
Η φρίκη του εγκλήματος
Πάνω από τέσσερις ώρες κατέθετε χθες στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου, ο Λατιφ Γιαχάι, ο πατέρας του 17χρονου Αλβανού ο οποίος βρήκε φρικτό θάνατο από τις μαχαιριές ενός νεαρού Ρεθυμνιώτη, την Πρωτοχρονιά του 2006, στην ταράτσα του σπιτιού όπου έμενε στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου.
Ήταν η φορτισμένη κατάθεση ενός ανθρώπου που προσπάθησε να βοηθήσει το γιό του από τη μανία εφτά ανθρώπων και τελικά είδε να τον μαχαιρώνουν, τρία μέτρα πιο πέρα, και το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να ψελλίσει το όνομά του «Εντισόν».
Η δίκη ξεκίνησε νωρίς το πρωί με αίτημα αναβολής καθώς ένας κατηγορούμενος, επικαλέστηκε την απουσία του συνηγόρου του, ωστόσο, το δικαστήριο όρισε δικηγόρο από τη λίστα του Πρωτοδικείου και διέκοψε για τρεις ώρες ώστε να ενημερωθεί για τη δικογραφία. Με την επανάληψη της διαδικασίας και αφού αναγνώστηκαν οι κατηγορίες ο Γ.Γ. 19 χρονών που κατηγορείται ως φυσικός αυτουργός, ως ο άνθρωπος που κάρφωσε 17 φορές το μαχαίρι στο σώμα του 17χρονου , δήλωσε ένοχος. «Λυπάμαι για αυτό που έγινε, έχω μετανιώσει και θα μετανιώνω σε όλη μου τη ζωή. Ο μόνος αίτιος είμαι εγώ και δεν μπορώ να βλέπω τον πατέρα και τους φίλους μου να είναι εδώ και να κατηγορούνται για πράξεις που έκανα εγώ», δήλωσε στους δικαστές.
Οι υπόλοιποι πέντε κατηγορούμενοι για συνέργεια (άμεση και απλή) αρνήθηκαν τις κατηγορίες και υποστήριξαν ότι βρέθηκαν εκεί με τον βασικό κατηγορούμενο και ότι προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Ειδικά ο πατέρας του, 42χρονών ο οποίος κατηγορείται επίσης ότι μαζί με τον ανήλικο γιό του (που θα δικαστεί από άλλο δικαστήριο) και την Βουλγάρα φίλη του, προκάλεσαν επικίνδυνες σωματικές βλάβες στον πατέρα του θύματος, ανέφερε : «Λυπάμαι για όσα έγιναν. Προσπάθησα να εμποδίσω το παιδί μου αλλά δεν τα κατάφερα. Έσπρωξα τον πατέρα του θύματος για να προλάβω να συγκρατήσω το γιό μου» υποστήριξε.
Σημειώνεται ότι πατέρας και γιός είχαν προφυλακιστεί και βρισκόταν στις φυλακές Χανίων και Κορίνθου αντίστοιχα.
Οι τρεις νεαροί Α.Μ, 19 ετών, Ν.Σ. 22 χρονών και Ι.Κ. 22 χρονών κατηγορούνται ότι παρείχαν άμεση συνδρομή στο δράστη του εγκλήματος καθώς φέρονται να κρατούσαν τον 17χρονο Εντισόν για να τον μαχαιρώσει ο 18χρονος τότε φίλος τους.
Η κατάθεση
Ο Λατιφ Γιαχάι, πέρασε μπροστά από τους κατηγορούμενους και τους έριξε μόνο μια ματιά. Με τη βοήθεια διερμηνέα, ξετύλιξε το σκηνικό της δολοφονίας, μιλώντας πολλές φορές σε έντονο ύφος και δακρύζοντας όταν ένας από τους συνηγόρους επέδειξε τη φωτογραφία του.
Όπως είπε, δύο μέρες πριν την Πρωτοχρονιά του 2006, η γυναίκα του και ο μεγαλύτερος γιός τους έφυγαν για την Αλβανία και ο ίδιος με τον Εντισόν, έμειναν στο Ρέθυμνο. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πήγε με το γιο του στο σπίτι του αδελφού του για φαγητό και ενώ ο ίδιος αποχώρησε γύρω στις 11 γιατί έπρεπε να πάρει τα φάρμακα του καθώς είναι νεφροπαθής, ο γιός του έμεινε στο σπίτι του θείου του και επέστρεψε στο δικό τους, στις 3 τα ξημερώματα.
«Με ξύπνησε για να μου πει ότι θα έφευγε ξανά γιατί είχε κάπου ξεχάσει το μπουφάν του και δεν κατάλαβα πότε επέστρεψε. Στις 5 το πρωί, άκουσα φωνές στο δρόμο και να το θόρυβο από το σπάσιμο του τζαμιού της εξώπορτας. Είδα επτά άτομα να ανεβαίνουν το ένα πίσω από το άλλο τη στενή σκάλα. Ο νεαρός, κρατούσε μαχαίρι και ο πατέρας του ένα σιδερένιο λοστό, με έσπρωξαν και μπήκαν μέσα. Εγω φοβήθηκα για το παιδί και έτρεξα στη σκάλα που οδηγεί από το μπάνιο στο πλυσταριό όπου κοιμόταν ο Εντισόν. Πρόλαβα και τον ξύπνησα. Του είπα ότι έρχονται Έλληνες να μας σκοτώσουν και τον παρότρυνα να πιάσει τα βάρη που είχε φτιάξει μόνος του για να γυμνάζεται και να τους χτυπήσει. Αυτός αρνήθηκε, «για να μην πάμε φυλακή» και πήγε γρήγορα στην πόρτα της ταράτσας και με το σώμα του την έσπρωχνε για να μην τους αφήσει να ανεβούν. Η πόρτα υποχώρησε και τότε μπήκαν μέσα όλοι. Ο πατέρας, η κοπέλα και ένας νεαρός ψηλός (πρόκειται για τον ανήλικο αδελφό του βασικού κατηγορούμενου) με χτύπησαν με γροθιές και με το σίδερο που κρατούσαν το οποίο κατάφερα να τους πάρω αλλα μου το ξαναπήραν. Και οι τρεις με έπιασαν σφιχτά με τα χέρια τους και δεν με άφηναν να κουνηθώ. Ο γιος που έτρεξε να φύγει, να πηδήξει από την ταράτσα, αλλά τον πρόλαβε πρώτος ο Ι. Κ. και στη συνέχεια οι Α.Μ. και Ν. Σ. Ο πρώτος, του έκλεισε το στόμα και ο Γ.Γ. άρχισε να τον χτυπά με μαχαίρι. Από το παράθυρο, έβλεπα το μαχαίρι να ανεβοκατεβαίνει στο σώμα του παιδιού μου, στο στήθος, την κοιλιά και τα πόδια. Τον χτυπούσε μέχρι που έσπασε το μαχαίρι στο σώμα του. Μετά τον άφησαν. Ήταν ακόμα όρθιος, όταν με άφησαν και βγήκαν και οι άλλοι έξω. Τότε ο πατέρας, σήκωσε το σίδερο και του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Τότε έπεσε κάτω. Καθώς έφευγαν, ο φονιάς, πέρασε από μπροστά μου, μου έβαλε στο λαιμό τη λαβή του μαχαιριού και μου είπε «εγω τον σκότωσα και θα σκοτώσω και εσένα», κατέθεσε ο Λατιφ Γιαχάι.
Χωρίς να μιλήσουν
Απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας, ο Λατίφ Γιαχάι, είπε ότι όσο διαρκούσε η επιδρομή στο σπίτι του, η επίθεση εναντίον του και το μαχαίρωμα του γιου του, οι κατηγορούμενοι, δεν μίλησαν, δεν ανέφεραν τίποτα γιατί το έκαναν, ούτε έβριζαν.
Ανέφερε επίσης, ότι ο γιος του είχε ύψος 1.90 και ήταν γυμνασμένος και θα μπορούσε μόνος του να τα βάλει με τρεις, όχι όμως με όλους.
Στο δικαστήριο, είχαν κληθεί ως μάρτυρες και άτομα αλβανικής καταγωγής που είχαν εμπλακεί με την παρέα του Γ.Γ. σε επεισόδιο, έξω από μπαρ επειδή ένας Αλβανός φορούσε μια κόκκινη μπλούζα με την αλβανική σημαία. Οι μάρτυρες αυτοί υποστηρίζουν ότι ο Γ.Γ είχε τσακωθεί και κυνηγούσε ένα νεαρό συμπατριώτη του, που εμφανισιακά έμοιαζε με τον Εντισόν.
Το δικαστήριο, για διαδικαστικούς λόγους, δεν δέχτηκε να εξεταστούν επειδή η πολιτική αγωγή, δεν γνωστοποίησε –σύμφωνα με την ποινική δικονομία- τη λίστα των μαρτύρων σε όλους τους κατηγορούμενους.
Ο Γ.Γ, ισχυρίζεται ότι ο Εντισόν, που βρισκόταν στην παρέα των Αλβανών με τους οποίους είχε γίνει η συμπλοκή, τον χτύπησε στο μέτωπο και χρειάστηκε να ζητήσει πρώτες βοήθειες στο νοσοκομείο.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, καθώς έφευγε από το νοσοκομείο ενημέρωσε τον πατέρα του και τον ανήλικο αδελφό του που διασκέδαζαν σε μπαρ με την 29χρονη Βουλγάρα και τον Ι.Κ. και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο σπίτι του Εντισόν Γιαχάι.
Η Αστυνομία είχε πάρει χθες αυστηρά μέτρα ασφαλείας μέσα και έξω από το δικαστικό μέγαρο λόγω της παρουσίας πολλών Αλβανών μεταναστών, Ελλήνων αντιρατσιστών και αναρχικών οι οποίοι κρέμασαν σχετικό πανό για το ρατσισμό απέναντι από το Δικαστικό Μέγαρο.

