Του Μιχάλη Κυριακάκη
Αυτό το κείμενο απευθύνεται σε παιδιά κάτω των 16 με 18 χρόνων
Αγαπητά μου παιδιά,
Αυτό το ζώο που βλέπετε στη φωτογραφία, με τέσσερα πόδια, με μία μεγάλη ουρά και με δύο μεγάλα αυτιά είναι ο γάιδαρος.
Το ζώο αυτό, για πολλές εκατοντάδες χρόνια, ήταν ένας από τους πιο πιστούς συντρόφους του ανθρώπου που, μαζί με το μουλάρι, εκτελούσαν το σύνολο των μεταφορών, ανθρώπων, γεωργικών προϊόντων, εφοδίων και εμπορευμάτων και συνέβαλαν τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη και ιδιαίτερα των ορεινών και δυσπρόσιτων περιοχών. Όλες οι οικογένειες, αγροτικές και μη, των περιοχών αυτών, είχαν στην κατοχή τους δύο με τρία γαϊδούρια. Σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο, χειμώνα, καλοκαίρι, οι αγρότες μας το περνούσαν παρέα με τα ζώα αυτά. Ακόμα και τη νύχτα χρησιμοποιούσαν, για τις σωματικές τους ανάγκες, την ίδια τουαλέτα δηλαδή το στάβλο.
Για να μπορούν να μεταφέρουν τα διάφορα φορτία έβαζαν πάνω στη ράχη των γαϊδουριών το σαμάρι ή σωμάρι. Οι τεχνίτες που τα κατασκεύαζαν λέγονταν σαμαράδες ή σωμαράδες. Από τις λέξεις αυτές προέρχονται τα επίθετα: Σαμαράς, Σωμαράς, Σαμαράκης, Σωμαράκης και άλλα.
Το σωμάρι το στερέωναν πάνω στη ράχη του ζώου με δερμάτινους ιμάντες που είχαν διάφορα ονόματα όπως, καπλοδέτης, εμπισθιά, μπροστελίνα κ.α.
Πολλές φορές τα σωμάρια τα χρησιμοποιούσαν και σαν καθίσματα στα σπίτια. Συνηθισμένη ήταν η φράση της νοικοκυράς προς τον άνδρα της.
“Φέρε μπρε το σωμάρι του γαϊδάρου να κάτσει ο σύντεκνος να σας βάλω μια ρακή”. Άλλοτε πάλι τα σωμάρια τα χρησιμοποιούσαν σαν κούνιες για τα μωρά και ιδιαίτερα στην εξοχή που δούλευαν. Τα γύριζαν ανάποδα και έβαζαν τα μωρά μέσα στο κοίλωμά τους.
Κάθε πρωί, το πρώτο πράγμα που έκανε ο γεωργός ήταν να βγάλει το γαϊδούρι έξω από το στάβλο, να του βάλει το σωμάρι, να δέσει πάνω σ’ αυτό τα μικρά ζώα, κατσίκες και πρόβατα, να βάλει μπροστά τις αγελάδες, να καβαλικέψει το γαϊδούρι και όλοι μαζί, άνθρωπος και ζώα, να ξεκινήσουν για τον ίδιο σκοπό που δεν ήταν άλλος από την επιβίωσή τους.
Η τοποθέτηση του ανθρώπου πάνω στο σωμάρι γινόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε και τα δύο πόδια του να είναι πάντα προς τη δεξιά πλευρά του ζώου. Μόνο στο μουλάρι και μόνο οι άνδρες έβαζαν το ένα πόδι δεξιά και το άλλο αριστερά.
Περιζήτητα από τους πιτσιρικάδες ήταν “η καπούλα” δηλαδή η θέση που βρίσκεται στο τέλος του σωμαριού μέχρι την ουρά του ζώου. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την χαρά και την ευτυχία των παππούδων όταν έβαζαν τα εγγόνια τους σ’ αυτή τη θέση. Το πρόσωπό τους ακτινοβολούσε όλο χαρά.
Τα εφόδια ή τα προϊόντα που θέλαν να μεταφέρουν τα τοποθετούσαν μέσα σε δύο τσουβάλια και έβαζαν, φόρτωναν το ένα από τη δεξιά μεριά και το άλλο από την αριστερή του σωμαριού. Όταν τα τσουβάλια δεν ήταν γεμάτα λέγανε “μιγόμια”. Συνηθισμένη ήταν η φράση “δυό μιγομάκια ελιές μαζέψαμε σήμερα”. Η θέση ανάμεσα στα μιγόμια φορτωμένα πάνω στο ζώο λεγόταν “μεσοσώμαρα” και ήταν κι αυτή περιζήτητη από τους πιτσιρικάδες. Πολλές φορές όμως, στη θέση αυτή, τοποθετούσαν ευπαθή προϊόντα μέσα σε καλάθια.
Για να πάνε σε πανηγύρια ή σε γάμους σε άλλα χωριά χρησιμοποιούσαν βέβαια τα γαϊδούρια. Σε αυτές τις περιπτώσεις έβαζαν πάνω στο σωμάρι μια πολύχρωμη πατανία, τα δε εφόδιά τους μέσα σε πολύχρωμους σάκους τους λεγόμενους “τρουβάδες”. Τόσο οι πατανίες όσο και οι ντρουβάδες ήταν προϊόντα της λαϊκής τέχνης. Όταν το πανηγύρι γινόταν σε ξωκλήσι συγκεντρωνότανε, στο χώρο γύρω από την εκκλησία, πάνω από 50 με 60 γαϊδούρια.
Όταν έβλεπε κάποιος αυτή την εικόνα, τα γαϊδούρια με τις ζωηρόχρωμες πατανίες, τους χρωματιστούς ντρουβάδες με τους άρτους σε συνδυασμό με το φυσικό περιβάλλον είχε μπροστά του ένα υπέροχο ζωγραφικό πίνακα.
Σε αυτές τις συνάξεις, πολλές φορές, είχαμε και ορισμένα απρόοπτα. Επειδή υπήρχαν πάντα σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις και ζωηρά αρσενικά γαϊδούρια, για να κάνουν γνωστή την παρουσία τους, άρχισαν να γκαρίζουν. Αν καμιά φορά καθυστερούσαν, ορισμένοι νεαροί, τους παρότρυναν με διάφορα ακατανόητα επιφωνήματα όπως: τσαρ... τσαρ.... τσαρ... Έτσι από τη μιά μεριά είχαμε τη θεία λειτουργία με τους υπέροχους Βυζαντινούς ύμνους και από την άλλη τα γκαρίσματα των γαϊδάρων, τα βελάσματα των μικρών ζώων, τα επιφωνήματα των νεαρών και όλα αυτά μέσα σε ένα καταπληκτικό φυσικό περιβάλλον καταλαβαίνετε τι ομορφιά ήταν αυτή.
Όπως γράφω και παραπάνω, στις δύσβατες και κακοτράχαλες περιοχές, όπως η περιοχή του Δήμου μας, το μοναδικό μέσο για τις μεταφορές ανθρώπων και πραγμάτων, ήταν ο καημένος ο γάιδαρος. Εκείνο όμως που τον χαρακτήριζε ήταν η μεγάλη του υπομονή (γαϊδουρινή) και το πείσμα. Ο αγωγιάτης για να επιταχύνει την κίνησή του τον παρότρυνε με επιφωνήματα όπως: σέεεε.... σεεε.... αλλά κυρίως με άφθονους ραβδισμούς και ισχυρούς ραβδισμούς. Το ξύλο που έτρωγε καθημερινώς από το αφεντικό του ήταν το κάτι άλλο. Αλλά αυτός εκεί με πείσμα και υπομονή δεν ήθελε να επιταχύνει το βάδισμά του. Ο άνθρωπος, παρά τις υπηρεσίες του ήταν αχάριστος απέναντί του. Ποτέ δεν είδα κάποιο να χαϊδεύει γάιδαρο σε αντίθεση, πάντα χάιδευε τα σκυλιά και τα άλογα. Τα περιττώματα των γαϊδουριών τα λένε “καβαλίνες”. Είναι γνωστή η φράση “Στράτα που δεν έχει καβαλίνες δεν είναι στράτα”. Αυτό λέγεται στις περιπτώσεις εκείνες που συμβαίνουν τροχαία θανατηφόρα ατυχήματα.
Πολλές φορές ορισμένοι δανείζονταν τα γαϊδούρια από τους φίλους τους για να κάνουν διάφορες μεταφορές. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω ανέκδοτο που έχω δημοσιεύσει σε άλλο έντυπο. Πάει ένας Πανωβιαννίτης και λέει του συντέκνου του: “Σύντεκνε θα μου δώσεις το γάιδαρό σου να πάω να φέρω ξύλα από το αόρι; Μετά χαράς κουμπάρε αλλά δεν τον έχω επαέ τον έχω στο γιαλό”. Εκείνη τη στιγμή όμως ο γάιδαρος άρχισε να γκανίζει από το στάβλο. “Σύντεκνε” του ξαναλέει: “Εγώ τον ακούω που γκανίζει”. “Και δε μου λεες” του απαντά ο άλλος, “τίνος πιστεύεις εμένα ή του γαϊδάρου μου;”.
Ο γάιδαρος παρά τη σκληρή συμπεριφορά του ανθρώπου, όταν μείνει μόνος του πάλι ξαναγυρίζει στο σπίτι του αφεντικού του. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω πραγματικό γεγονός. Πριν από κάμποσα χρόνια κάποιος κάτοικος της Άνω Βιάννου είχε φορτώσει στο γάιδαρό του ένα φορτίο άχερα. Την ημέρα όμως εκείνη φυσούσε βοριάς πάνω από 8 με 10 Μποφόρ με αποτέλεσμα ο δυνατός αέρας να παρασύρει το γάιδαρο με το φορτίο του. Ο καημένος ο Βιαννίτης στην προσπάθειά του να διασώσει το φορτίο τραυματίστηκε σοβαρά και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Ο γάιδαρος χωρίς φορτίο και σωμάρι έφυγε και πήγε στο σπίτι. Εκεί μόλις τον είδαν έτσι χωρίς φορτίο και σωμάρι κατάλαβαν τι είχε συμβεί.
Κάτι άλλο. Το γάλα της γαϊδούρας μοιάζει πολύ, ως προς τα συστατικά του με το γάλα του ανθρώπου. Έτσι πολλές φορές όταν η μάνα, για πολλούς λόγους δεν μπορούσε να θηλάσει, στο παιδί της δίδανε γαϊδουρίσιο γάλα.
Σήμερα, όπως όλα τα οικόσιτα ζώα, έτσι και ο γάιδαρος πάει να εξαφανισθεί από τα χωριά μας. Γι’ αυτό τολμώ να κάμω την πρόταση προς τον Δήμο μας να εξετάσει την περίπτωση να ιδρυθεί στην περιοχή μας κάποιο πάρκο στο οποίο να γίνει προσπάθεια για τη διάσωση όλων αυτών των οικόσιτων που τόσα πολλά πρόσφεραν στον άνθρωπο.
Λέω να κάμω και μιά άλλη πρόταση αλλά φοβούμαι ότι πολλοί φίλοι μου θα τη χαρακτηρίσουν ως “μπούρδα”. Εγώ θα τη γράψω και δεν πειράζει. Σε κάποιο λόφο, από τους εκατοντάδες που υπάρχουν στην περιοχή μας, να στηθεί ένα μνημείο, που με τη σύνθεσή του, να θυμίζει τη βοήθεια όλων αυτών των ζώων, τώρα και χιλιάδες χρόνια, στον άνθρωπο για την επιβίωσή του και την οικονομική του ανάπτυξη και πρόοδο.

