Eπιμέλεια κειμένων από την Ειρήνη Ταχατάκη

Δημοσιεύομε αποσπάσματα από το βιβλίο του αντιστασιακού και στη συνέχεια διαστημικού επιστήμονα ΗΛΙΑ ΔΟΥΝΔΟΥΛΑΚΗ: “Αναμνήσεις από την Αντίσταση και τη διαστημική δημιουργία”

Μέρος 3ο



Περίληψη

Αρχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου και δόξα των ελληνικών στρατευμάτων-είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στο ελληνοϊταλικό μέτωπο και στην Ελλάδα. Γερμανοί αλεξιπτωτιστές εισβάλλουν στην Κρήτη. Αρχίζει η γερμανική Κατοχή, επίσης και η αναγκαστική εργασία (αγγαρεία), καθώς και αντεκδικήσεις.

Συμβολή στην Αγγλική Μυστική Υπηρεσία, με επικεφαλής τον Πάτρικ Λη Φέρμορ και τον αδελφό μου Γιώργο. Δραματική ζωή με αγγαρείες και απαγορευμένη κυκλοφορία τη νύχτα. Η ζωή ήταν φριχτή. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, στην πείνα και στις κακουχίες-αγγαρείες, και θάνατος της γιαγιάς μου. Συνεχής εξυπηρέτηση του συνταγματάρχη Αντωνίου Μπετεινάκη ως φορέας μυστικών υπηρεσιών προς τη μυστική οργάνωση. Προδοσία της οργανώσεώς μας στους Γερμανούς και προετοιμασία δραπετεύσεως της ομάδας μας προς Μέση Ανατολή. Εισβολή γερμανικής Αστυνομίας στο σπίτι της Ανδρουλάκαινας και στο πατρικό μας σπίτι στις Αρχάνες, ζητώντας πληροφορίες για τα δύο αδέλφια Δουνδουλάκη.



Ο Αντώνιος

Μπετεινάκης



Κοντά στον Γεώργιο Δουνδουλάκη ήταν μερικοί στενοί φίλοι του, όπως, ο Γιάννης Ανδρουλάκης, ο Πάνος Ψαλτάκης, ο Μιχάλης Κόκκινος, ο Σήφης Μιγάδης, ο Κώστας Καστρινογιάννης και ο Μιχάλης Ακουμιανάκης και βεβαίως ένα πολύ σπουδαίο μέλος, ο συνταγματάρχης Αντώνιος Μπετεινάκης, από τις Αρχάνες, ο οποίος και με χρησιμοποιούσε ως φορέα πληροφοριών από τις Αρχάνες στο Ηράκλειο. Τουλάχιστον τρεις φορες την εβδομάδα, μου έφερνε ορισμένες πληροφορίες σε χαρτί για να τις πάω στου Γιάννη Ανδρουλάκη το σπίτι, όπου συγκεντρώνονταν όλες οι πληροφορίες ή κατευθύνονταν προς τον Αγγλο ταγματάρχη Λη Φέρμορ. Το χαρτί το έβαζα μέσα στο τιμόνι του ποδηλάτου και το πήγαινα στον Γιάννη Ανδρουλάκη και από κει το έδινε στον κατάλληλο που θα ερχόταν.

Επειδή ο αδελφός μου και ο Γιάννης Ανδρουλάκης βρισκόταν ως επι το πλείστον έξω από το Ηράκλειο, η μάνα του, η Μαρία Ανδρουλάκη, η σεμνή ηρωίδα αυτή γυναίκα, που λίγοι ήξεραν τη δράση της για να την εκτιμήσουν ανάλογα ως ενεργό μέλος της οργάνωσης, πρόσφερε πολλά στον αγώνα. Εκείνη άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της, εκείνη δεχόταν τους διάφορους αγγελιοφόρους, εκείνη έπαιρνε τις πληροφορίες από τα διάφορα μέλη. Σιωπηλή καθώς ήταν πάντοτε, έπαιρνε τις πληροφορίες χωρίς ερωτήσεις και τις έκρυβε στο στήθος της. Ο σύζυγός της, ο πολύ γνωστός και εξαίρετος πατριώτης, δικηγόρος Γεώργιος Ανδρουλάκης, ήταν ο γενικός γραμματέας της Επαναστατικής Επιτροπής στις Αρχάνες κατά τη θρυλική Επανάσταση της Κρήτης το 1897, με έδρα τις Αρχάνες· εκείνος κρατούσε όλη την αλληλογραφία της Επιτροπής τη δύσκολη εκείνη εποχή, ως ο μόνος πολύ εγγράμματος και φυσικά εντελώς δωρεάν. Ιδιόχειρες επιστολές του υπάρχουν στο πολύ σημαντικό ιστορικό αρχείο του Δήμου Αρχανών, κατά το 1897, μα και σε ιδιωτικές συλλογές Αρχανιωτών. Ετσι συνέχισε και η οικογένειά του τη μεγάλη εθνική προσφορά, τόσο η άξια γυναίκα του Μαρία όσο και τα παιδιά του και ειδικά ο γιος του Γιάννης, τόσο πολύ, ώστε η ψυχή του να χαίρεται από κει πάνω τόσο για την συνέχιση της δράσης του όσο και για την τιμή στο όνομά του.

Στο σπίτι του Γιάννη Ανδρουλάκη πραγματοποιούσαν συναντήσεις όχι μόνο Ελληνες, μέλη της οργάνωσης, αλλά και Αγγλοι με επικεφαλής τον Πάτρικ Λη Φέρμορ.

Οταν έφεραν τις “χελώνες” (ωρολογιακές βόμβες) για να εκτελεστεί ένα σαμποτάζ στο λιμάνι του Ηρακλείου, τις έκρυψαν τοποθετώντας τις κάτω από το τζάκι, εκεί που βάζανε τη στάχτη. Επί μήνες οι βόμβες βρίσκονταν εκεί· αν έπαιρναν φωτιά, θα ανατιναζόταν ολόκληρη η γειτονιά στον αέρα...

Τηλεγραφήματα, πληροφορίες, εγγλέζικες λίρες μπορούσε κανείς να βρει αν άνοιγε συρτάρια, ή κοίταζε πίσω από εικόνες στον τοίχο. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ θα είχε κοιμηθεί πολλές φορές σ’ αυτό το σπίτι. Και κάποτε, ενώ ήταν πάνω στον οντά του σπιτιού, ένας Γερμανός είχε μπει μέσα στο σπίτι, ζητώντας ορισμένες πληροφορίες από την αδελφή του Γιάννη, την Ηρώ Ανδρουλάκη.

Από τα μέλη που ανέφερα προηγουμένως, μόνο ο συνταγματάρχης Αντώνιος Μπετεινάκης συνελήφθη αργότερα ως όμηρος και εκτελέστηκε με άλλους 20 διακεκριμένους πολίτες του Ηρακλείου στην Αγυιά Χανιών. Ενας από τους είκοσι ήταν και ο δήμαρχος του Ηρακλείου.

Η κυκλοφορία βέβαια απαγορευόταν κι όλοι οι αγρότες έπρεπε να γυρίζουν νωρίς στα σπίτια τους, από τ’ αμπέλια και τα χωράφια, για να μη βρεθούν έξω νύχτα. Το φως πάλι απαγορευόταν και για να μη φαίνεται από τα παράθυρα, μόλις βράδιαζε κρεμούσαμε κουβέρτες. Κανείς δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους τη νύχτα και όταν ακούγαμε βήματα, κοιτάζαμε από τις τρύπες της πόρτας ή του παραθύρου να δούμε αν ήταν κανένας Γερμανός ή κανένας πολίτης που προσπαθούσε να ξεφύγει από τα μάτια της περιπόλου των Γερμανών. Ολα τα θέατρα στο Ηράκλειο χρησιμοποιούνταν για το γερμανικό στρατό. Το ίδιο και στις Αρχάνες, στο παλιό σινεμά που λεγόταν “Απόλλων” πρόβαλαν ταινίες μόνο για το στρατό των Γερμανών. Η ζωή είχε καταντήσει πολύ μονότονη, αφού ούτε ένα ραδιόφωνο δεν υπήρχε για ν’ ακούσει κανείς τα νέα ή λίγη μουσική για ψυχαγωγία. Νέα μαθαίναμε από στόμα σε στόμα και από μερικά κρυφά ραδιόφωνα. Τα τρόφιμα ήταν μόνο από ατομική παραγωγή του καθενός κι αν υπήρχαν λίγα τρόφιμα, οι τιμές ήσαν πολύ ακριβές. Στις πολιτείες υποφέρανε περισσότερο γιατί δεν υπήρχαν, κι όλοι έτρεχαν στα χωριά και πουλούσαν ό,τι πολύτιμο είχαν αλλάζοντάς το με σιτάρι, κριθάρια ή όσπρια.

Στην αρχή οι χωρικοί έδιδαν τρόφιμα για ρούχα, που ήταν προικιά από τις κασέλες των κοριτσιών και των μανάδων μας. Και με τον καιρό στα χωριά είχαν αποκτήσει τόσα πολλά ρουχικά που σταμάτησαν να ενδιαφέρονται πολύ. Είναι όμως αλήθεια ότι η Μεσαρά πρόσφερε στο νομό μας αρκετό ψωμί με συντήρηση σε δύσκολη εποχή πείνας, όταν τα εργόχειρα ήταν πολύ κατώτερης αξίας από το σιτάρι και το κριθάρι ή ακόμη και τα όσπρια. Θυμούμαι κάποτε που η μάνα μας μου έδωσε αρκετά από τα προικιά της. Φόρτωσα το γάιδαρο και γύριζα επί μια εβδομάδα στη Μεσαρά να τα πουλήσω για ελάχιστα τρόφιμα. Οταν γύρισα στο σπίτι μας κι έδειξα στη μητέρα μου τι έφερα, εκείνη άρχισε κι έκλαιγε. Είχα φέρει τρεις οκάδες στάρι, μια οκά φακή και δυο οκάδες φασόλια. Το μόνο που είχαμε αρκετό στο σπίτι μας ήταν σταφίδες και λάδι. Τρώγαμε ως επί το πλείστον λαχανίδες με λάδι, χωρίς ψωμί, και σταφίδες όλη την ημέρα στις τσέπες μου· κατάντησα να έχω συνεχή διάρροια και γενική αδυναμία.

Το Φεβρουάριο του 1943 πήγαινα στη ΣΤ’ τάξη Γυμνασίου και έμενα σ’ ένα δωμάτιο στο Ηράκλειο στο σπίτι του Αρναουτάκη. Οι Αρχές αντιλήφθηκαν ότι οι μαθητές υπόφεραν πολύ και ανάγκασαν τα Γυμνάσια να τελειώσουν το σχολικό έτος το Φεβρουάριο, αντί να περιμένουν τον Ιούνιο. Μας είπε ο διευθυντής του Γυμνασίου ότι την επαύριο αρχίζαμε διαγωνισμούς. Πήγαμε λοιπόν με τον Φαίδωνα Καλοχριστιανάκη να μελετήσομε στο δωμάτιό μου. Και οι δυο δεν είχαμε φάει τίποτε ολόκληρη την ημέρα. Ανοίξαμε το συρτάρι και βρήκαμε δυο μεγάλα κρεμμύδια και ένα κουτί με πετιμέζι. Ανακαλύψαμε ότι το κρεμμύδι με πετιμέζι ήταν πολύ ευπρόσδεκτο στην πείνα μας...

Μετά τις τελευταίες εξετάσεις φόρτωσα όλα μου τα βιβλία και πράγματα που είχα στην πλάτη μου και έφυγα για τις Αρχάνες. Με την αδυναμία που με κρατούσε, την πείνα και το βάρος στην πλάτη μου, πήρε 3,5 ώρες να φτάσω στο χωριό σε άθλια κατάσταση και τρομερή πείνα. Μερικές πατάτες που έβαλε να τηγανίσει η μητέρα μου, τις άρπαζα από το τηγάνι και τις έτρωγα άψητες.

Μετά που γύρισα από το Ηράκλειο, ήμουν τόσο αδύνατος που μια μέρα με είδε ο γιατρός Πλουμίδης Αντώνιος στην αγορά να μην έχω σχεδόν δύναμη να περπατήσω, με κάλεσε σε μια γωνιά, μου κοίταξε τα μάτια μου και πήγε αμέσως και είπε στη μητέρα μου ότι έπασχα από ατροφία και επειδή ήμουν στην ηλικία αναπτύξεως, αν δεν είχα το απαραίτητο φαγητό καθημερινά, θα έβλαπτα την υγεία μου για πάντα. Η μητέρα μου του εξήγησε ότι επί τρεις μήνες δεν είχαμε δοκιμάσει ψωμί, παρόλο που είμαστε διατεθειμένοι να πωλήσουμε έστω και περιουσία για να αγοράσομε τρόφιμα...



Το αμπέλι



Στη θλιβερή αυτή περίοδο της πείνας και της κακουχίας κάτι άλλο μας συνέβη. Οι Γερμανοί επίταξαν το αμπέλι μας στα Σπήλια. Η αιτία ήταν ότι χρειάζονταν ένα νοσοκομείο για το γερμανικό στρατό, και το αμπέλι μας ήταν αρκετά μεγάλο για να το χωρέσει. Ηταν σχεδόν επίπεδο και κοντά στο Ηράκλειο. Οργάνωσαν λοιπόν νέο τμήμα αναγκαστικής υπηρεσίας, που θα εργαζόταν στο αμπέλι μας. Με πήραν και μένα και μια μέρα βρέθηκα να ξεπατώνω το ίδιο το αμπέλι μας μαζί με 50 άλλους χωριανούς ή κοντοχωριανούς. Για να το ισοπεδώσουν ακόμη περισσότερο και για να χύσουν την τσιμεντένια βάση, με βαγόνια μεταφέραμε χώμα από το λιόφυτό μας στο μέρος που θα γινόταν η βάση. Επειδή δεν είχα μεγάλη ή καθόλου όρεξη να ξεπατώνω το σουλτανί μας, έστεκα κι έβλεπα τους άλλους να δουλεύουν. Με είδε ο διευθύνων Γερμανός και ήρθε με ένα σκληρό ξύλο και άρχισε να με χτυπά στην πλάτη. Εγώ έπεσα κάτω, αλλά αυτός συνέχισε να με χτυπά ώσπου ένας χωριανός πήγε, του άρπαξε τη βέργα, τον σταμάτησε να κτυπά και του είπε με σπασμένα γερμανικά και ελληνικά ανακατωμένα: “Κοίταξε, όλο αυτό το αμπέλι είναι του Λούη, οι Γερμανοί το πήραν και μαζί με πολλούς βάζετε και το Λούη να ξεπατώνει το αμπέλι του. Και εσύ τον χτυπάς κι από πάνω; Είναι καλό αυτό;”. Ο Γερμανός κατάλαβε τι του έλεγαν, σκέφτηκε λίγο, επανέλαβε ότι “όλο ανήκε στο Λούη” και απεχώρησε χωρίς να ξαναπλησιάσει εμένα ή το τμήμα που εργαζόμουν. Ακόμη κι αυτός είχε αντιληφθεί την αδικία που μας είχαν επιβάλει από τη γερμανική Κατοχή.

Το νοσοκομείο που χτίστηκε πάνω στην τσιμεντένια βάση ήταν το μεγαλύτερο στην Κρήτη, το ανατίναξαν ή το έκαψαν, αφού ήταν ως επί το πλείστον από ξύλινο σκελετό. Το μόνο που μας έμεινε ήταν μια τσιμεντένια βάση στη θέση περίπου 1.000 κουρμούλων σουλτανίνας. Αφησαν επίσης μεγάλες τρύπες σα σπηλιές εκεί όπου είχαν αφαιρέσει το χώμα.

Επειδή υπήρχε διάδοση ότι εκεί μέσα είχαν κρύψει νάρκες και εκρηκτικές ύλες, μετά τον πόλεμο χτίσαμε πέτρινους τοίχους και κλείσαμε τις εισόδους των σπηλαίων αυτών, εξαλείφοντας κάθε κίνδυνο δυστυχήματος, εάν βέβαια ήταν αλήθεια για τα κρυμμένα εκεί πυρομαχικά.



Η γιαγιά



Κατά την περίοδο της κακουχίας και της απογοήτευσης, η τυφλή γιαγιά μου που έμενε μαζί μας και η οποία ήταν περίπου 90 ετών, αρρώστησε και καταλάβαμε ότι θα πέθαινε. Φωνάξαμε τον παπά και την εκοινώνησε. Το είχε καταλάβει κι εκείνη ότι θα πέθαινε. Αν και ήταν τυφλή επί είκοσι περίπου χρόνια, ήξερε το κάθε βήμά μας και τη φωνή μας, μας αγαπούσε όλους και μας έδινε συμβουλές. Τώρα όμως δεν μιλούσε αλλά μας έσφιγγε το χέρι και καταλαβαίναμε τη συγκίνησή της, σα να μας έλεγε με το σφίξιμο αυτό ότι ήρθε η ώρα να μας αποχωριστεί. Επί δύο ή τρεις μέρες ή δεν της έκανε όρεξη να φάει ή δεν ήθελε να φάει. Ενα πρωί τη βρήκαμε πεθαμένη. Η μητέρα μου μου είπε να πάω να παίξω την καμπάνα κατά το έθιμο, στον Αγιο Νικόλαο. Ετσι γνωστοποιούσαν το θάνατο κάποιου χωριανού. Το παίξιμο ήταν στην αρχή συνεχές και μετά διακεκομμένο. Ακολουθούσαν δηλαδή οι λεγόμενες “καμπανιές” με δυο τρία δευτερόλεπτα διακοπής η μια από την άλλη. Επειδή στο χωριό μας όλοι γνωρίζουν όλους τους χωριανούς, μ’ αυτό το κτύπημα της καμπάνας πληροφορούνται όλοι ότι κάποιος πέθανε. Οσο πιο μακροχρόνιο το χτύπημα της καμπάνας, τόσο πιο αξιόλογο ήταν το πρόσωπο που πέθαινε. Επειδή για μένα ο χαμός της γιαγιάς μου ήταν πολύ σπουδαίο γεγονός κι επειδή δεν ήταν κανένας άλλος στην εκκλησία για να με σταματήσει, άρχισα κι έπαιζα την καμπάνα επί πολλή ώρα. Και συνέχισε για πολλή ώρα το λυπητερό παίξιμο, τόσο πολύ που μια στιγμή αντιλήφθηκα ότι όλες οι εξώπορτες της γειτονιάς είχαν ανοίξει και ρωτούσαν πιο σπουδαίο πρόσωπο ήταν εκείνο που πέθανε. Βλέποντας όλη αυτή την οχλαγωγία, σταμάτησα το καμπανοχτύπημα και πήρα κάτω τον κατήφορο πηγαίνοντας στο σπίτι μας. Ολοι έτρεξαν να με ρωτήσουν. Τους είπα λοιπόν με παράπονο ότι η γιαγιά μου πέθανε και περίμενα να πάρω μια συμπονετική απάντηση και μια έκφραση συμπάθειας. Αντί γι’ αυτό, άκουσα κάποια γυναίκα να λέει: “Ολη αυτή η καμπάνα ήταν για τη στραβή γριά του Μαστρο-Ηλία; Ακόμη εζούσε;”. Εκαμα ότι δεν άκουσα και γύρισα το στενό του Γιάννη του φουρνάρη για το σπίτι μας...

Σ’ αυτό το στενό θυμήθηκα ότι πήγαινα τη γιαγιά μου κάθε χρόνο τη μεγάλη εβδομάδα του Πάσχα στην εκκλησία. Η μόνη της έξοδος και ευχαρίστηση ήταν να πηγαίνει στην εκκλησία, στους εσπερινούς. Από πριν τις πέντε το απόγευμα ήταν έτοιμη. Είχε ένα καλό σάλι που το φορούσε μόνο στην εκκλησία και ειδικά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Το έβαζε και περίμενε στην πόρτα για να την πάω στην εκκλησία ενωρίς και να βρει κάθισμα. Οδηγώντας την στα καλντερίμια, προσπαθούσα να την καθοδηγήσω έξω από τα βαθουλώματα και τις μεγάλες πέτρες του ανώμαλου δρόμου. Πολλές φορές ήμασταν οι πρώτοι που πηγαίναμε στην εκκλησία. Την άφηνα στο στασίδι και γύριζα και την έπαιρνα μετά τον εσπερινό.

Την επαύριο έγινε η κηδεία και μόνο οι συγγενείς και οι γείτονες παραβρέθηκαν. Μετά από μερικές μέρες η μητέρα μου, μού είπε να φτιάξω ένα ξύλινο σταυρό και να τον στήσω στο μνήμα της. Πήγα στον μαραγκό, μου έδωσε μια σανίδα και μου είπε πώς να φτιάξω το σταυρό. Αφού τον τέλειωσα, μετά με ένα πυρωμένο καρφί έγραψα επάνω το όνομα της γιαγιάς μου: Αννα Ψαρουδάκη. Επίσης την ηλικία της: 90 χρονών. Μετά σήκωσα όρθιο το σταυρό, τον στήριξα στον ώμο μου και, σαν τον Χριστό που ανέβαινε τον Γολγοθά, πήρα το δρόμο για το νεκροταφείο περνώντας από όλο τον κεντρικό δρόμο της αγοράς και τα βλέμματα όλων με απορία με παρακολουθούσαν... Ηταν η τελευταία μου προσφορά προς τη γιαγιά μου που, αν και ουδέποτε με είχε δει με τα μάτια της, με αγαπούσε πολύ και έπαιρνε πάντοτε το μέρος μου. Η μονότονη ζωή συνεχιζόταν στις Αρχάνες με μόνη διαφορά όταν έπρεπε να μεταφέρω ορισμένες πληροφορίες του συνταγματάρχη Μπετεινάκη στο Ηράκλειο. Τις γραπτές πληροφορίες τις έκρυβα μέσα στο τιμόνι του ποδηλάτου μου. Και αν και περνούσα μπροστά από εκατοντάδες Γερμανούς, κανείς δεν υποπτευόταν τίποτα. Αν και τις περισσότερες φορές δεν έβρισκα στο Ηράκλειο ούτε τον αδελφό μου Γιώργο Δουνδουλάκη ούτε το Γιάννη Ανδρουλάκη. Ομως έδινα το χαρτί με τις πληροφορίες στη μητέρα του Γιάννη, τη Μαρία Ανδρουλάκη, η οποία τα φύλασσε μέσα στον κόρφο της για να τα δώσει στο κατάλληλο άτομο.

(Συνεχίζεται)