Του Ν. Τσαγκαράκη

Κάθε εποχή έχει τις ταινίες της, κι αυτή εδώ είναι φτιαγμένη ειδικά για τις μέρες που διανύουμε.



THE HOLIDAY



Σκην.: Νάνσυ Μάγιερς

Πρώτ.: Κάμερον Ντίαζ, Κέητ Γουίνσλετ, Τζακ Μπλακ, Τζουντ Λο, Έλι Γουάλας

Δύο γυναίκες από διαφορετικές άκρες του πλανήτη αλλά με ίδια αισθηματικά προβλήματα, επικοινωνούν μέσω e-mail και αποφασίζουν ν’ ανταλλάξουν σπίτια για τα Χριστούγεννα. Από το Σάρεϊ στο Λος Άντζελες και αντιστρόφως, θα ζήσουν για λίγο σε καινούριους κόσμους μέσα στους οποίους θ’ ανακαλύψουν τον πραγματικό έρωτα.

Όπως η Νόρα Έφρον, η Νάνσυ Μάγιερς είναι επίσης ταυτισμένη με το είδος της ρομαντικής κομεντί και αποτελεί μία από τις πιο αξιόπιστες εμπορικά δημιουργούς του είδους. Το «Αυτό που Θέλουν οι Γυναίκες» είχε περισσότερα στοιχεία σλάπστικ παρά ρομαντισμού, αναλογίες που αντιστράφηκαν με την επόμενη ταινία της, «Κάλλιο Αργά Παρά Αργότερα», όπου ο Τζακ Νίκολσον και η Νταϊάν Κήτον έδωσαν ένα καλοδουλεμένο, ώριμο δείγμα του είδους.

Εδώ, το καστ μεγαλώνει, τα ζευγάρια γίνονται δύο, και οι πρωταγωνιστές τέσσερις. Επίσης, αυτή είναι και η μεγαλύτερη σε διάρκεια ταινία της σκηνοθέτριας, φτάνοντας αισίως τις 2 ώρες και 15 λεπτα- διάρκεια αδικαιολόγητη αλλά όχι αναγκαστικά κουραστική.

Η Άιρις είναι δημοσιογράφος στη λονδρέζικη «Daily Telegraph», ερωτευμένη μ’ έναν συνάδελφό της για τον οποίο αποτελεί απλώς μία ανάμεσα στις πολλές κατακτήσεις του. Η Αμάντα είναι δημιουργός κινηματογραφικών τρέηλερ και ζει στη βίλλα της στο Λος Άντζελες, αλλά μαθαίνει ότι ο άντρας της την απατά κι έτσι καταλήγει μόνη κι απογοητευμένη. Τα Χριστούγεννα βρίσκονται λίγες μέρες μακριά και οι δυο γυναίκες πρέπει να βρουν γρήγορα έναν τρόπο να ξεφύγουν από τη μιζέρια των ζωών τους. Η ιδανικότερη λύση είναι φυσικά να αλλάξουν ζωές, κι αυτό γίνεται όταν η Αμάντα βρίσκει στο διαδίκτυο την αγγελία της Άιρις για ανταλλαγή σπιτιών.

Η ταινία ξεκινά με αφήγηση και δηλώσεις για τη φύση του έρωτα και της αγάπης, τακτική που θυμίζει το «Love Actually» και προδιαθέτει για μια γενική θεώρηση του θέματος, αν και το φιλμ της Μάγιερς καταλήγει σε κάτι λιγότερο φιλόδοξο, αλλά όχι λιγότερο ικανοποιητικό, όντας μια συμπαθητική, ζεστή, καλογυαλισμένη προσθήκη στο είδος.

Το κύριο -ίσως και μοναδικό- πρόβλημά της είναι σεναριακό, και αφορά την έλλειψη οικονομίας σε πολλά από τα ζητήματα της ιστορίας, όπως η πρώτη συνάντηση της Αμάντας με τον Γκρέιαμ, τα τηλεφωνήματα των παιδιών του, η πρόοδος της σχέσης των Άιρις και Μάιλς, ο ρόλος του Άρθουρ κ.α. Από την άλλη, μάλλον άτσαλα το σενάριο παραλείπει τα πρακτικά θέματα γνωριμίας, εξακρίβωσης ταυτότητας και εξασφάλισης που θα προέκυπταν σε μια τέτοια περίπτωση, και προχωράει κατευθείαν στα ταξίδια των κοριτσιών σαν η εμπιστοσύνη τους να πήγαζε από χρόνια γνωριμίας.

Ολ’ αυτά όμως μπορεί να τα παραβλέψει κανείς αφενός αναστέλλοντας τη δυσπιστία του (όπως επιβάλλεται εξάλλου από το είδος), προτάσσοντας αφετέρου τη διάθεσή του να αφεθεί στον κόσμο του φιλμ και στην ψευδαίσθηση που προορίζεται να προσφέρει –και το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό. Η φλυαρία του σεναρίου δεν αφήνει χώρο για όμορφες ατάκες που συνήθως θυμόμαστε από τέτοιες ταινίες, αλλά οι πρωταγωνιστές ταιριάζουν εξαιρετικά μεταξύ τους, ο Λο ισορροπεί πολύ καλά ανάμεσα στην εικόνα του κατακτητή και του αφοσιωμένου πατέρα, η Ντίαζ δε χρειάζεται να κάνει και πολλά ούτως ή άλλως, η Γουίνσλετ προφανώς παίζει κάτι εύκολο γι’ αυτή, και ο Μπλακ μακάρι να είχε περισσότερο χώρο για τα πάντα ευπρόσδεκτα κωμικά του ξεσπάσματα.

Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης και η κινηματογραφοφιλία της Μάγιερς, με αναφορές που πλημμυρίζουν την ταινία, σε κάποια σημεία γίνονται υπερβολικά προφανείς κι αλλού είναι ιδιαιτέρως εύστοχες, με καλύτερη απ’ όλες το σύντομο πλάνο του Ντάστιν Χόφμαν στο βίντεο-κλαμπ.

Ο συνθέτης Χανς Τσίμερ και ο σχεδιαστής παραγωγής Τζον Χάτμαν δικαιολογούν τη συχνότητα των συνεργασιών τους με τη σκηνοθέτρια, ειδικά ο δεύτερος που αποδίδει ιδανικά τα εντελώς διαφορετικά αλλά εξίσου ειδυλλιακά καταφύγια των δύο ηρωίδων.