3. Κυνηγός που κυνηγούσε
Κυνηγός που κυνηγούσε,
εις τα δάση μια φορά,
έτυχε να συναντήσει
μία ερημοκκλησιά.

Προχωρεί και μπαίνει μέσα,
με θλιμmένη την καρδιά.
Βλέπει ‘κεί να προσκυνάει,
μια μικρή καλογριά.

Καλογρέα μου, τση λέει,
τ’ όνομά σου επιθυμώ,
ας το μάθω κι ας πεθάνω
στο ερημοκκλήσι αυτό.

Τ’ όνομά μου για να μάθεις,
πολύ θα με λυπηθείς,
γιατί ‘σύ ‘σουν η αιτία
καλογραία να με δεις.

Έλα πάτησε τον όρκο
και παντρέψου μια φορά.
Πάρε με τον κυνηγάρο,
που σ’ αγάπησα πιστά.

Πως τον όρκο να πατήσω,
τον Θεό ν’ απαρνηθώ,
π’ έχω τώρα πέντε χρόνια
στο ερημοκκλήσι αυτό.

Το φαΐ μου είναι χόρτα,
το κρεββάτι μου σκληρό,
με μια πέτρα μαξιλάρι,
έτσι μού ‘τανε γραφτό.88

4. Μια κόρη ανθούς εμάζωνε
Μια κόρη ανθούς εμάζωνε
κι ανθούς εκορφολόγα.
Να κάμει πέτσες με τσ’ ανθούς, μαντήλια με τα ρόδα.

Κι ο Γιαννακής κατέβαινε
απού λαγού κυνήγι.
Ζευγάρι ρόδα τση ζητά
και τέσσερα του δίνει.
Κι η μάνα τζης, την-ε θωρεί
π’ ανάδιο (ή απάργιο) παραθύρι.

Μωρή σκυλιά, μωρή βρωμιά,
μωρή μαγαρισμένη.
Απού ‘χεις δώδεκ’ αδερφούς κι οι δώδεκ’ αντριωμένοι.
Κι αργά δα ‘ρθουν κι οι δώδεκα
και δα σε μαντατέψω (προδώσω).

Κι αργά ‘ρθανε κι οι δώδεκα,
τη κόρη μαντατεύγει.
Ο γεις τση κόλα(γε) με σπαθί
και άλλος με κοντάρι.
Κι ο γ-ύστερος τση αδελφός
μ’ ένα καλαμοκάνι.

Κι η μάννα τζης τση κόλανε (τη χτυπούσε)
με τη χρυσή τζης ρόκα.
Κι ο κύρης τζης τση κόλανε
μ’ ένα κομμάτι κλήμα,
γιατί την-ε λυπούντανε,
την πεντακακομοίρα.

Τη νύχτα τα μεσάνυχτα,
η κόρη εψυχομάχε.
Κι η μάννα τζης στο πλάϊ τηςκαι τζαγκουρνοφωνάται.

Ιντάχεις μάννα μου και κλαίς και τζαγκουρνοφωνάσαι;

Κλαίω σε θυγατέρα μου,
ποια ρούχα δα σου βάλω.
Η τα χρυσά ή τα΄αργυρά
ή τα μαλαματένια.
Είτε τα λινοπράσινα,
που σούχω στη κασέλα.

Δε θέλω ‘γώ, ούτε χρυσά,
ούτ’ αργυρά, ούτε μαλαματένια.
Ούτε τα λινοπράσινα,
που μούχεις στη κασέλα.
Μόνο τα ρουχαλάκια μου
τα ματοβουρωμένα,
που να ματοβουρώσ΄η γης
και ν΄ακουστεί στη Χώρα,
πως με ματοβουρώσετε,
για ‘να ζευγάρι ρόδα89.
Όπως θυμάται άλλη αφηγήτριά μου90, το ποίημα συνεχίζει :
Κι αν έρθει μάννα ο Γιαννακής,
μην του βαροκαρδίσεις.
Δώσε του τάβλα να γευτεί,
δειπνιέρι (δείπνο) να δειπνίσει.
Κι άνοιξε τη κασέλα μου,
τη παλιοκαιρισμένη.
Δώστου τα δαχτυλίδια ν-του, τ’ αρραβωνιαστικά ν-του.
Να πά να βρει γυναίκα ν-του κι αρραβωνιατικιά ν-του.

5.Τση Σούσας το τραγούδι
Πάσα ταχιά με τη δροσά,
π’ ανοίγει το λουλούδι,
αφρουκαστήτε να σας πω
τση Σούσας το τραγούδι.

Η Σούσα η αργυρή κρατεί
‘λεξαντρινό κρουστάλι
κι όμορφο νέο αγαπά,
όμορφο παληκάρι.

Μια ταχυνή σηκώνεται
στη κλίνη της καθίζει
και με το γιγκλικάκι (μαντηλάκι) της
τα δάκρυα σκουπίζει.

Κι η μάννα τζης την-ε θωρεί απάργιο (από το απέναντι) παραθύρι.
Ιντάχεις Σούσα μου και κλαις και βαριαναστενάζεις.

Ονειρο το ‘δα μάννα μου
άσκημο το παντέρμο,
πως ήρθε τ΄ αδερφάκι μου
κι ήταν ξεσπαθωμένο.

Άφησ’ το Σούσα στο Θεό,
εκεί παραδομένο (ενν. το όνειρο).
Και να το βγάλ’ η χάρη Ν-τουκαλό κι ευλοημένο.

Μια Πέμτη αργά, τον αγαπά, τον είχε καλεσμένο.
Σηκώνετ’ ο Σαρής Μπαγρής (ο αδελφός της)
κι ήταν και παωμένος (είχε φθάσει κιόλας).

Τη νύχτα τα μεσάνυχτα,
στου ύπνου τη γλυκάδα,
γροικούν στην πόρτα, κουρκουνούν,
γροικούν και κουρταλούνε.

Άνοιξε Σούσα μ’ άνοιξε
και διψασμένος είμαι
κι από τη στράτα
την πολλή
ξεγλωσσισμένος είμαι.

Σκύφτει, φιλεί
τον π’ αγαπά,
γυρίζει και του λέει.
Βάστα πουλάκι μου ‘πο κει,
σηκώσου μπλιό να πχαίνεις,
γιατί ‘ρθε τ’ αδερφάκι μου, καλό μην ανημένεις.

-Ύπνος βαρύς με πλάκωσε,
να πχαίνω δεν μ’ αφήνει.

Τρια σκαλούνια πάτησε,
ώστε να βγει στην κλίνη.

Κείνος (ο αδελφός της), νερό δεν ήθελε,
‘κείνη νερό του δίνει.
-Βαριά ‘ναπνιά εγροίκησα
στο στρώμα σου ‘ποκάτω.
-Μπας και θαρρείς πως κάνω ‘γώ τσι μπρόβες (πράξεις) τσ’ εδικές σου ;

Βγάνει το γιαταγάνι ν-του
απ’ τ’ αργυρό φουκάρι
και κόβγει το μαστάρι τζης,
ωσάν το πορτακάλι.

Από τη χέρα την κρατεί
στη μάννα τζης τη πάει.
Κι εκείνη, ως την είδενε
σύρνει φωνή μεγάλη.

Σούσα μου ποιός
σου τόκαμε
ετούτονά το χάλι;

Ο αδελφός μου ο Γιαννακός,
τ’ αμούστακο βλαστάρι,
που να τον-ε σκοτώσουνε,
ας είν’ και παλικάρι.
Ετούτοσάς μου τόκαμε
ε-τούτο-νά το χάλι.

Και μπάνα(μήπως) μη σε γνώρισε και βάρηκέ σου
αιφνίδια;

Μακάρι, κι ως με γνώρισε,
δε βάρηκέ μου αιφνίδια,
ετσά να τούρθ’ η μπαλωθιά,
να τον-ε φάν’ τα φίδια.

Από τη χέρα την κρατεί
και στου γιατρού την πάει.

Γιατρέ και γιάτρεψέ τηνε
γλήγορα τη πληγή μου.
Κι αν θέλεις χίλια γ-ή εκατό
κι αν θέλεις δυό χιλιάδες,
δίδει τα ο Σαρής Μπαγρής,
δεν είναι χωρατάδες.

Μα στου θανάτου τσι πληγές
βοτάνια δε ‘φελούνε,
μήτε γιατροί γιατρεύγουνε,
μητ’ Άγιοι βοηθούνε.

Ας έρθει ‘δά ο Σαρής Μπαγρής, ως ήμουν κυπαρίσσι,
να κάμει το μπεζάρι(μνήμα) μου με κρουσταλένια βρύση91

6. Μάννα με τσι εννιά σου γιούς

Μαννα με τσι εννιά σου γιούς και με τη μια σου κόρη.
Την κόρη τη μονάκριβη
την πολυαγαπημένη,
κι ο ήλιος δεν τη θώργιε.

Στα σκοτεινά την έλουγε,
στα φέγγα (φεγγάρια) τη χτενίζει
και στ’ άστρα στον αυγερινό
τσ’ έπλεκε τα μαλλιά τζης.

Προξενητάδες ήρθανε
από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή
πολύ μακρυά στα ξένα.

Οχτώ αδερφοί δεν ήθελαν
Κι ο Κωνσταντίνος (ένας από τους αδελφούς) θέλει.
Μάνα να την παντρέψομε
την Αρετή στα ξένα.
Κι αν πάμε ‘μείς στην ξενητιά,
ξένοι να μη γενούμε (ενν. νάχουμε κάποιο στα ξένα).
Κι αν τύχει πίκρα γ-ή χαρά,
εγώ δα σου τη φέρω (ενν. την Αρετή).

Και σαν την-ε παντρέψανε
την Αρετή στα ξένα,
ήρθε βαρύ θανατικό
κι οι εννιά ‘δερφοί ποθάναν.
Κι ευρέθ’ η μάννα ‘μοναχή
σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματά ‘κλαιγε,
σ’ όλα μοιρολογούνταν.
Στου Κωνσταντίνου πήγαινε
κι ανέσπα τα μαλλιά τζης.

Ανάθεμά σε Κωνσταντή
και μυριανάθεμά σε,
το τάξιμο που μούταξες,
πότε δα μου το φέρεις ;

Κι από το μυριανάθεμα
και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε
Κι ο Κωνσταντής εβγήκε (ενν. από το μνήμα).

Βάνει τα σύννεφ’ άλογο
και τ’ άστρα χαλινάρι
και το φεγγάρι σύντροφο
και πάει να την πάρει.

Βρίσκει τη να χτενίζεται
όξω στο φεγγαράκι.
Από μακρυά τη χαιρετά
κι από κοντά τση λέει.

Άντε Αρετή να πχαίνομε
στη μάννα μας να πάμε.

Αλοίμονο αδερφάκι μου
κι ‘ντάναι τούτ’ η γι-ώρα.
Αν είναι πίκρα γ-ή κακό,
να βάλω μαύρα νάρθω.
Κι αν είναι γλύκα γ-ή χαρά,
να στολιστώ και νάρθω.

Άντε Αρετή να πχαίνομε
κι ας είσαι όπως είσαι.

Κοντογυρίζει τ’ άλογο
και πίσω ν-του καθίζει.

Φοβούμαι σ’ αδερφάκι μου
και... λιβανιά μυρίζεις.

Οψές τ’ αργά επή(γ)αμε
κάτω στον Άη Γιάννη.
Και μας εθύμιασε ο παππάς
με περισσό λιβάνι.

Στη στράτα που πηγαίνανε
πουλάκια κελαηδούσαν.
Δεν κελαηδούσαν ως πουλιά
μήτε σαν χελιδόνια.
Μόνο μιλούσαν κι έλεγαν
ανθρωπινά, με λόγια.

Δεν είναι κρίμα κι άδικο
παράξενο μεγάλο,
τέτοια πανώρια λυγερή
να σέρν’ αποθαμένο ;

Άκουσες Κωνσταντίνε μου
τι λένε τα πουλάκια ;

Απρίλης είναι, κελαηδούν
και Μάης και φωλεύουν.
Άντε Αρετή να πχαίνομε
κι ας λένε ό,τι θέλουν.

Στη στράτα ‘κεί που πχαίνανε
κι άλλα πουλιά τους λένε.
Δεν είναι κρίμα κι άδικο,
παράξενο μεγάλο,
να πχαίνουνε οι ζωντανοί
με τσι αποθαμένους ;

Τ’ άκουσε πούρι η Αρετή
και ράϊσ’ η καρδιά τζης.

Άκουσες πάλι Κωνσταντή
τι λένε τα πουλάκια ;

Άντε Αρετή να πχαίνομε
κι άσ’ τα πουλιά να λένε.

Όντε κοντοσιμώνανε
κοντά στον Άη Γιάννη,
γροικά τη πλάκα και βροντά,
το χώμα να... βουϊζει.
Μαυρίζει, αστράφτει και βροντά
και φεύγει από κοντά τζης!

Κινά και πάει η Αρετή
στο σπίτι αμοναχή τζης.
Βρίσκει το βάρσαμο ξερό,
το καρεφύλι (λουλούδι ;) μαύρο.
Βλέπει τα δέντρα τζης γυμνά,
τα χόρτα μαραμένα.
Και τα πορτοπαράθυρα
σφιχτά μανταλωμένα.

Άνοιξε μάννα μου γλυκειά,
‘νοίξε γλυκιά μου μάννα.

Ποιος είν’ αυτός που κουρκουνά
και με φωνάζει μάννα ;
Αν είσαι φίλος διάβαινε,
αν είσ’οχτρός μου φύγε.
Κι αν είσ’ ο Πικροχάροντας,
άλλα παιδιά δεν έχω,
μόνο την Αρετούσα μου
πολύ μακρυά στα ξένα.

Άνοιξε μάννα μ’ άνοιξε
κι εγώ ‘μαι η Αρετή σου.

Σηκώθηκε και τσ’ άνοιξε
και σφιχταγκαλιαστήκαν.
Και... αποθάνανε κι οι δυο92

7. Μια βοσκοπούλα στο βουνό
Μια βοσκοπούλα στο βουνό
μέρα και νύχτα κλαίει
και τ’ αποξημερώματα
τση μάννας τζης τα λέει.

Μάννα μου πέθαν’ ο βοσκός
και παν να τον-ε θάψουν,
κορίτσια κι εύμορφα παιδιά
πάνε να τον-ε κλάψουν.

Κλάψε τον μάννα μου κι εσύ
τον άμοιρο βοσκό μας,
που φύλαγε τα πρόβατα
απάνω στο βουνό μας93.

8. Η Ρωμιοπούλα

Ένα πουλάκι κελαηδεί
στ’ αρισμαριού τη φούντα.
Κι η Ρωμιοπούλα τό ‘κουσε
από την πορτοπούλα.
Νά ‘χα, πουλί, τα κάλλη σου
και τον κελαηδισμό σου.
Και τα χρυσά σου τα φτερά,
μαλλιά στη κεφαλή μου.

Ίντα τα θές τα κάλλη μου
και τον κελαηδισμό μου
και τα χρυσά μου τα φτερά
μαλλιά στη κεφαλή σου ;
Σύ π’ ανημένεις έρωντα
να μπεί να σε φιλήσει.
Κι εγώ ανημένω κυνηγό
το αίμα μου να χύσει ;

Εσύ που θέτεις και δειπνάς
σε μαλακά σεντόνια.
Κι εγώ το κακορίζικο,
στσι πάχνες και στα χιόνια ;

Εσύ που πίνεις το νερό
σ’ ένα χρυσό μπαρντάκι.
Κι εγώ το κακορίζικο,
στση γής το γουργουθάκι94.

Όμως, αρκετά με τα λυπητερά. Καιρός να περάσομε στην επόμενη συνέχεια σε περισσότερο ευχάριστα. Και συγκεκριμένα στα παιδικά παιγνίδια.
Yποσημειώσεις 7ου μέρους
88 Αφήγηση : Γερακιανάκη Μαλαματένια, σύζ. Γ. Κοντάκη, βλ. σημ. 87., 89 Αφήγηση : Ανδριανάκη Δέσποινα, σύζ. Εμμ.Φραγκιαδάκη, βλ. σημ. 80, που τόνιζε συνεχώς πως : Το ποίημα το είχε ακούσει από τη γιαγιά της τη Φραγκιούδενα. 90 Αφήγηση : Ανδριανάκη Αννα του Γεωργ. συζ. Καλαϊτζάκη Στυλ., βλ. σημ. 78. Το ποίημα, όπως είπε, το έλεγαν η μητέρα της Κυριακή, βλ. σημ. 86 και η θεία της Μαλαματένια, βλ. σημ. 87. 91 Αφήγηση : * Ανδριανάκη Δέσποινα του Μιχ., σύζ. Φραγκιαδάκη Εμμ., βλ. σημ. 80. * Καρκανομανόλης, βλ. σημ. 7 . Επίσης : Σύμφωνα με άλλους αφηγητές μου, που όμως δεν θυμόντουσαν τους στίχους του, το συγκεκριμένο ποίημα είχε διαφορετικό τελείωμα... Συγκεκριμένα : Ο αδελφός της Σούσας μαχαίρωσε και εκείνη και τον αγαπημένο της. Τους έθαψαν, δίπλα-δίπλα, σε δυό τάφους. Περασαν... χρόνια. Σε κάθε τάφο φύτρωσε από, μόνο του, ένα κυπαρίσσι. Κάθε φορά που φυσούσε αγέρας, τα κυπαρίσσια… φιλιόντουσαν!
92 Αφήγηση : Ανδριανάκη Άννα του Γ., σύζ. Σ. Καλαϊτζάκη, βλ. σημ. 78.
93 Αφήγηση : Καλαϊτζάκη Μαρία του Ι, σύζ. Κ. Γερακιανάκη, βλ. σημ. 87.
94 Αφήγηση : Βασιλάκη Μαρία, σύζ. Βαϊλάκη Μιχ., ετών 93 (+1980), από Ποταμιές...,που έλεγε συχνά-πυκνά μια μαντινάδα για τα γηρατειά : Οντε γεράσει ο άθρωπος/ ίντα θαρρείς (νομίζεις) πως κάνει./ Γούζεται (διαμαρτύρεται), ξεμυξίζεται / βήχει και… πορδοκλάνει !.* Γερακιανάκη Μαλαματένια του Μιχ., σύζ. Κοντάκη Γεωργίου, βλ. σημ 87.

Συνεχίζεται1