρη πένα του. Μικρά και σύντομα σκηνικά από τη ζωή των γυναικών αυτών, εικόνες από την αγροτική και οικογενειακή ζωή.
Οι επτά “αρρωσταριές” (ασθενείς) - γυναίκες, άλλες με βουνίσια προφορά, άλλες με τοπικούς ιδιωματισμούς, αφηγούνται λεπτομέρειες από το σφάξιμο του χοίρου και τα παράγωγά του: φουσκί - τόπι, οματιές, σύγκλινα, απάκια, πηχτή, λουκάνικα κ.ά, από τα γερμανικά μπλόκα στα χωριά τους και τις χαριστικές βολές κατά των εκτελεσμένων, τους ραβδιστάδες στο λιόφυτο, τους φαμπρικάρηδες, το προξενιό, το κουρούπι που αντικαταστάθηκε από το ψυγείο.
Για τους αμφιβάλλοντες ότι και το γυναικείο κουβεντολόι έχει τη θετική του πλευρά, παραθέτω μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο:
• Όταν όμως γύρισαν στο χωριό τους, στο Ριζοβούνι, λέει στο γιο της που της είπε να κάνει υπομονή και ο μήνας θα περάσει γρήγορα: Τον καταρράκτη θα μου βγάλει παιδί μου ή το μάτι μου, να μη σας βλέπω καθόλου; Μαχαίρι θα βάλει παιδί μου, στο μάτι μου και δε θα το χαλάσει;
• Συμπληρώναμε όμως και από κοτόπουλα, που εκτός από τις κότες που γεννούσαν τα αυγά η κλωσσού που κάθε χρόνο έθετε η μάνα μου, έβγαζε και πετεινάρια, που έπρεπε να φαγωθούν και να μείνει ένας μόνο κόκορας στο κοτέτσι, γιατί όπως λέει η παραμιά:
“Δυο πετεινοί δυο κούνελοι
η πεθερά και η νύφη
ποτέ μαζί δεν κάνουνε
παρέα σ’ ένα σπίτι”.
• Να σας πω για τις οματιές που γίνονται τις πρώτες ημέρες μετά τα Χριστούγεννα. Αφού έπλενε και καθάριζε ένα μέρος από τα έντερα του χοίρου, τα παραγέμιζε με ξυνόχοντρο, σταφίδες, μπαχαρικά διάφορα, μισοψημένα κομμάτια από συκώτι και πνευμόνια. Τα έβραζε μετά σε ένα μεγάλο τσουκάλι. Τα παραγεμίδια με το βράσιμο φούσκωναν και για να μη σπάσουν τα έντερα, τα τρυπούσε με το πηρούνι. Είναι πολύ νόστιμο φαγητό.
• Κατέβηκαν, με το όπλο στα χέρια, έτρεχαν στους δρόμους του χωριού. Χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών, όσες έβρισκαν κλειστές και ζητούσαν αυγά και κότες. Στο σπίτι μας, δυο Γερμανοί που ήρθαν, είδαν πάνω στο τραπέζι ένα καλάθι με αυγά και το πήραν. Πήραν και δυο κότες που βρίσκονταν στην αυλή κι έφυγαν.
• “Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο”, που εδώ φαίνεται το εφαρμόζουν σε όλο του το μεγαλείο. Για να εφαρμόσουν έτσι και την παραγγελιά των παλιών γονιών: “Τα κόκαλα δικά μου και το κρέας δικό σου, δάσκαλε”, για να υποχρεώσουν τα παιδιά να πειθαρχούν σε κάθε εντολή, γιατί έτσι μονάχα θα μάθαιναν γράμματα.
Γνωστός από τη μεγάλη συμβολή του στην ιστορική καταγραφή της ιδιαίτερης πατρίδας του Βιάννου και τα “Βιαννίτικα Νέα”, ο Γ. Δ. Χρηστάκης επιχειρεί εδώ μια “βουτιά” στην παράδοση και τη χθεσινή εξελιχτική πορεία του νησιού μας με σκοπό να είναι πάντα επιφανειακό το παρελθόν μας και να αναζωπυρώνονται μνήμες από την πορεία μας.
Για το σκοπό του βιβλίου αυτοαπολογείται στον πρόλογό του:
“Η παραμονή σε νοσοκομείο δεν έχει μόνο την πλευρά της θεραπείας κάποιας αρρώστιας ή κάποιου ατυχήματος που αντιμετωπίζουν οι συνάνθρωποί μας. Έχει και την πλευρά της κοινωνικής επαφής μεταξύ ασθενών. Καθένας έχει να πει για τη ζωή του και για το περιβάλλον του. Όσα ειπώθησαν και άκουσα, μεταφέρω στο βιβλίο με την πεποίθηση ότι πολλά σημεία θα του υπενθυμίσουν στιγμές από τη δική του ζωή”.

