
Της Κατερίνας Μυλωνά
Το «εισιτήριό» της για το Ηράκλειο ήταν για τη Νίκη Τρουλλινού οι ιστορίες που άκουσε από την Κατίνα Παϊζη.
Η κ. Τρουλλινού επιμελήθηκε το τέταρτο βιβλίο της σειράς «Οι λησμονημένοι του τόπουʼʼ από τις εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗ με τίτλο «ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ΄ αγάπησα». Έχουν ήδη εκδοθεί τα βιβλία για τον Μανόλη Δερμιτζάκη, τον Μηνά Δημάκη, τον Άρη Δικταίο, αλλά και το πέμπτο της σειράς για τον Λευτέρη Αλεξίου με επιμέλεια και ανθολόγιο από τον Δ. Δασκαλόπουλο.
Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο ζωγράφος, Μανόλης Αποστολάκης, τις διορθώσεις έκανε η Τασούλα Μαρκομιχελάκη. Το βιβλίο περιέχει CD. Διαβάζει κείμενα της ποιήτριας η Λήδα Δημητρίου, ηθοποιός – παραγωγός στο Γʼ πρόγραμμα της ΕΡΤ. Παίζει πιάνο ο Ορέστης Ζωγράφος, επιμέλεια ήχου Στεφανία Τσακίρη.
Η κ. Τρουλλινού μιλά στην «Π» για την προσωπική της γνωριμία με την ποιήτρια, για το παλιό και το νέο Ηράκλειο.
Ποια ήταν η προσωπική σας σχέση με την Κατίνα Παΐζη;
«Η Κατίνα Παΐζη γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, στα Χανιά, αδιευκρίνιστο πότε η οικογένεια μετακόμισε στο Ηράκλειο, το 1926 πάντως τελειώνει το περίφημο Διδασκαλείο εδώ, εδώ γράφει τις δύο πρώτες ποιητικές της συλλογές που θα την κάνουν γνωστή και βεβαίως εργάζεται ως δασκάλα στην πόλη μας. Πρώτα στα προσφυγόπουλα του Μασταμπά, και έπειτα στο Πρότυπο δημοτικό σχολείο. Υπήρξε, ξέρετε, και αναφέρομαι στο βιβλίο αναλυτικότερα, μια παρέα νέων διδασκαλισσών αποτελούμενη από την Κατίνα, την αδελφή της και αργότερα πολύ σπουδαία ηθοποιό Αλέκα Παΐζη, δασκάλα και αυτή τότε, και την Ευρυδίκη Σπυριδάκη, αργότερα Τρουλλινού, δηλαδή τη μητέρα του άνδρα μου Θεόφιλου Τρουλλινού. Η ποιήτρια ήταν άλλωστε και η νονά του. Έτσι η γνωριμία μας έγινε στα πλαίσια του οικογενειακού περιβάλλοντος, και υπήρξε, πιστεύω, ουσιαστική. Ήταν και οι δύο αδελφές τόσο γοητευτικές γυναίκες, με μια τέτοια αύρα, που σου την μετέφεραν με τον τρόπο τους, και κυρίως με τις καταπληκτικές ιστορίες που αφηγούντο. Όχι μόνο από το παλιό Ηράκλειο, αλλά και για την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, και πάει λέγοντας. Μην ξεχνάμε ότι έζησε αυτή η γενιά, από το ΄22 και μετά, πολέμους, δικτατορίες, κλπ.»
Επρόκειτο για μια γυναίκα μορφωμένη, με δυναμισμό και ανεξάρτητη. Πόσο δύσκολο ήταν στην εποχή της να έχει αυτά τα γνωρίσματα;
«Έχω την αίσθηση πως δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου εύκολο. Από την άλλη, θα έλεγα, ότι το μεγάλο πλεονέκτημα ήταν η εργασία τους. Σε εποχές που η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών ήταν εγκλωβισμένες στον ένα και μοναδικό ρόλο, και ξέρουμε καλά ποιος είναι αυτός, η εργαζόμενη και κυρίως η δασκάλα είχε ανοίξει τα φτερά της, ήταν αποδεκτή και σεβαστή από τον κοινωνικό περίγυρο. Αν προερχόταν και από καλή αστική οικογένεια, ακόμα καλύτερα. Και επιπλέον, το Ηράκλειο του μεσοπολέμου φαίνεται πως είχε ανοικτές κάποιες πόρτες του για τις μορφωμένες της εποχής. Έγραφαν στα έντυπα, λογοτεχνικά κυρίως, απίστευτα πολλές γυναίκες. Είθε κάποιος ερευνητής να βρεθεί και να τις βγάλει από την λήθη. Γίνονταν πολιτιστικές εκδηλώσεις που οι γυναίκες είχαν λόγο, η κριτική ασχολούνταν με την πνευματική τους εργασία, κυκλοφορούσε το καλό βιβλίο. Βεβαίως, για να είμαστε και προσγειωμένοι, δεν νομίζω ότι το ίδιο ίσχυε και στη σφαίρα της προσωπικής τους ζωής. Το λογικό για την εποχή ήταν να υπερισχύει ο πουριτανισμός, ο έλεγχος της ζωής από την οικογένεια, και από κοντά το ασυναγώνιστο στερεότυπο ʽʼτι θα πει ο κόσμοςʼʼ.»

